Live τώρα    
Το πρόβλημα της Βρετανίας βρίσκεται στο Λονδίνο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το πρόβλημα της Βρετανίας βρίσκεται στο Λονδίνο

Πριν από λίγες μέρες το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε., έπειτα από ένα διστακτικό, κάποτε ευγενές, συχνά προβληματικό, τριαντάχρονο πείραμα διεθνούς συνεργασίας. Στους κύκλους μου –επαγγελματίες, μορφωμένοι, στο Κέμπριτζ και το Λονδίνο– βασική αντίδραση ήταν η έκπληξη. Πώς μπόρεσε να συμβεί; Ποιος μπορεί να το ήθελε; Φυσική αντίδραση. Στην εκλογική μου περιφέρεια 75% ψήφισε υπέρ της παραμονής. Στα «χιπ» μέρη του Λονδίνου, όπου ζει η κόρη μου, το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο. Όμως μια ματιά στον εκλογικό χάρτη δείχνει (αναπόφευκτα, δεδομένου ότι η μεγάλη πλειοψηφία της Αγγλίας –και μια περιορισμένη πλειοψηφία στο Ηνωμένο Βασίλειο– ψήφισε υπέρ της αποχώρησης) ότι εκτεταμένες ζώνες εκτός Λονδίνου ψήφισαν, με παρόμοια ποσοστά, υπέρ της εξόδου –οι φτωχότερες περιοχές στην ανατολική και νότια ακτή, οι πρώην βιομηχανικές ζώνες στο βορρά, αλλά και περισσότερο εύπορες περιοχές στα δυτικά και στο κέντρο.

Με δυο λόγια, το πρόβλημα της Βρετανίας με την Ε.Ε. είναι το Λονδίνο. Μια νεανική, ακμαία, δημιουργική, κοσμοπολιτική πόλη, που φαντάζει μοντέλο πολυπολιτισμικής κοινότητας, μια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Όμως επίσης κέντρο όλων των ελίτ της Βρετανίας –των οικονομικών ελίτ του Σίτι (της, παγκόσμιας μάλλον παρά ευρωπαϊκής, λονδρέζικης Γουόλ Στριτ), μιας σχεδόν κληρονομικής κάστας δικηγόρων, δημοσιογράφων, διαφημιστών και διανοουμένων, μιας όλο και περισσότερο κληρονομικής κάστας πολιτικών, κλειστών κύκλων επιτυχημένων στον πολιτιστικό χώρο, που ενισχύονται πλουσιοπάροχα από πολυεθνικές. Σαν να είναι μαζεμένα το Χόλιγουντ, η Γουόλ Στριτ και οι σικ γειτονιές της Ν. Υόρκης και του Σαν Φρανσίσκο μαζί, κάτι που αποδείχθηκε τοξικός συνδυασμός.

Γιατί η υπόλοιπη χώρα ένιωθε όλο και περισσότερο αποκλεισμένη, όχι μονάχα από τη δημιουργικότητα και τον πλούτο του Λονδίνου αλλά, πολύ περισσότερο, από την εξουσία. Το χάσμα άρχισε να διευρύνεται επικίνδυνα από την εποχή της Θάτσερ, τη δεκαετία του ’80, όταν η αποβιομηχάνιση στο βορρά και η οικονομική έκρηξη στα νοτιοανατολικά προσέδιδε στην αυξανόμενη ανισότητα έντονα γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Το Λονδίνο δεν ήταν το μόνο που επωφελήθηκε. Θύλακες σαν το Λονδίνο είναι διάσπαρτοι σε όλη τη χώρα –σε πανεπιστημιουπόλεις όπως το Μπράιτον, το Κέμπριτζ και το Μπρίστολ, σε συγκεκριμένες γειτονιές του Μάντσεστερ και του Λιντς. Αλλά τα πολλά λεφτά, και όλες οι ελίτ, παρέμεναν στο Λονδίνο. Οι τελευταίες δεκαετίες έμοιαζαν σαν να είχε αναποδογυρίσει κάποιος τη χώρα και όλος ο πλούτος και τα ταλέντα να ρέουν προς την πρωτεύουσα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου ήταν η αντιστροφή των εκπαιδευτικών επιδόσεων στο Λονδίνο: στη δεκαετία του ’90 είχε σχεδόν τις χειρότερες σε όλη τη χώρα, σήμερα έχει τις καλύτερες. Ένα μέρος αυτών των επιδόσεων οφείλεται στη μετανάστευση –άνθρωποι που μοχθούν, βοηθούν τα σχολεία του Λονδίνου να πρωτεύσουν. Ένα άλλο μέρος όμως οφείλεται σε μια διαφορετική μετανάστευση –ταλαντούχοι και φιλόδοξοι νέοι απ’ όλη τη χώρα συρρέουν στο Λονδίνο για να διδάξουν. Τα κέρδη του Λονδίνου είναι απώλειες για τους υπόλοιπους.

Και αυτό το αισθάνθηκαν, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2008. Μπορεί η ευθύνη να βαραίνει τους πολιτικούς και τους τραπεζίτες, όμως τον λογαριασμό τον πλήρωσε η υπόλοιπη χώρα. Η διάσωση των τραπεζών επιβάρυνε το δημόσιο με τεράστιες υποχρεώσεις και η συμμαχία Φιλελεύθερων - Συντηρητικών υποσχέθηκε περικοπές 25% στον προϋπολογισμό. Η «ποσοτική χαλάρωση» έδωσε ρευστό στην οικονομία, αλλά τα περισσότερα κατέληξαν στα χέρια των τραπεζιτών. Όχι μονάχα οι τραπεζίτες αλλά και οι πολιτικοί ήταν, προφανώς, «πολύ μεγάλοι για να καταρρεύσουν». Η κοινή γνώμη άρχισε να ευαισθητοποιείται απέναντι σε αυτό με τρόπους που οι αναλυτές της πρωτεύουσας εύρισκαν παράξενους και ανορθολογικούς. Το 2009 ένα σκάνδαλο συγκλόνισε το κοινοβούλιο: ήταν οι προκλητικές απαιτήσεις βουλευτών για πανάκριβα σπίτια στο Λονδίνο. Πολλοί διατηρούσαν τυπικά μια «κύρια κατοικία» στην απομακρυσμένη περιφέρειά τους, όπου βρίσκονταν ελάχιστο χρόνο, και διεκδικούσαν εκατοντάδες χιλιάδες λίρες προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τη ζωή τους στην πρωτεύουσα. Πού αλλού θα μπορούσε να θέλει να ζει κανείς;

Και το Εργατικό Κόμμα; Για πολλούς, οι Νέοι Εργατικοί του Τόνι Μπλερ φάνταζαν ίδιοι κι απαράλλακτοι με την υπόλοιπη μητροπολιτική ελίτ. Πολλά από τα ηγετικά στελέχη τους ήταν επαγγελματίες πολιτικοί που «φυτεύτηκαν» στις έδρες της βιομηχανικής ενδοχώρας στο Βορρά. Ο ίδιος ο Τόνι Μπλερ εκλεγόταν σε μια περιφέρεια πρώην ανθρακωρύχων, το Σέντζφιλντ. Το πρωτοπαλίκαρό του, ο Πίτερ Μάντελσον, στο κοντινό Χάρτλπουλ, πρώην ναυπηγοεπισκευαστικό κέντρο. Ο διάδοχός του Εντ Μίλιμπαντ εκλεγόταν στο Βόρειο Ντονκάστερ, στην καρδιά της ζώνης των ανθρακωρυχείων και της χαλυβουργίας. Απόφοιτοι της Οξφόρδης, πέρασαν όλη τη ζωή τους στην πολιτική, όλοι τους ζουν στο Λονδίνο, όπου κι αν βρίσκεται τυπικά η «πρώτη κατοικία» τους. Πρόσφατα οι Εργατικοί προσπάθησαν να απαλλαγούν από αυτήν την παράδοση. Πέρσι εξέλεξαν αρχηγό τους έναν αουτσάιντερ, τον Τζέρεμι Κόρμπιν, έπειτα από ένα κύμα αντιελιτίστικης απέχθειας. Ο Κόρμπιν ήταν υπέρμαχος των «Παλιών Εργατικών» και υπεράσπιζε ένα ταξικό πρόγραμμα, βασισμένο σε πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας και αναδιανομής. Ήταν πράγματι έτσι; Ο Κόρμπιν είναι κι αυτός από το Λονδίνο, αντιπρόσωπος ενός μποέμ προαστίου, του Βόρειου Ίσλινγκτον –ήταν για δέκα χρόνια βουλευτής της περιφέρειάς μου. Κι αυτός πέρασε όλη του τη ζωή στην πολιτική, όχι σε δεξαμενές σκέψης και παρέες δημοσιοσχεσιτών, αλλά σε λονδρέζικες «κινηματικές» ομάδες για τον πυρηνικό αφοπλισμό, για τους Ιρλανδούς Ρεπουμπλικάνους, για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Βρέθηκε στην εξουσία χάρη σε ένα κύμα νεανικού και φοιτητικού ενθουσιασμού και αναμφίβολα αντιπροσωπεύει το νεανικό, δημιουργικό, πολυπολιτισμικό Λονδίνο. Όμως, στα μάτια του Σέντζφιλντ, του Χάρτλπουλ και του Ντονκάστερ, αυτό το Λονδίνο δεν μοιάζει διαφορετικό από εκείνο των πάμπλουτων τραπεζιτών και των άπληστων πολιτικών.

Δεν ήταν μοιραίο αυτό το κύμα λαϊκισμού να καταλήξει σε αντιευρωπαϊκή αποστροφή. Η Σκωτία επέλεξε διαφορετικό δρόμο. Εκεί, το κεντροαριστερό Εθνικό Κόμμα συγκέντρωσε τις ψήφους όσων απογοητεύτηκαν από τους Εργατικούς συνδυάζοντας κοινωνική δημοκρατία, φιλοευρωπαϊσμό και αντι-μητροπολιτικά αισθήματα, προσφέροντας μια εναλλακτική τοπική δημοκρατία με τη μορφή του σκωτσέζικου εθνικισμού. Τα υψηλότερα ποσοστά υπέρ τη παραμονής προήλθαν από το Λονδίνο ή τη Σκωτία. Θα μπορούσε μάλιστα να φανταστεί κανείς έναν οικονομικό λαϊκισμό, όπως του Μπέρνι Σάντερς, που θα μπορούσε να κινητοποιήσει τους πρώην ψηφοφόρους των Εργατικών και στις υποβαθμισμένες περιφέρειες της Αγγλίας... Ό,τι έχει μείνει από το παλιό, ριζωμένο στις τοπικές κοινωνίες Εργατικό Κόμμα, έκανε ό,τι μπορούσε –η πόλη του Λίβερπουλ ψήφισε μαζικά υπέρ της παραμονής– αλλά κι αυτό νιώθει απόμακρο από τον κομματικό μηχανισμό και τους βουλευτές που επικεντρώνονται στο Λονδίνο...

Οι υπέρμαχοι της παραμονής διεύρυναν το χάσμα. Υιοθετώντας στάση ανάλογη με εκείνη των New York Times απέναντι στον Τραμπ, πίστεψαν ότι μπορούσαν να γελοιοποιήσουν την εκστρατεία υπέρ της εξόδου ή να την αποστομώσουν με «στοιχεία». Ένα πολύ μεγάλο μέρος της εκστρατείας τους επικεντρώθηκε σε ομάδες «ειδικών» –στις επενδύσεις, στην επιστήμη και τα πανεπιστήμια, στη δημοσιονομική πολιτική– που υπέγραφαν δημόσιες δηλώσεις και ανοιχτές επιστολές με τις οποίες διακήρυτταν την αφοσίωσή τους στην Ευρώπη. Αυτή η στάση πυροδότησε τα αντιελιτίστικα αισθήματα. Πολύ εύγλωττα, ο Μάικλ Γκόουβ, ένας από τους ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας των Συντηρητικών και υπέρ της εξόδου, δήλωσε πως «ο λαός αυτής της χώρας βαρέθηκε τους ειδικούς». Πολλοί κορόιδευαν αυτήν την παρατήρηση, όμως άγγιζε μια ευαίσθητη χορδή. Την επομένη βρήκα στο γραμματοκιβώτιό μου ένα ακόμη φυλλάδιο υπέρ της παραμονής: «Μάθετε τι υποστηρίζουν έγκριτοι ειδικοί»: μια σειρά απόψεων, αριστερών και δεξιών, που υποστήριζαν την Ευρώπη, ανάμεσά τους ένας συνδικαλιστής, ένας στρατιωτικός, ένας επιστήμονας, ένας τραπεζίτης και ένας πάμπλουτος επιχειρηματίας. Όλοι τους ζούσαν στο Λονδίνο και τα νοτιοανατολικά, εκτός από έναν Σκωτσέζο και τον επιχειρηματία, που ζει στον φορολογικό παράδεισο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Αυτός ο δισεκατομμυριούχος, ο Σερ Ρίτσαρντ Μπράνσον, πλήρωσε ολοσέλιδες καταχωρίσεις σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες, τις τελευταίες μέρες της εκστρατείας, εκθειάζοντας την Ευρώπη. Κάτι που μάλλον έκανε ακόμη περισσότερη ζημιά στην υπόθεση της παραμονής.

Επιφανειακά, η μετανάστευση υπήρξε η αιχμή της αντιευρωπαϊκής εκστρατείας. Όμως το ζήτημα έχει δύο όψεις. Το Λονδίνο είναι, μακράν, η πλέον πολυπολιτισμική πόλη στη Βρετανία. Στην τελευταία απογραφή, 37% του πληθυσμού προερχόταν εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, 25% εκτός Ευρώπης και μόνο 45% ήταν λευκοί γεννημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η παρουσία μεταναστών μπορεί να προκαλέσει φιλοευρωπαϊκά αισθήματα (και, όπως είδαμε, καλύτερες εκπαιδευτικές και πολιτιστικές επιδόσεις). Σε συνθήκες λιτότητας, όμως, φτώχειας και ανεργίας, η παρουσία μεταναστών μπορεί να προκαλέσει το αντίθετο: ταυτοτική αναδίπλωση, αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων, ύφεση. Μερικά από τα υψηλότερα ποσοστά υπέρ της εξόδου (όπως και από τα υψηλότερα του UKIP, το 2015) συγκεντρώθηκαν στις αγροτικές ανατολικές περιφέρειες, με γερασμένο πληθυσμό, υποβαθμισμένο εκπαιδευτικό σύστημα και χαμηλούς μισθούς. Εκεί, Ευρωπαίοι μετανάστες, από την Πολωνία και αλλού, κάνουν τις αγροτικές εργασίες που εγκατέλειψαν οι νεαροί Άγγλοι, οι οποίοι μετακόμισαν αλλού, προκαλώντας αντιμεταναστευτικά αισθήματα στους ηλικιωμένους που παρέμειναν. Όμως μερικά από τα υψηλότερα ποσοστά υπέρ της εξόδου σημειώθηκαν επίσης στα πρώην βιομηχανικά κέντρα του Βορρά, όπου οι μετανάστες είναι ελάχιστοι. Στο Σάντερλαντ, από τα προπύργια της ψήφου υπέρ της εξόδου, λιγότερο από το 4% των κατοίκων έχουν γεννηθεί εκτός Βρετανίας, πολύ πιο κάτω από τον εθνικό μέσο όρο του 12%. Εδώ, η δυσφορία για τους μετανάστες είναι ξεκάθαρα μια μετωνυμία για τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Πόσα από όλα αυτά οφείλονται στην ανισότητα; Η διεύρυνση του χάσματος Βορρά - Νότου, ασφαλώς, έχει τις ρίζες του στην ανισότητα. Όμως τα γεγονότα των τελευταίων δέκα ετών, που μας έφεραν σε αυτό το αξιοθρήνητο σημείο, δεν αφορούν μονάχα την ανισότητα με καθαρά οικονομικούς όρους, αλλά και με πολιτισμικούς. Μολονότι το χάσμα ανάμεσα στο 1% και τους υπόλοιπους συνεχίζει να διευρύνεται, εκείνο ανάμεσα στο υψηλότερο 5-10% και τους υπόλοιπους όχι. Το βιοτικό επίπεδο πολλών ανθρώπων βελτιώθηκε ελαφρά, ενώ η ανισότητα δεν έγινε αναγκαστικά περισσότερο ορατή στην καθημερινή ζωή. Αν μη τι άλλο, οι πάμπλουτοι κρύβονται στους καλά προφυλαγμένους θύλακες όπου ζουν στο Λονδίνο. Δεν ήταν μονάχα οι χτυπημένες από την κρίση περιοχές στο Βορρά και στα ανατολικά, αλλά και άλλες, πιο εύπορες, όπως στην Ουαλλία, στο κέντρο και στα δυτικά, που ένιωσαν αγανάκτηση για τις απόμακρες και αυτοαναπαραγόμενες ελίτ (τόσο στις μακρινές Βρυξέλλες όσο και στο Λονδίνο), για την απονεύρωση της τοπικής δημοκρατίας, γι’ αυτό που αντιλαμβάνονται ως διαφθορά των ανώτερων στρωμάτων –κι έτσι ψήφισαν έξοδο. Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος για μια διαφορετική μορφή ανισότητας, πολύ ανθεκτικότερη και απειλητική. Η πλειοψηφία των ανθρώπων στο Ηνωμένο Βασίλειο νιώθουν σαν να μην είναι λαός, σαν να μην είναι πολίτες, νιώθουν σαν μαριονέτες που τη ζωή τους κυβερνούν κάποιοι που κινούν τα νήματα από πολύ μακριά. Με αυτές τις συνθήκες, μόνο πολύ άσχημα πράγματα μπορεί να περιμένει κανείς.

Peter Mandler

Μετάφραση: Σπύρος Κακουριώτης

* Ο Peter Mandler είναι Βρετανός ιστορικός. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο blog του αμερικανικού περιοδικού Dissent (https://www.dissentmagazine.org/blog) μια μέρα μετά το δημοψήφισμα. Όπως αναφέρει ο ίδιος, «διδάσκει βρετανική ιστορία στο Κέμπριτζ. Ζει στο Κέμπριτζ και στο Λονδίνο και ψήφισε υπέρ της παραμονής, άρα είναι μάλλον μέρος του προβλήματος».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0