Της Λίλας ΧΑΜΠΙΜΠΗ*
Μία σύγχυση πλανάται πάνω από την Ελλάδα μετά την απόρριψη του πακέτου Γιούνκερ από την κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου, το δημοψήφισμα και τα προαπαιτούμενα της υπό εκκόλαψη συμφωνίας.
Στην εισαγωγή του στην Έρημη Χώρα του T.S. Eliot ο Σεφέρης υποστηρίζει πως για να διαφωνήσουν κάποιοι πρέπει να έχουν κοινό υπόστρωμα αντιληπτικότητας των πραγμάτων έτσι ώστε να μην υπάρχουν παράλληλοι μονόλογοι αλλά συνειδητότητα των τυχόν διαφορών. Αυτή η θέση του ποιητή αποτελεί βασικό κανόνα της κριτικής σκέψης, συμφώνως με την οποία αυτός που κερδίζει είναι εκείνος ο οποίος αποδεικνύεται ισχυρότερος στην πρόταξη του επιχειρήματος. Εάν δεν υπάρχει κοινό πολιτισμικό υπόστρωμα, το σαφές δεν γίνεται αντιληπτό απ' όλες τις
συναλλασσόμενες πλευρές με τον ίδιο τρόπο που το ασαφές υποκρύπτει διαφορετικούς κόσμους, υπονοούμενα, κρυφές επιδιώξεις και προβολές ικανές να δημιουργήσουν αβύσσους ως προς την κατανόηση τυχόν σημείων σύγκλισης και απόκλισης μεταξύ του Εαυτού και του Άλλου.
Όταν, το πρώτον, συγκρούσθηκε ο κ. Βαρουφάκης με τους «θεσμούς» αποδείχθηκε πως τέτοιο κοινό έδαφος δεν υπήρχε. Ο μεν κ. Βαρουφάκης προσπαθούσε να τοποθετήσει τη διαπραγμάτευση στο πεδίο μιας γενικότερης οικονομικής θεωρίας που είχε να κάνει και με το μέλλον της Ευρώπης, ενώ ο κ. Ντάισελμπλουμ, για παράδειγμα, την τοποθετούσε σε ένα σύστημα αξιών εμπεδωμένο εδώ και τέσσερις γενιές πλέον, στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου «ιερατείου» που φέρει όλα τα στοιχεία μιας κατηγορίας τεχνοκρατών ειδικής κουλτούρας οι οποίοι (για να θυμηθούμε τον μεγάλο Γάλλο θεωρητικό της γλώσσας και της εκπαίδευσης P. Bourdieu) εξασφαλίζουν την εσωτερική τους συνοχή με τη δόμηση και αναπαραγωγή ενός ιδιότυπου ιδιολέκτου που αφορά τους μυημένους. Αυτή η διαφορά στον τρόπο προσέγγισης του προβλήματος δεν περιορίζεται στον τρόπο διατύπωσης αλλά επεκτείνεται και στην ουσία, η οποία επηρεάζεται και μεταλλάσσεται από τη χρόνια και συνεχή χρήση αυτού του ιδιότυπου ιδιολέκτου. Το γεγονός πως οι μεν θέλανε αριθμούς και ο άλλος συζήτηση επί της οικονομικής θεωρίας ανέδειξε εκ μιας αρχής την έλλειψη κοινού εδάφους επί του οποίου θα αναπτύσσονταν οι διαφωνίες και τα σημεία διαφοροποίησης των αντιθετικών ομάδων. Το ίδιο θα πρέπει να συνέβη, μέχρι ενός σημείου, και στην περίπτωση της πολιτικής διαπραγμάτευσης του κ. πρωθυπουργού. «Τα συμφέροντα υπερίσχυσαν του δικαίου», ανέφερε ο ίδιος. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί πως στις πρόσφατες συνομιλίες δεν προϋπήρχε, αλλά δημιουργήθηκε επί τόπου, εξ ανάγκης και με πολύ κόπο, ένα κοινό πεδίο επί του οποίου συγκρούσθηκαν και συντέθηκαν απόψεις. Η μεν πλευρά των δανειστών εκπροσωπούμενη από την κ. Μέρκελ προσήλθε στη διαπραγμάτευση με βάση το στοιχείο του σημερινού υπεροπτικού Πραγματικού, ενώ ο κ. πρωθυπουργός είχε ως αφετηρία, κατά κύριο λόγο, το πεδίο της Ηθικής αλλά και του μελλοντικού δέοντος. Οι δεκαεπτά ώρες διαπραγμάτευσης θα πρέπει να κάλυψαν και την απόσταση δημιουργίας κοινού τόπου επί του οποίου εδραιώθηκε η ανταλλαγή και η σύμπτωση.
Μια άλλη έννοια που όλοι γνωρίζουμε αλλά θέλουμε να ξεχνάμε, ίσως γιατί προσβάλλει το προσωπικό ή συλλογικό Εγώ μας, είναι το στοιχείο της Ισχύος. Εκτός από την ερωτική σχέση όπου το άτομο αφήνεται να καταβροχθιστεί από τον Άλλον, όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, ακόμα και αυτές που στηρίζονται στη λογική του ισχυρότερου επιχειρήματος, ενέχουν στον ίδιο τον πυρήνα της επικοινωνίας και ανταλλαγής τη Δύναμη. Που άλλοτε εμφανίζεται με τρόπο συγκαλυμμένο και με περιτύλιγμα το γενικότερο καλό και άλλοτε με τρόπο απολύτως απογυμνωμένο και βάναυσο όπως στους πολέμους. Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, η ισχύς των συνομιλητών της ελληνικής κυβέρνησης εμφανίσθηκε «γυμνή», χωρίς προφάσεις και με τρόπο ακραίο που έφτασε έως τον οικονομικό στραγγαλισμό μιας ολόκληρης χώρας, η οποία είχε, ήδη, πληρώσει μια κρίση τραπεζών που, με τη διάσωσή τους, μεταλλάχθηκε σε κρίση δημόσιου χρέους. Το «κρυφό σχέδιο» του δόκτορος Σόιμπλε για έξοδο της Ελλάδας όχι μόνο από την Ευρωζώνη αλλά, απ' ό,τι διέρρευσε, και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί παρά να ήταν σε γνώση και της κ. Μέρκελ όταν σφυροκοπούσε τον Έλληνα πρωθυπουργό επί δεκαεπτά ώρες. Εάν, δε, οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγήθηκαν σε ναυάγιο, οφείλεται, κατά μεγάλο ποσοστό, στο γεγονός πως θα ήταν παράτολμο για τη Γερμανία με το παρελθόν που έχει να ρισκάρει την έξωθεν καλή μαρτυρία εκ μέρους χωρών όπως οι ΗΠΑ ή η Ιταλία που, σε αντίθεση με τους υποτελείς δορυφόρους της, δεν καλοβλέπουν μια γερμανοκρατούμενη Ευρώπη που ξυπνάει φαντάσματα. Αυτό το γεγονός θα πρέπει να ενυπήρχε, έστω και εξυπονοούμενο, στη φαρέτρα του Έλληνα πρωθυπουργού κατά την τελευταία διαπραγμάτευση. Η απόλυτη ισορροπία των αντιθέτων, αν υπάρχει στη φύση, είναι στιγμιαία. Η ανισορροπία και το χάος είναι ο κανόνας, αλλιώς η δημιουργική και αενάως μεταλλασσόμενη θάλασσα της ζωής θα λίμναζε πεθαίνοντας από ασφυξία. Τώρα πια το ξέρουμε. Η καντιανή ειρήνη δεν υπάρχει και οι συγκρούσεις αποτελούν ιστορικό στοιχείο που, αναλόγως με τα δεδομένα μιας εποχής, ενδύεται την άλφα ή τη βήτα μορφή στο πεδίο του Πραγματικού.
Μια άλλη έννοια-κλειδί τουλάχιστον στη μαρξιστική θεωρία είναι η έννοια της συγκυρίας (Λένιν) και της ιεράρχησης των αντιθέσεων (Μάο). Το «εδώ και τώρα» του Λένιν επισκιάζει ως δίλημμα και τη σημερινή πραγματικότητα τόσο όσον αφορά στη στιγμή της επίθεσης όσον και στην αντίθετή της, δηλ. την αναμονή, άλλως, την ωρίμανση μιας σύγκρουσης και την ορθή επιλογή της ιστορικής στιγμής που αυτή η σύγκρουση μπορεί να λάβει χώρα. Η Ελλάδα είναι έτοιμη να δεχθεί μιαν άλλη θέση στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και ποιαν; O κ. πρωθυπουργός εντυπωσιάστηκε από το σχίσμα των διαφόρων ομάδων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όσοι παρακολουθήσαμε στην τηλεόραση την αναμετάδοση, διαβλέψαμε την ανισορροπία του συσχετισμού δυνάμεων και την πληθυσμιακή υπεροχή του κ. Βέρνερ αλλά και των συνοδοιπόρων του σοσιαλδημοκρατών.
Πρόσφατα, οι Ποδέμος «απαρνήθηκαν» τη συμπόρευση με την Ελλάδα λέγοντας προς το φοβισμένο ακροατήριό τους πως η Ισπανία είναι ένα κράτος που δεν έχει τις ίδιες δομές με την Ελλάδα κι επομένως δεν θα τραβήξουν αυτά που τραβάει ο λαός μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ποντάρει πολύ στη δυναμική που θα δημιουργούσε η πολιτική της «πρώτη φορά Αριστεράς» στα αδελφά κόμματα ή κινήματα. Η καρτερικότητα του ελληνικού λαού, η σκληρή και απάνθρωπη αντιμετώπισή του και, κυρίως, η σύμπτωση των συμφερόντων μεταξύ των λαών απέναντι στο ανάλγητο κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους υπερασπιστές του θα αποτελούσαν (θεωρητικά) ενός είδους νέα Διεθνή. Δυστυχώς, η βουλησιαρχία έχει τα όριά της και η πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερο πεισματάρα απ' όσο νομίζουμε. Η αλληλεγγύη, προς το παρόν, είναι αποσπασματική, και, κυρίως, περιορισμένη σε ατομικές δηλώσεις διανοουμένων που ποτέ δεν άλλαξαν την ιστορία όπως ισχυρίζεται, στη γνωστή ποιητική του αποστροφή, ο Τίτος Πατρίκιος.
Ακόμα και η Επιτροπή που συνέστησε η πρόεδρος της Βουλής για την «Αλήθεια για το Χρέος», προς το παρόν τουλάχιστον, απευθύνεται σε ένα περιορισμένο ελληνικό ακροατήριο, χωρίς απήχηση σε ευρύτερες μάζες στο εσωτερικό ή δυνατότητα πρόκλησης κύματος αλληλεγγύης στο εξωτερικό. Όσον αφορά, δε, στις «πολεμικές αποζημιώσεις» και τα χρέη της Γερμανίας προς την Ελλάδα, έχω την εντύπωση πως, προς το παρόν, περιοριζόμαστε σε καταγγελίες προς εκτόνωση του θυμικού αντί για οργανωμένη, θεσμική, επιθετική διεκδίκηση ενώπιον των αρμοδίων οργάνων κατά το πρότυπο των ενεργειών του δικηγόρου Σταμούλη που, αθορύβως, προχώρησε την υπόθεση ώς την στιγμή που η επιτυχία δημιούργησε από μόνη της μιαν ευρύτατη απήχηση.
Με την έννοια της ισχύος συνδέεται και η θεωρία της ιεράρχησης των αντιφάσεων που διατύπωσε και πραγμάτωσε ο Μάο κατά την περίοδο των συμμαχιών και, αργότερα, της γενικευμένης αγροτικής εξέγερσης στην Κίνα. Σε κάθε ιστορική περίοδο εμφανίζονται για τη δρώσα πολιτική πολλές προκλήσεις προς επίλυση. Προκειμένου να πετύχει τους στόχους της είναι αναγκαία η ιεράρχησή τους και διαβάθμιση σε κυρίαρχη και δευτερεύουσα αντίθεση καθ' όλη την ιστορική διαδρομή μια συλλογικής οντότητας, ιδίως σε εποχές αγώνα. Η ιεράρχηση αυτή μεταφέρει τις πολλαπλές προκλήσεις στο θεμελιώδες για την Πολιτική πεδίο της συγκυρίας. Είναι, επομένως, ανακόλουθο, αν όχι κακόηθες, να γίνεται λόγος για πολιτική στροφή του κ. Τσίπρα. Δεν έκανε τίποτε άλλο από το να προσαρμοστεί, όπως είχε υποχρέωση, στον συσχετισμό δυνάμεων που είχε ενώπιόν του, μετατοπίζοντας, αναγκαστικά, και το κέντρο βάρος της πολιτικής του πράξης. Από τη μια μεριά είχε τη χρεοκοπία και την πλήρη καταστροφή κι από την άλλη ένα επώδυνο πρόγραμμα. Το πρωταρχικό μέλημα είναι σαφές. Προηγείται ο αποκλεισμός της πλήρους καταστροφής κι έπεται, ως δευτερεύον συγκρουσιακό πεδίο, η διαπραγμάτευση και η γενικότερη διαχείριση στο εσωτερικό και το εξωτερικό της νέας συμφωνίας. Η μεταφορά δε αυτής της πραγματολογικής ιεράρχησης σε πεδίο ατομικής συνείδησης αφαιρεί την κρίση του όλου σε όφελος του ατομικού, γεγονός που μεταθέτει, εξ αντικειμένου, την πολιτική από το συλλογικό πεδίο πραγμάτωσης σε μιαν ατομική, ψυχολογικής υφής, υπόθεση.
Όταν, επομένως, οι βουλευτές της πλειοψηφίας καταψηφίζουν, δεν δικαιούνται, κατά τη γνώμη μου, να προβάλλουν συνειδησιακού τύπου δικαιολογίες γιατί το θέμα δεν τίθεται ανάμεσα σε ένα προσωπικό αγαθό συναισθηματικής αξίας και σε μια συλλογική επιλογή. Δεν έχουν να διαλέξουν, για παράδειγμα, ανάμεσα στη ζωή του παιδιού τους που απειλείται με αφανισμό και στην αποκάλυψη ενός μυστικού κάποιου αντιστασιακού αγώνα. Η θέση τους είναι ή πρέπει να είναι αντικειμενικά ουδέτερη: Μπροστά τους έχουν τη χρεοκοπία με ό,τι αυτό συνεπάγεται και μια δυνατότητα στενωπού που, ίσως οδηγήσει και σε μελλοντική έξοδο από την κρίση. Εκτός αν τα διλήμματά τους δεν είναι αυτά. Εκτός αν διαλέγουν ανάμεσα σε δικά τους ισοδύναμα. Που όμως δεν μας έχουν καταστήσει σαφή. Η προτροπή του πρωθυπουργού για τη δημοσιοποίηση μιας άλλης λύσης, που ακόμη δεν έχει αρθρωθεί, αποκαλύπτει την αμηχανία.
Υπάρχουν στιγμές όπου η «ιδεολογική καθαρότητα» παράγει τερατουργήματα. Υπάρχουν στιγμές όπου η ναρκισσιστική αυτάρκεια είναι καταστροφική. «Κανείς δεν είναι πιο αριστερός από εμένα», είπε ο κ. πρωθυπουργός και κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει τη ρήση του. Αυτός αναγκάστηκε να ξεπεράσει τα όριά του. Ας ξεπεράσουν κι οι βουλευτές και υπουργοί τα δικά τους. Αυτό που διακυβεύεται ενόψει της γενικότερης πολιτικής κατάστασης και της έλλειψης ουσιαστικά αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης είναι πολύ μεγάλο για ευαισθησίες προσωπικού χαρακτήρα. Ας αποδεχθούν το βάρος της ιστορίας που ελευθέρως ανέλαβαν και αναλογιζόμενοι τις συνέπειες ας πορευθούνε. Αν ο κ. Τσίπρας αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σκάφος, η Ελλάδα, εκτός από την οικονομική κρίση, θα μπει και σε πολιτική περιδίνηση. Κι αυτό κανείς δεν έχει δικαίωμα να το κάνει «λόγω προσωπικής ευαισθησίας» σε έναν ολόκληρο λαό που πέρασε και θα περάσει ακόμα πολλά βάσανα.
* Η Λίλα Χαμπίπη είναι σ. δικηγόρος, συγγραφέας