Live τώρα    
Στο επίκεντρο της "θερινής" συνέντευξης Μέρκελ το χρέος / Διαπραγματεύσιμη η επιμήκυνση αποπληρωμής και η μείωση των επιτοκίων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στο επίκεντρο της "θερινής" συνέντευξης Μέρκελ το χρέος / Διαπραγματεύσιμη η επιμήκυνση αποπληρωμής και η μείωση των επιτοκίων

Παραμένει το ελληνικό ζήτημα στο επίκεντρο, με πλήθος δηλώσεων ξένων ηγετών και πολιτικών. Το ότι υπάρχει θέμα χρέους αναγνωρίζει η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Η καγκελάριος θεωρεί διαπραγματεύσιμο το ενδεχόμενο επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής των δανείων και μείωσης των επιτοκίων για την Ελλάδα, αλλά απορρίπτει κατηγορηματικά την πιθανότητα κουρέματος, καθώς κάτι τέτοιο στο πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης δεν μπορεί να γίνει. Σε ό,τι αφορά το Grexit, η Άν. Μέρκελ εξηγεί ότι η επιλογή υπήρχε στο τραπέζι, αλλά επελέγη άλλος δρόμος.

«Εξαρτάται από το τι φαντάζεται κανείς ως Grexit. Διότι το ίδιο το Grexit δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνο η δυνατότητα από κοινού με την Ελλάδα να βαδίσουμε έναν δρόμο ή να προκαλέσουμε χαοτική κατάσταση, διότι δεν θα υπήρχε κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών ή των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων», τόνισε η Γερμανίδα καγκελάριος κατά την καθιερωμένη «θερινή» συνέντευξή της στο πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD και πρόσθεσε ότι «γι' αυτό υπήρχε αυτή η επιλογή στο τραπέζι, αλλά επιλέξαμε άλλη και αυτό μετράει, το ποιο δηλαδή ήταν το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων, οι οποίες κράτησαν και πάρα πολύ». Μετράει λοιπόν ότι υπάρχει εντολή για διαπραγματεύσεις για ένα τρίτο πρόγραμμα βοήθειας, συνέχισε και επισήμανε ότι «σε αυτό συμφώνησαν τα 19 κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, και αυτό πρέπει τώρα να υλοποιηθεί».

Σε ό,τι αφορά τα επιχειρήματα του ΔΝΤ αλλά και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων υπέρ της μείωσης του ελληνικού χρέους, η Μέρκελ ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα έχει λάβει ήδη ελαφρύνσεις. «Είχαμε για τους ιδιώτες πιστωτές ένα εθελοντικό κούρεμα, έχουμε ήδη επιμηκύνει τους χρόνους αποπληρωμής και χαμηλώσει τα επιτόκια και για τέτοιες δυνατότητες μπορούμε τώρα να συζητήσουμε πάλι. «Αυτό είναι μέρος της επιθυμίας τού να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη, το ότι ένα κούρεμα δεν είναι δυνατόν» τόνισε. Παράλληλα κάλεσε να επιταχυνθούν οι διαπραγματεύσεις για να επιστρέψει η Ελλάδα στην "κανονικότητα".

Από την πλευρά του, ο σοσιαλιστής αντικαγκελάριος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ εξέφρασε την πεποίθηση ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες η ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις και τόνισε ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει το πλεονέκτημα πως δεν ανήκει στο παλιό σύστημα της χώρας.

«Το αν θα τα καταφέρουμε εξαρτάται από το εάν θα μπορέσουμε με την ελληνική κυβέρνηση να υλοποιήσουμε αυτές τις μεταρρυθμίσεις και να πείσουμε τον λαό ότι πρόκειται για έναν δρόμο προκειμένου να ανακτήσει τη θέση της και να μην γίνεται μονίμως αποδέκτης ελεημοσύνης», δήλωσε στη «θερινή» συνέντευξή του.

"Μια έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα στοιχίσει στην Γερμανία πολύ περισσότερα χρήματα, αλλά ακόμη χειρότερο είναι ότι στην Ελλάδα θα ζήσουμε σκηνές τις οποίες πιστεύω όλοι μας ως Ευρωπαίοι δεν θέλουμε», επεσήμανε.

Ο εκπρόσωπος του γερμανικού ΥΠΟΙΚ Μάρτιν Γιέγκερ τόνισε πάντως ότι το Βερολίνο θα παρακολουθεί πολύ προσεκτικά την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για το ελληνικό πρόγραμμα. Αναμένει μάλιστα ότι θα είναι δύσκολες διαπραγματεύσεις. "Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι εμείς θα παρακολουθούμε τη διαδικασία πολύ - πολύ προσεκτικά", είπε ο Γιέγκερ.

Άρθρο πρώην υπουργών στη "Le Monde"

Ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε πανευρωπαϊκό επίπεδο

Με άρθρο τους στην εφημερίδα «Le Monde», τέσσερις Ευρωπαίοι πολιτικοί θέτουν το ερώτημα: «Είναι ακόμα δυνατόν για έναν λαό στην Ευρώπη να επιλέξει μια πολιτική που είναι σε ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές;».

Πρόκειται για τον Γάλλο πρώην πρωθυπουργό Μισέλ Ροκάρ, τον Βέλγο πρώην υπουργό Οικονομικών και επίτιμο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων Φιλίπ Μεϊστάντ, τον Ισπανό πρώην υπουργό Εξωτερικών Μιγκέλ Άνχελ Μορατίνος και τον Πιέρ Λαρουτυρού, εκπρόσωπο του νέου γαλλικού πολιτικού κόμματος "Nouvelle Donne", που τοποθετείται στην Αριστερά.

To άρθρο έχει για τίτλο «Ελλάδα: όλοι μας έχουμε διάθεση να είμαστε αλληλέγγυοι, δεν έχουμε όμως διάθεση να πληρώσουμε». Οι τέσσερις άνδρες αναρωτιούνται «πώς θα ξεφύγουμε από αυτήν τη σχιζοφρένεια;», διαπιστώνουν πως «η γηραιά Ευρώπη ψυχορραγεί» και παραθέτουν τις ιδέες τους για την ανοικοδόμηση μιας «νέας Ευρώπης».

Το πρώτο συναίσθημα που οι αρθρογράφοι εκφράζουν είναι «μια δειλή ανακούφιση», καθώς «η Ευρώπη πέρασε τόσο κοντά από την καταστροφή, που δεν θα θέλαμε να δούμε από κοντά τις λεπτομέρειες της συμφωνίας». Παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουν πόσο υψηλό είναι «το τίμημα» για τη μη έξοδο της Ελλάδας και τη μη διάλυση της Ευρωζώνης.

Αναγνωρίζουν ότι τα μέτρα δεν είναι παρά «κατάλογος φρικαλεοτήτων», ενώ συμμερίζονται επίσης τον θυμό του ελληνικού λαού που νιώθει ότι «η ψήφος του καταπατήθηκε».

Παραπέμποντας στο παράδειγμα διαγραφής γερμανικού χρέους το '53 αναρωτιούνται γιατί δεν μπορεί να γίνει το ίδιο και για την Ελλάδα και υποστηρίζουν πως «θα πρέπει να εξηγήσουμε στους πολίτες ότι τα λογιστικά ενός κράτους δεν είναι τα ίδια με αυτά μιας οικογένειας - και να προχωρήσουμε στην ανοικοδόμηση μιας νέας Ευρώπης».

Επισημαίνουν πως «η Ευρώπη βρίσκεται σε σημαντικό σταυροδρόμι. Από το 2008 δώσαμε πολλά στις τράπεζες - και οι λαοί συνεχίζουν να σφίγγουν τη ζωστήρα. Η γηραιά Ευρώπη ψυχορραγεί.". Προτείνουν ένα «ταμείο αλληλεγγύης» με στόχο την κοινωνική σύγκλιση, με τη χρήση των 1.200 δισ. ευρώ που προβλέπεται να εκδώσει η ΕΚΤ τους επόμενους μήνες για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας και ιδιαίτερα για τη μετάβαση σε πράσινες μορφές ενέργειας - κάτι που αναμένεται να τονώσει την οικονομική δραστηριότητα στη Γερμανία, στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα. Υποστηρίζουν πως η νέα Ευρώπη θα πρέπει να είναι δημοκρατική: Η εξουσία δεν θα πρέπει να είναι στα χέρια των λόμπι και των τεχνοκρατών, αλλά η πολιτική της να καθορίζεται ανά πενταετία από την ψήφο των πολιτών - οι δε πολιτικές να εφαρμόζονται από μία κυβέρνηση που θα λογοδοτεί σε ένα Κοινοβούλιο. Η Ευρώπη αυτή, θα πρέπει να είναι προικισμένη και με διπλωματία και άμυνα, που να της εξασφαλίζουν τις δυνατότητες μιας δύναμης ειρήνης στον κόσμο.

Καταλήγοντας, οι τέσσερις Ευρωπαίοι πολιτικοί υπενθυμίζουν ότι από το 1989 οι Γερμανοί ηγέτες ζητούσαν τη δημιουργία μιας πολιτικής Ευρώπης. «Κάθε φορά όμως την ιδέα κλωτσούσαν οι Γάλλοι». Αυτή τη φορά όμως «δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0