ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
Στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης που ουσιαστικά είχε τελειώσει στο λεγόμενο Brussels Group, οι δανειστές αναίρεσαν την πρόοδο με διάφορα προσχήματα τα οποία ενέπλεκαν ειδικά τον ρόλο του ΔΝΤ. Σκοπός η επαναφορά με απαράδεκτο τρόπο, λίγο πριν από τη λήξη της τετράμηνης παράτασης, αξιώσεων για περικοπές των συντάξεων κύριων και επικουρικών κατά 1,8 δισ. ετησίως για το 2016-2017 και αυξήσεων στον ΦΠΑ με κατάργηση του χαμηλού συντελεστή και με δύο συντελεστές 11% (τρόφιμα, φάρμακα και ξενοδοχεία) και 23% σε όλα τα υπόλοιπα (που σημαίνει αυξήσεις σε ηλεκτρικό ρεύμα, εστίαση, βιβλία, εισιτήρια κ.λπ.) και κατάργηση μειώσεων και εξαιρέσεων περιλαμβανομένων των νησιών.
Ενδεικτικά η αύξηση στην τιμή των φαρμάκων θα είναι 4,22%, σε ηλεκτρικό, νερό, αέριο, δαπάνη εστίασης 8,84%, σε βιβλία και εισιτήρια παραστάσεων 15,5%.
Οι προτάσεις των θεσμών οδηγούν σε φαύλο κύκλο ύφεσης, ανεργίας και μαζικής φτωχοποίησης της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, νέας μεγάλης πτώσης του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με ισχυρή πληθωριστική επίπτωση της τάξης του 4,5% από την αύξηση του ΦΠΑ. Είναι προφανές ότι δεν υπηρετούν καμιά οικονομική λογική, απλώς πλέον φαίνεται ότι όχι μόνο έχουν πολιτικό χαρακτήρα, αλλά μάλλον ότι συνιστούν ανοιχτά εχθρική στάση απέναντι στη χώρα, τον λαό, την κυβέρνηση και τη Δημοκρατία.
Η ΕΚΤ συμμετέχει ως ένας από τους τρείς θεσμούς στη διαπραγμάτευση μαζί με την Κομισιόν και το ΔΝΤ. Ωστόσο αποτελεί ένα ανεξάρτητο θεσμικό όργανο της Ε.Ε. υποχρεωμένη από τις συνθήκες να λαμβάνει τις αποφάσεις της μόνο στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής και με βάση τη διαφύλαξη της νομισματικής σταθερότητας. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό, αιτιολόγησε η ίδια την απόκτηση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στη δευτερογενή αγορά σε χαμηλές τιμές την κρίσιμη περίοδο του 2011-12 με βάση το πρόγραμμα SMP. Αυτά άλλωστε είναι τα ομόλογα που κατέχει, ύψους 27 δισ., λήξεων 2015-2026.
Η χώρα καλείται να τα αποπληρώσει στην ονομαστική τους αξία και έχει συμφωνηθεί τα κέρδη από αυτά να μας επιστραφούν. Τα κέρδη αυτά έχουν καταστεί μέρος των δόσεων και αντικείμενο της διαπραγμάτευσης και των μέτρων που ζητούν οι δανειστές, κάτι όμως που δεν είναι νόμιμο, διότι η αγορά των ομολόγων έγινε στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής και για τον λόγο αυτόν δεν εντάχθηκαν στο PSI, όπως θα συνέβαινε εάν δεν είχαν αγοραστεί από την ΕΚΤ και είχαν μείνει στα χέρια των ιδιωτών (κυρίως γαλλικών και γερμανικών τραπεζών).
Η ΕΚΤ, που μάλιστα αξιώνει την εξόφλησή τους στο ακέραιο και διανέμει τα κέρδη, δεν μπορεί να είναι και μέρος των θεσμών για να διαπραγματεύεται και να υπαγορεύει την οικονομική πολιτική της χώρας. Αυτή η θέσης της έχει νομικές συνέπειες στις αποφάσεις που λαμβάνει για την αναχρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω ELA και γενικότερα.
Έτσι όπως προτείνει στην υπόθεση C-62/14 ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ε.Ε., η ΕΚΤ πρέπει «να απέχει από κάθε άμεση παρέμβαση στα προγράμματα χρηματοδοτικής βοήθειας» [βλ. σημείο 203 προτεινόμενη απάντηση της εισήγησης του γενικού εισαγγελέα στο Δικαστήριο της Ε.Ε. για το ανάλογο του SMP πρόγραμμα OMT της ΕΚΤ]. Άλλωστε η ίδια δήλωσε στο Δικαστήριο ότι σκοπός της ΕΚΤ (κατά την αγορά ομολόγων) «δεν είναι η βελτίωση των όρων χρηματοδότησης συγκεκριμένων κρατών μελών ή η επιβολή όρων στις οικονομικές πολιτικές τους, αλλά η αποκατάσταση των διαύλων μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής» [βλ. σημείο 104 της ίδιας].
Στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές η ΕΚΤ όχι μόνο λαμβάνει μέρος ενεργά, αλλά έχει συνταχθεί συχνά με τη σκληρή γραμμή του ΔΝΤ και με την απαίτηση για μεγάλες περικοπές στις συντάξεις, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη δήλωση στις 15.6.2015 του Διοικητή της κ. Ντράγκι ότι «η συμφωνία χρειάζεται να εξασφαλίζει ανάπτυξη, κοινωνική δικαιοσύνη και να έχει δημοσιονομικό νόημα».
Είναι σαφές ότι οι προτάσεις των δανειστών, μεταξύ των οποίων και της ΕΚΤ, κάθε άλλο παρά υπηρετούν τους στόχους αυτούς. Αντίθετα ωθούν την κυβέρνηση στην απόρριψή τους, λίγο πριν από τη λήξη της παράτασης, με τους δανειστές να απειλούν ξαφνικά με δηλώσεις και διαρροές για δήθεν δύσκολη κατάσταση στην Ελλάδα, τέτοια που θα αναγκάσει να επιβάλει ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων.
Η φιλολογία αυτή σκοπό έχει να δημιουργήσει συνθήκες υποχώρησης της κυβέρνησης στις απαιτήσεις των δανειστών, αλλά δεν έχει νομικά και οικονομικά ερείσματα και θα πρέπει να αποκρουστεί πρωτίστως στο πεδίο της πολιτικής.
Οι δανειστές δεν μπορούν να επιβάλουν στη χώρα παρά τη θέλησή της περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και πληρωμών.
Η απόφαση για τέτοιου είδους περιορισμούς, με βάση τις συνθήκες, ανήκει μόνο στη χώρα που αφορά και γίνεται κατόπιν δικής της αίτησης, στο πλαίσιο του άρθρου 65 ΣΛΕΕ και αφορά την περίπτωση μέτρων φορολογικής νομοθεσίας, προληπτικής εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων και λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Καμιά από αυτές τις συνθήκες δεν συντρέχει στη χώρα ούτε φυσικά και πρόκειται να επέλθει αν δεν ολοκληρωθεί έως τις 30.6 η τελευταία αξιολόγηση που εκκρεμεί από τον Δεκέμβριο.
Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να υποβάλει τέτοια αίτηση ούτε η Κομισιόν ή το Συμβούλιο έχουν τρόπο να την εξαναγκάσουν.
Στα άρθρα 64 παρ. 3 ΣΛΕΕ προβλέπεται η δυνατότητα λήψης αποφάσεων από το Συμβούλιο ομόφωνα για περιορισμό κίνησης κεφαλαίων (όχι των πληρωμών) και μόνο από ή προς τρίτες χώρες, όχι εντός της Ε.Ε. Δεν μπορεί να γίνει χρήση της διάταξης, αφού χρειάζεται ομοφωνία. Ενώ το άρθρο 66, που αφορά τις επείγουσες περιπτώσεις, χρειάζεται πρόταση της Κομισιόν και διαβούλευση με την ΕΚΤ, αλλά αφορά μέτρα εναντίον τρίτων χωρών, αν από την προς αυτές ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων προκαλούνται σοβαρές δυσχέρειες στην ΟΝΕ.
Δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο εξαναγκασμού της χώρας να διαπραγματεύεται με περιορισμούς κινήσεων κεφαλαίων και άρα να είναι ευάλωτη στην ασκούμενη πίεση.
Η ΕΚΤ, εξάλλου, δεν μπορεί να διακόψει την παροχή ELA, γιατί αυτός χορηγείται σε φερέγγυες τράπεζες και τόσο η επικεφαλής του εποπτικού μηχανισμού όσο και ο Διοικητής της ΕΚΤ έχουν δηλώσει ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι φερέγγυες και θα έχουν πρόσβαση στον ELA. Βέβαια γίνεται συζήτηση για μεγαλύτερη μείωση της αξίας των ενεχύρων που προσκομίζουν οι τράπεζες για αναχρηματοδότηση, που σήμερα κυμαίνεται στο 23% - 30%. Πράγματι, αν γίνει κάτι τέτοιο, θα είναι έμμεση περικοπή του ύψους του ELA και, ανάλογα με το ποσοστό, θα συνιστά μείωση ή και ολοσχερή σχεδόν περικοπή του.
Ωστόσο, στοΝ βαθμό που η έκθεση των τραπεζών σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου είναι πολύ μικρή, μια τέτοια απόφαση θα είναι μη νόμιμη, θα κινείται εκτός του πεδίου της νομισματικής πολιτικής και θα εντάσσεται φανερά σε μια προσπάθεια της ΕΚΤ να υπαγορεύσει ή και να εκβιάσει έμμεσα την οικονομική πολιτική της χώρας.
Μια τέτοια απόφαση μπορεί να προσβληθεί από την κυβέρνηση και την ΤτΕ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ στο Δικαστήριο της Ε.Ε. και να πετύχουν αναστολή ισχύος της απόφασης της ΕΚΤ με το άρθρο 278 ΣΛΕΕ, αφού σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα συντρέχουν τόσο το επείγον όσο και η σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη της ελληνικής οικονομίας, ενώ περαιτέρω είναι σαφές ότι η όποια αιτιολογία της ΕΚΤ θα είναι τρωτή, μη νόμιμη και αντιφατική, επηρεασμένη από τη συμμετοχή της στη διαπραγμάτευση.
Όμως δεν χρειάζεται να φτάσουμε έως εκεί. Χρειάζεται η ανάπτυξη ενός πολιτικού κινήματος ανάκτησης των καταθέσεων και διάλυσης των μύθων των ελέγχων κεφαλαίων ή της αλλαγής νομίσματος.
Εάν δεν υπάρχουν εκροές καταθέσεων, δεν χρειάζεται η ΤτΕ να ζητεί από την ΕΚΤ αύξηση του ELA και δεν υπάρχει και λόγος να αποφασίσει η ΕΚΤ για την αξία των ενεχύρων.
Στην Κύπρο ή την Ισλανδία, που αναφέρονται ως παραδείγματα, χρειάστηκαν οι έλεγχοι κεφαλαίων για να συμμετέχουν οι τραπεζικές καταθέσεις στη διάσωση των ίδιων των τραπεζών. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται ζήτημα: οι τράπεζες είναι πλήρως κεφαλαιοποιημένες από το ΤΧΣ και το πρόβλημα είναι το κρατικό χρέος.
Οι καταθέσεις είναι διασφαλισμένες και οι τράπεζες είναι φερέγγυες. Η ελληνική κυβέρνηση είναι δεσμευμένη στο ευρώ, δεν υπάρχει κανένα θέμα αλλαγής νομίσματος.
Όλο σχεδόν το χρέος της χώρας είναι προς το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, το EFSF και τις χώρες της Eυρωζώνης, 240 δισ. και τυχόν καθυστέρηση των πληρωμών αυτών δεν αποτελεί πτωχευτικό ή πιστωτικό γεγονός και δεν επηρεάζει τις ελληνικές τράπεζες. Τα χρέη της κυβέρνησης προς τους ιδιώτες πιστωτές, περίπου 34 δισ., απλώνονται από το 2017 έως το 2042.
Ως εκ τούτου η αποφυγή άσκοπων αναλήψεων και η επιστροφή των καταθέσεων δίνει στη χώρα μια μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ, που θα οδηγήσει και σε μια πολύ καλή συμφωνία, που θα σημάνει το τέλος της ύφεσης και της λιτότητας.