Live τώρα    
Υποχρέωση των εταίρων στο Eurogroup η αποδοχή του ελληνικού αιτήματος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Υποχρέωση των εταίρων στο Eurogroup η αποδοχή του ελληνικού αιτήματος

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Μετά τo τελευταίο Eurogroup, όπου τέθηκε το ζήτημα της παράτασης της υφιστάμενης σύμβασης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης που έχει συναφθεί μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, υπεβλήθη σχετικό αίτημα από την ελληνική κυβέρνηση προς το Eurogroup, το οποίο θα εξεταστεί σήμερα.

Η κυρίαρχη ερμηνεία στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, αλλά και από τους εγχώριους απολογητές του Μνημονίου, θέλει τη δανειακή σύμβαση αδιαχώριστη από το συγκεκριμένο πρόγραμμα - Μνημόνιο που είχε συμφωνηθεί τον Μάρτιο του 2012.

Υπό την έννοια αυτή, η πίεση στην ελληνική κυβέρνηση το διάστημα αυτό αφορούσε τη συμπερίληψη στην αίτηση παράτασης όχι μόνο της δανειακής σύμβασης αλλά και του υφιστάμενου προγράμματος.

Βέβαια, η κυβέρνηση, στο πλαίσιο της καλόπιστης διαπραγμάτευσης, συμφώνησε στην υποβολή αιτήματος για παράταση της δανειακής σύμβασης κάτι που τεχνικά - νομικά διευκολύνει την έγκριση από τους εταίρους, στον βραχύ χρόνο, σε σχέση με την κατάρτιση μιας νέας συμφωνίας - γέφυρα έστω και προσωρινού χαρακτήρα, που θα απαιτούσε διαδικαστικά και ουσιαστικά περισσότερο χρόνο.

Η αίτηση παράτασης της δανειακής σύμβασης αφορά κατ' αρχάς το μη εκτελεσθέν μέρος αυτής, για το οποίο εκκρεμεί και η 5η αξιολόγηση που δεν έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2014. Το κάθε κεφάλαιο χρηματοδοτικής διευκόλυνσης συνοδεύονταν από ένα ορισμένο πρόγραμμα, τα μέτρα του οποίου εξειδίκευε η τρόικα και η εκταμίευση των ορισθέντων ποσών γίνονταν υπό τον όρο της υλοποίησης όσων ειδικά υποδεικνύονταν ή σπάνια άλλων δημοσιονομικά ισοδύναμων, αν αφορούσαν μόνο ποσοτικούς στόχους εσόδων ή δαπανών.

Το πρόγραμμα όμως αυτό είναι αντικείμενο συμφωνίας και διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο της συνθήκης ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας).

Στο άρθρο 13 της συνθήκης ESM με τίτλο «Διαδικασία για τη χορήγηση στήριξης σταθερότητας» στην παράγραφο 3 αναφέρουν ότι «εφόσον εγκριθεί απόφαση για χρηματοδοτική ενίσχυση, τότε ανατίθεται στην Κομισιόν (σε συνεργασία με την ΕΚΤ και εφόσον είναι εφικτό με το ΔΝΤ) να διαπραγματευτεί με το ενδιαφερόμενο μέλος τους όρους που θα συνδέονται με τη διευκόλυνση χρηματοπιστωτικής συνδρομής».

Είναι προφανές ότι εφόσον έχουμε εν όψει αίτημα παράτασης της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, το οποίο μάλιστα οι ίδιοι οι εταίροι θέλησαν να ζητήσουμε, αυτονόητο είναι ότι οι συγκεκριμένοι όροι που θα το συνοδεύουν είναι αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης.

Ειδικά λοιπόν ως προς το μη εκτελεσθέν μέρος της δανειακής σύμβασης, η αίτηση παράτασης δεν είναι νομικά υποχρεωτικό να εμπεριέχει και αίτημα παράτασης ως προς την εφαρμογή του συγκεκριμένου προγράμματος υπό την έννοια της υπόσχεσης εφαρμογής του.

Προφανώς, η νέα κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να απαλλαγεί από τις υπόλοιπες δεσμεύσεις του υφιστάμενου προγράμματος, να προτείνει ένα άλλο οικονομικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, την αντικατάσταση όλων των προβληματικών ρυθμίσεων και την αποκατάσταση των προβλημάτων που η λιτότητα και η ύφεση δημιούργησαν και στο τέλος να καταλήξει σε μια άλλη βραχυπρόθεσμη συμφωνία για την ολοκλήρωση της υπάρχουσας δανειακής σύμβασης.

Η αίτηση που υποβλήθηκε κινείται ακριβώς σε αυτό το πνεύμα. Είναι μέσα στο υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο συνδέει κάθε χρηματοδοτική ενίσχυση ή καταβολή με τη συμφωνία των μερών, η οποία εμπεριέχει ακριβώς και τη διαπραγμάτευση των όρων της ενίσχυσης και όχι μόνο αποδοχή ή απόρριψη.

Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να είναι δεδομένη από την αρχή. Αντιθέτως, προϋπόθεση για την κατάρτισή της είναι η διαπραγμάτευση των μερών μετά την έγκριση του αιτήματος χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.

Στο σύστημα της συνθήκης ESM είναι δύο σαφώς διακεκριμένες φάσεις. Τόσο διαδικαστικά όσο και ουσιαστικά προηγείται η έγκριση του αιτήματος χρηματοδότησης και έπεται η διαπραγμάτευση των όρων αυτής, για το περιεχόμενο της οποίας ορίζεται μόνο «ότι αντικατοπτρίζει τις αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν».

Το πλαίσιο αυτό συσκοτίζεται και αποσιωπάται, διότι πρόκειται για παράταση υφιστάμενης σύμβασης και όχι για κατάρτιση εξαρχής νέας. Η κυβέρνηση είχε ζητήσει την εξαρχής κατάρτιση μιας νέας σύμβασης που εν όψει των χρονικών περιθωρίων δεν μπορούσε παρά να είναι μια μεταβατική σύμβαση - συμφωνία γέφυρα. Οι εταίροι, με επιμονή της Γερμανίας, αντιπρότειναν την υποβολή αιτήματος παράτασης, αυτό όμως δεν αλλάζει την ουσία.

Η παράταση της σύμβασης απαλλάσσει μόνο από την εκ νέου έγκριση χρηματοδοτικής συνδρομής, με εκ νέου καθορισμό των μέσων και του ύψους αυτής και υπό την έννοια αυτή πράγματι παρέχει την αναγκαία για την περίσταση ευελιξία που θα ήθελαν οι εταίροι για τις δικές τους εγκρίσεις ως προς το χρηματοδοτικό σκέλος.

Οι όροι όμως παροχής της χρηματοδοτικής συνδρομής είναι πάντα διαπραγματεύσιμοι, εναλλάξιμοι, μεταβλητοί και υποκατάστατοι από άλλους ελεύθερα και χωρίς δεσμεύσεις.

Κατ' αρχάς, αυτό προβλέπουν οι ίδιες οι συνθήκες και δεν υπάρχει διάκριση στο σημείο αυτό μεταξύ μιας νέας έγκρισης χρηματοδοτικής συνδρομής και χρονικής παράτασης της ισχύος υφιστάμενης έγκρισης χρηματοδοτικής συνδρομής.

Το γεγονός ότι η υφιστάμενη έγκριση συνοδεύεται ήδη από συγκεκριμένους όρους -το τρέχον Μνημόνιο- δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, ότι η παράταση της έγκρισης εμπεριέχει νομικά και την παράταση των όρων που τη συνοδεύουν. Αντίθετα στην περίπτωση αυτή ανακύπτει με μεγαλύτερη ένταση η ανάγκη επαναπροσδιορισμού αυτών.

Αυτό επιβάλλει ο χρόνος που εν τω μεταξύ παρήλθε και η αναγκαία επανεκτίμηση των επιπτώσεων των ήδη ληφθέντων μέτρων. Ιδίως όμως αυτό επιβάλλει η εν τω μεταξύ κυβερνητική αλλαγή, που έχει καταστήσει την εκπεφρασμένη βούληση της μίας πλευράς της σύμβασης, της ελληνικής κυβέρνησης, αντίθετη με τα τότε συμφωνηθέντα. Επιπλέον, είναι και μέρος της φυσιολογικής οικονομικής ζωής και πραγματικότητας, ακριβώς διότι η εφαρμογή διάφορων μέτρων παράγει ορισμένα αποτελέσματα που κρίνονται.

Τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στη χώρα, ως όροι του Μνημονίου χρηματοδοτικής συνδρομής, αποδείχτηκε περίτρανα ότι έχουν καταστρέψει τον παραγωγικό ιστό της χώρας, οδήγησαν σε ανθρωπιστική κρίση και οικονομικό μαρασμό. Η συνέχιση και η περαιτέρω εμβάθυνση μάλιστα των μέτρων λιτότητας δεν βοηθούν ούτε τους ίδιους του πιστωτές, αφού χωρίς οικονομική ανάπτυξη δεν υπάρχει βιωσιμότητα χρέους, το οποίο η ύφεση καθιστά όλο και μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ και άρα αδύνατο να αποπληρωθεί.

Αντίθετα, το πρόγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης όχι μόνο δεν αποκλίνει, αλλά είναι απόλυτα συμβατό με τη βασική αρχή της οικονομικής πολιτικής της Ε.Ε., που έχει ως στόχο την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη, την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ).

Δεν μπορεί να υποχρεωθεί η νέα ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το οικονομικό της πρόγραμμα εξαιτίας των δεσμεύσεων που έλαβαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις ως συνοδευτικές πολιτικές ενός χρηματοδοτικού προγράμματος, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης που έκαναν ή δεν έκαναν εκείνες.

Κάθε έγκριση αιτήματος χρηματοδότησης, όπως τέτοια είναι και η χρονική παράταση της ισχύος της προβλεπόμενης ήδη χρηματοδότησης, συνοδεύεται με βάση το κανονιστικό πλαίσιο και από μια δική της συμφωνία - πρόγραμμα, το οποίο ειδικά για την περίπτωση της παράτασης δεν είναι υποχρεωτικά αυτό που είχε πριν συμφωνηθεί. Μπορεί να είναι ελεύθερα και οποιοδήποτε άλλο.

Εφόσον δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στις συνθήκες, ούτε καν στη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, ότι στην περίπτωση της ειδικής έγκρισης χρονικής παράτασης εξακολουθούν και οι υφιστάμενοι όροι, τότε ισχύει η γενική διάταξη περί ανάγκης συμφωνίας των μερών.

Το Eurogroup πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να το αποδεχτεί. Πάντως, η όποια απόφασή του, υπόκειται για τη συμβατότητά της με τις συνθήκες στον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που αφορά ειδικά και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (άρθρο 27 της συνθήκης ESM) ενώ περαιτέρω, η απόφαση του Δικαστηρίου είναι υποχρεωτική και δεσμεύει όλα τα μέρη.

Το υφιστάμενο πρόγραμμα - Μνημόνιο κρίθηκε και απορρίφθηκε από τον ελληνικό λαό στις 25 Ιανουαρίου και οι κυβερνήσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών έχουν τη δημοκρατική και αλληλέγγυα υποχρέωση να δεχτούν έναντι της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, που παρατείνεται, την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής πολιτικής της νέας ελληνικής κυβέρνησης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0