Live τώρα    
Το σκληρό παιχνίδι της ΕΚΤ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το σκληρό παιχνίδι της ΕΚΤ

ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΚΟΥΤΕΝΤΑΚΗ*

Η απόφαση της ΕΚΤ να σταματήσει να δέχεται τα ομόλογα και τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως ενέχυρα για την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες ήταν σίγουρα ανορθόδοξη κίνηση. Επί της ουσίας δεν έχει καμία πρακτική σημασία, εφόσον οι τράπεζες μπορούν να προσφύγουν στον ELA, με λίγο υψηλότερο επιτόκιο (1,55%) έναντι του σχεδόν μηδενικού (0,05%) από τον απευθείας δανεισμό της ΕΚΤ.

Όμως η ιδιαιτερότητα δεν αφορούσε τόσο το περιεχόμενο όσο τη χρονική στιγμή της απόφασης. Η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη για τις 28 Φεβρουαρίου, όπου θα έληγε και τυπικά η παράταση του ελληνικού προγράμματος. Η συγκεκριμένη απόφαση είναι παρέμβαση στις διαπραγματεύσεις που διεξάγει η ελληνική κυβέρνηση με τους πιστωτές της (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ίδια η ΕΚΤ). Ειδικότερα, ερμηνεύθηκε ως πίεση και προς τις δύο πλευρές να καταλήξουν γρήγορα σε κάποια συμφωνία. Όμως αυτή η επιτάχυνση της διαδικασίας από την ΕΚΤ έχει έντονο πολιτικό χαρακτήρα, που δύσκολα συμβιβάζεται με τον θεσμικό της ρόλο.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέφρασε επιφυλάξεις για τη συμμετοχή της ΕΚΤ στην τρόικα. Το σκεπτικό είναι πως δεν γίνεται το ίδιο όργανο να καθορίζει και επιτηρεί την εφαρμογή ενός προγράμματος και ύστερα να αποφασίζει την παροχή ρευστότητας στηριζόμενο στην ύπαρξη του ίδιου προγράμματος. Αυτή η διπλή αρμοδιότητα αναθέτει ευθύνες πιο διευρυμένες από την άσκηση νομισματικής πολιτικής. Η τελευταία απόφαση της ΕΚΤ έχει πρόσθετες πτυχές που δεν συνάδουν με τον θεσμικό ρόλο της.

Πρώτον, διακινδύνευσε να προκαλέσει αναταραχή στις αγορές και να επιτρέψει κερδοσκοπικά παιχνίδια. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο από την αποστολή της ΕΚΤ, που υποτίθεται πως λειτουργεί ως εγγυητής της χρηματοοικονομικής και τραπεζικής σταθερότητας. Η απόφαση δεν προκάλεσε προβλήματα ακριβώς γιατί υπήρξαν ψύχραιμες αντιδράσεις από όλες τις πλευρές. Αυτό όμως δεν ήταν δεδομένο από την αρχή.

Δεύτερον, η δικαιολόγηση της απόφασης ήταν αυτολεξεί πως «δεν είναι δυνατόν να υποτεθεί μια επιτυχής έκβαση της αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος», δηλαδή η απόφαση προεξοφλεί το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ενώ είναι σε εξέλιξη. Αυτή η συμπεριφορά ταιριάζει περισσότερο σε οίκους αξιολόγησης που ενδιαφέρονται για τα συμφέροντα των πελατών τους και λιγότερο σε μια κεντρική τράπεζα που αποτελεί θεσμικό όργανο της Ευρωζώνης.

Το τρίτο και σημαντικότερο πρόβλημα αφορά την ίδια την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, που αποτελεί και τον θεμέλιο λίθο της καταστατικής λειτουργίας της. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η ανεξαρτησία από τις κυβερνήσεις είναι αμφίδρομη. Όπως καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να υπαγορεύει αποφάσεις νομισματικής πολιτικής στην ΕΚΤ, έτσι και η ΕΚΤ δεν μπορεί να υπαγορεύει αποφάσεις δημοσιονομικής -ή άλλης- πολιτικής σε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.

Συγκεκριμένα, η παραβίαση της ανεξαρτησίας, παρ' ότι συγκαλυμμένη, είναι διπλή. Αφενός, η απόφαση ερμηνεύεται από παντού σαν αποτέλεσμα παρασκηνιακών πιέσεων που ασκήθηκαν από κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις με κυρίαρχη την Γερμανία. Ακόμα κι αν αποδεχτεί κανείς καλόπιστα πως δεν υπήρξε καμία πίεση, είναι προφανές ότι η ΕΚΤ ευθυγραμμίζεται με τις προθέσεις συγκεκριμένων κυβερνήσεων απέναντι σε μια άλλη κυβέρνηση. Κι εδώ είναι η δεύτερη παραβίαση της ανεξαρτησίας αφού ασκείται πίεση (με προφανή απειλητικό τρόπο) στην ελληνική κυβέρνηση υποδεικνύοντας την εφαρμογή οικονομικών πολιτικών που λίγες μέρες πριν απέρριψε η λαϊκή ετυμηγορία.

Από τη μεριά της η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να μείνει σταθερή στην εντολή που έλαβε από το εκλογικό σώμα και να διαφυλάξει τη δική της ανεξαρτησία από τις επιλογές της ΕΚΤ. Παντού στον κόσμο, οι κεντρικές τράπεζες υπάρχουν για να λειτουργούν ως δανειστές εσχάτης ανάγκης και να αποτρέπουν, αντί να ενισχύουν, τα προβλήματα ρευστότητας. Αν η ΕΚΤ αποφασίσει πως δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο για την Ελλάδα, τότε επαφίεται στην κυβέρνηση της χώρας να κάνει οτιδήποτε χρειαστεί ώστε να εξασφαλίσει την πιστωτική σταθερότητα και τη συγκράτηση των καταθέσεων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

* Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0