Live τώρα    
Η Γερμανία, ο Μπίσμαρκ και η ελληνική διαπραγμάτευση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Γερμανία, ο Μπίσμαρκ και η ελληνική διαπραγμάτευση

Του Γιάννη Σιώτου

Οι διαπραγματεύσεις για την οικονομία που έχει ξεκινήσει η ελληνική κυβέρνηση σίγουρα δεν είναι εύκολες. Άλλωστε καμία διαπραγμάτευση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδυλλιακή, καθώς η ίδια η φύση της υποδηλώνει μια σχέση άνιση, αφού τα ένα από τα δύο μέρη είναι υποδεέστερο του άλλου. Και όμως, η διπλωματική ιστορία έχει αποδείξει ότι η επιμονή μπορεί να ανατρέψει αυτήν την ετεροβαρή σχέση υπέρ του αδυνάτου.

Οι δύο πιο κραυγαλέες περιπτώσεις -λόγω του μεγέθους του χρέους, αλλά και του αριθμού των εμπλεκομένων- είχαν πρωταγωνιστή τη Γερμανία από τη μία πλευρά και σχεδόν όλο τον υπόλοιπο κόσμο από την άλλη, καθώς αφορούσαν σε οφειλές που προέκυψαν από τις πολεμικές αποζημιώσεις για τους δύο μεγάλους πολέμους. Παρά τις αντιξοότητες και το αρχικό κλίμα απομόνωσης, οι γερμανικές κυβερνήσεις κατάφεραν παίζοντας με τον χρόνο και εκμεταλλευόμενες τις αντιθέσεις, τα διαφορετικά συμφέροντα και τις προτεραιότητες της απέναντι πλευράς, να κατορθώσουν το ακατόρθωτο: να αποτινάξουν το βαρύ φορτίο του χρέους. Αν και για την ελληνική κοινή γνώμη είναι πιο γνωστή η περίπτωση των οφειλών που προήλθαν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εντούτοις η πολιτική που ακολούθησαν με ζηλευτή προσήλωση οι γερμανικές κυβερνήσεις για μία δεκαετία προκειμένου να ξεφορτωθούν το δυσβάστακτο φορτίο της Συνθήκης των Βερσαλλιών είναι μνημειώδης. Αν λάβει υπόψη κανείς την προσήλωση όλων των κυβερνήσεων της Βαϊμάρης στον τρόπο διαχείρισης των οφειλών, αλλά και τον τρόπο που εκμεταλλεύτηκαν τις διεθνείς ισορροπίες, μένει πραγματικά έκπληκτος.

Εύλογο είναι να σκεφτεί κανείς τι σχέση μπορεί να έχει η σημερινή Ελλάδα με τη Γερμανία των προηγούμενων εποχών. Μια μικρή χώρα, με περιθωριακή συμμετοχή στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ και ακόμα μικρότερη στη γεωπολιτική σκηνή, σίγουρα δεν μπορεί να έχει σχέση με την πιο ισχυρή χώρα της Ευρώπης. Απο την άλλη πλευρά, η Ελλάδα σήμερα βιάζεται, ενώ η Γερμανία και στις δύο περιπτώσεις είχε τον χρόνο να παζαρέψει. Σε τελευταία ανάλυση, οι Έλληνες διαπραγματευτές έχουν απέναντί τους ανθρώπους με ιστορική εμπειρία στο παζάρι του χρέους.

Και όμως, αυτή η ιστορική γνώση μπορεί να αποδειχθεί το μεγάλο ατού της ελληνικής διαπραγμάτευσης. Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι η μεγαλύτερη απειλή για την πανίσχυρη Γερμανία είναι η... απομόνωση. Στο παρελθόν, η αδιαλλαξία που επέδειξαν οι ηγεσίες της κατάφεραν να κάνουν πραγματικότητα το χειρότερο εφιάλτη του μεγαλύτερου Γερμανού διπλωμάτη της ιστορίας, του Μπίσμαρκ: την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων και τη συνακόλουθη απομόνωση. Μπορεί να έχουν περάσει σχεδόν 130 χρόνια από την εποχή που ανέλαβε ο Γουλιέλμος ΙΙ, αλλά τα λάθη που έκαναν οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ εξακολουθούν να στοιχειώνουν.

Το μεγάλο όφελος από τον τωρινό διπλωματικό μαραθώνιο της κυβέρνησης είναι ότι κατάφερε σε διάστημα λίγων ημερών να αναγνωρίσει μεγαλόφωνα η Ευρώπη αυτό που για τέσσερα χρόνια είχε επιλέξει να λέει ψιθυριστά: την ανθρωπιστική και την κοινωνική κρίση που προκάλεσαν στην Ελλάδα οι οικονομικές πολιτικές που επέβαλε. Μπορεί η Ρώμη, το Παρίσι, ακόμα και το Λονδίνο, να μιλούν για κανόνες που όλα τα μέλη του κλαμπ πρέπει να αποδέχονται, αλλά από την άλλη πλευρά παραδέχθηκαν δημοσίως την ύπαρξη του προβλήματος. Και αυτό είναι ένα μεγάλο όφελος, αφού κανείς Ευρωπαίος ηγέτης δεν αγνοεί την κοινή γνώμη της χώρας του. Σίγουρα, οι δηλώσεις του Ισπανού υπουργού Οικονομικών, αλλά και η προσπάθεια που καταβάλλεται να ευθυγραμμιστεί και ο Πορτογάλος ομόλογός του, παρουσιάστηκαν από ορισμένους ως η φωνή του... ρεαλισμού. Μια διαφορετική ανάγνωση όμως μπορεί να οδηγήσει σε άλλες ερμηνείες, όπως, για παράδειγμα, ο στενότερος συνεργάτης του γερμανικού οικονομικού δόγματος της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η κυβέρνηση του κ. Ραχόι μίλησε αντ' αυτού. Κοντολογίς, ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών είπε ό,τι θα ήθελε να πει -επίσημα- και ο Γερμανός συνάδελφος. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι το Βερολίνο προσπαθεί μεθοδικά τις τελευταίες μέρες να έχει κοινή γραμμή με το Παρίσι, αλλά και τη Ρώμη, για το ελληνικό ζήτημα, ώστε να ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο τη θέση του στη διαπραγμάτευση.

Μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί η δήλωση ανταποκρίτριας μεγάλης γερμανικής εφημερίδας στο Παρίσι, σύμφωνα με την οποία θα ήταν ολέθριο σφάλμα για τη διαπραγμάτευση «να εμφανίζεται η εικόνα ότι οι Γερμανοί είναι κακοί και η Γαλλία γενναιόδωρη». Και για να γίνει ακόμα πιο πειστική η άποψή της, είπε: "Αν η Ελλάδα εγκαταλείψει την πολιτική της λιτότητας, τότε οι άλλοι Ευρωπαίοι θα πληρώσουν. Η Γαλλία είναι η δεύτερη πιστωτής της Ελλάδας μετά τη Γερμανία. Αν συμφωνήσει στη διαγραφή του ελληνικού χρέους, τότε αυτό θα οδηγήσει σε ενίσχυση των πολιτικών λιτότητας στη Γαλλία».

Η ανθρωπιστική κρίση από μόνη της μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικό επιχείρημα στα χέρια των διαπραγματευτών, αφού αγγίζει τα κοινωνικά αντανακλαστικά των Ευρωπαίων, οι οποίοι ήδη φοβούνται ότι αργά ή γρήγορα θα έλθει και η δική τους σειρά. Είναι μάλιστα τόσο ισχυρό όπλο ώστε να μπορέσει να ανατρέψει το πλεονέκτημα χρόνου που έχει ο μεγαλύτερος Ευρωπαίος δανειστής της χώρας και το οποίο θα χρησιμοποιήσει όταν τα περιθώρια θα είναι ασφυκτικά. Η ανθρωπιστική και η κοινωνική κριση μπορεί με τους κατάλληλους χειρισμούς να προκαλέσει ένα τέτοιου μεγέθους πρόβλημα στην άλλη πλευρά, που μπορεί να «κουρέψει» τις απαιτήσεις της. Άλλωστε και η ίδια έχει στο παρελθόν χρησιμοποιήσει από την πλευρά της ανάλογη τακτική και μπορεί να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητά της...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0