Του Κώστα Καλλωνιάτη*
Η πρόσφατη προσφυγή των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών στον ευρωπαϊκό μηχανισμό έκτακτης χρηματοδότησης ELA χαρακτηρίστηκε από τις ίδιες τις τράπεζες ως προληπτική κίνηση ενίσχυσης της ρευστότητας μπροστά στο ενδεχόμενο διόγκωσης των ήδη κλιμακούμενων εκροών καταθέσεων (φημολογείται πως 3 δισ. σήκωσαν οι αποταμιευτές τον Δεκέμβριο κι άλλα 4 δισ. τον Ιανουάριο ώς σήμερα). Οι εκροές αυτές είναι το φυσιολογικό προϊόν της κινδυνολογίας που άσκησε και ασκεί ο Σαμαράς και η Ν.Δ. μιλώντας για Grexit (σε περίπτωση ανάδειξης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) και τρομοκρατώντας καταθέτες κι επενδυτές με τη βοήθεια μερικών κορυφαίων Ευρωπαίων αξιωματούχων. Είναι επίσης το αποτέλεσμα της φημολογίας πως το πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ μάλλον δεν θα περιλάβει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, τα οποία θεωρούνται υψηλού ρίσκου, φημολογία που θα ξεκαθαρίσει μέσα στην εβδομάδα και προ των εκλογών.
Βεβαίως στο μεταξύ η φημολογία -την οποία πρώτη τροφοδότησε η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοινώνοντας πως οι τράπεζες αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας- τείνει να γίνει αυτοτροφοδοτούμενη, καθώς ο μεν ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται σχεδόν βέβαιος νικητής των εκλογών, η δε γνωστοποίηση των συνεχιζόμενων αναλήψεων από τις τράπεζες εντείνει τις ανησυχίες. Παρά ταύτα οι συγκρίσεις με την περίοδο 2010-2012 κι οι αναφορές σε κρίση τραπεζικού πανικού (bank run) είναι τουλάχιστον άστοχες για τους εξής λόγους:
Πρώτο, από τον Σεπτέμβριο 2009 έως τον Μάιο του 2012 πέρασαν 33 μήνες συνεχούς φυγής καταθέσεων ύψους 80 δισ. (88 δισ. μαζί με τον Ιούνιο 2012, όταν πάτωσαν στα 150 δισ.). Τώρα μιλάμε για δύο μήνες προ εκλογών κι άλλους πέντε το πολύ μετά τις εκλογές όσο θα διαρκεί η διαπραγμάτευση, γιατί τόσο αντέχει χρηματοδοτικά η οικονομία μέσω ELA, και για την οποία διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. έχουμε εξηγήσει γιατί είναι σχεδόν βέβαιο πως θα καταλήξει θετικά, αφού θα είναι αμοιβαία καταστροφικό κάθε αδιέξοδο. Το πιθανότερο, δε, είναι η διαπραγμάτευση να κλείσει νωρίτερα αφού η δυσμενής διεθνής συγκυρία καθιστά μεταδοτική κι επώδυνη την κρίση εμπιστοσύνης στη συνοχή και ικανότητα της Ευρωζώνης να αντιμετωπίζει θεσμικά και δημοκρατικά τέτοια προβλήματα με υπερχρεωμένα κράτη - μέλη της.
Δεύτερο, την περίοδο 2010-2012 δεν υπήρχαν μηχανισμοί διάσωσης εκ μέρους της Ευρώπης, αντίθετα με σήμερα που βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα (EFSF, ESM, ELA, ECB) εφόσον κριθεί αναγκαία η έγκαιρη καταστολή ενός κύματος πανικού.
Τρίτο, τότε είχε τεθεί ζήτημα μέχρι και δημοψηφίσματος για την έξοδο από το ευρώ, ενώ σήμερα κανείς από τους διεκδικητές του κυβερνητικού θώκου δεν θέτει παρόμοιο ζήτημα αλλά, αντίθετα, τονίζουν τον στρατηγικό προσανατολισμό τους στην Ε.Ε.
Τέταρτο, το πιθανότερο είναι η προ των εκλογών αβεβαιότητα να αποδειχθεί κι η πλέον οδυνηρή από πλευράς εκροών, καθώς με την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ το τοπίο τού πώς θα διεξαχθεί η διαπραγμάτευση θα αρχίσει να ξεκαθαρίζει από την ομίχλη που σήμερα το καλύπτει.
Πέμπτο, ο μεγάλος όγκος των κεφαλαίων (88 δισ.) που έφυγαν από τις ελληνικές τράπεζες από τα τέλη του 2009 ώς τα μέσα του 2012 δεν επέστρεψε ποτέ (μόλις 15 δισ. γύρισαν κι από αυτά τώρα διέρρευσαν πάλι τα μισά) κι αυτά ανήκαν σε μεγαλοκαταθέτες κυρίως, δηλαδή αυτούς που είχαν να χάσουν τα περισσότερα. Σήμερα οι μικροκαταθέτες, αν αποσύρουν μερικά από τα χρήματά τους, θα το κάνουν για πολύ μικρότερα ποσά και για μικρό χρονικό διάστημα αφού τα έχουν ανάγκη για τις δουλειές τους.
Τέλος, αν στο διάστημα αυτό των 7 μηνών υποθέσουμε με βάση το πρώτο δίμηνο πως χάνονται 4 δισ. μηνιαίως, αυτό σημαίνει -στη χειρότερη των περιπτώσεων- συνολικές απώλειες 28 δισ. περίπου, που καλύπτονται από τα υπάρχοντα διαθέσιμα και την ενίσχυση των 40 δισ. που ζήτησαν οι τράπεζες από τον ELA και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη λάβουν. Σημειώνεται πως ώς και τον Μάιο του 2012 είχαν αντίστοιχα ζητήσει και λάβει από τον ELA 124 δισ.! Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, δεν υφίσταται σοβαρός λόγος ανησυχίας, πολύ περισσότερο πανικού. Η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού και η νέα διαπραγμάτευση θα είναι σκληρή. Αυτό σημαίνει πως είναι φυσικό όσο διαρκεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Όχι όμως στην έκταση και στον βαθμό πανικού, όπως οι σκοπίμως κινδυνολογούντες τις αποδίδουν...
* Ο Κώστας Καλλωνιάτης είναι οικονομολόγος