Live τώρα    
Γερμανός ασθενής
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γερμανός ασθενής

Του Γιάννη Σιώτου

Το γερμανικό όνειρο μπορεί να ξεθωριάσει από την ίδια τη συνταγή επιτυχίας του. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, το μοντέλο των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών που βασίστηκε στις εξαγωγές περισσότερο και στην εσωτερική κατανάλωση, σε μικρότερο βαθμό εγκλωβίστηκε από τις προδιαγραφές που έθεσαν οι ίδιοι. Η εμμονή στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, που οδήγησε τις ευρωπαϊκές οικονομίες στην ύφεση και την Ευρωζώνη στον αποπληθωρισμό, έχουν αρχίσει να αποδεικνύονται μπούμερανγκ.

Το εμπορικό της πλεόνασμα, που έχει επιτευχθεί εις βάρος των αντίστοιχων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών που βρίσκονται σε κρίση και που προκάλεσε την ευρωπαϊκή κρίση, έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση της ζήτησης από τις ευρωπαϊκές αγορές. Οι γερμανικές επιχειρήσεις επένδυσαν τα κέρδη τους στο εξωτερικό, ενώ οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ατονήσει σε άνευ προηγουμένου χαμηλά επίπεδα. Η πολιτική επέκτασης προς την Ανατολική Ευρώπη επηρέασε την αγορά της Ρωσίας, ενώ το «made in Germany» αντιμετωπίζεται με προβληματισμό στην Κίνα. Ταυτόχρονα, η κρίση χρέους, στην οποία η Γερμανία οδήγησε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, μπορεί βραχυπρόθεσμα να της απέδωσε σημαντικά κεφαλαιακά κέρδη, αλλά από την άλλη λειτουργεί -και για την ίδια- ως Γαργαντούας, που ζητά όλο και περισσότερη τροφή, γιατί, αν σταματήσει να τρώει τότε θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της.

Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, για τους οποίους η κυρία Μέρκελ και ο κύριος Σόιμπλε επαίρονταν, επηρέασαν την εσωτερική ζήτηση. Οι μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες για τους χριστιανοδημοκράτες ήταν κάτι σαν... ιερό δισκοπότηρο, δεν συμμερίστηκαν τον έκδηλο πολιτικό πανγερμανισμό των πολιτικών πρωθιερέων της δημοσιονομικής ορθοδοξίας και προτίμησαν το εξωτερικό είτε κάνοντας άμεσες επενδύσεις είτε υλοποιώντας εκτεταμένες εξαγορές. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς την εμπλοκή στην Ουκρανία, με την πολιτική των κυρώσεων, αλλά και την επιφυλακτική πολιτική της Κίνας απέναντι στις γερμανικές επιχειρήσεις, τότε έχει την πλήρη εικόνα του προδιαγραφόμενου αδιεξόδου. Πλέον, τα σημάδια της αποτυχίας αρχίζουν να εμφανίζονται.

Δεν είναι μάλιστα λίγοι εκείνοι που διατυπώνουν την πρόβλεψη ότι σε πέντε χρόνια η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας θα είναι τόσο σοβαρή, ώστε η πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών δεν θα είναι αρκετή για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, αφού η εσωτερική ζήτηση θα συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Γερμανία στο άμεσο μέλλον είναι το δημογραφικό, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα "γερνάει". Αυτό σημαίνει περιορισμό της ζήτησης, αλλά και αύξηση των δημόσιων δαπανών. Ο ένας στους τέσσερις Γερμανούς είναι ήδη συνταξιούχος και εκτιμάται ότι το 2050 ο αριθμός των συνταξιούχων θα υπερβεί τα 30 εκατομμύρια. Θα αποτελεί δηλαδή το 50% του εκλογικού σώματος. Ο κίνδυνος να επαναληφθεί το «ιαπωνικό μοντέλο» είναι πλέον όχι μόνο ορατός, αλλά και δύσκολα ανατρέψιμος, καθώς στη Γερμανία έχει αναπτυχθεί μια κουλτούρα ατεκνίας, αφού πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να μην κάνουν καθόλου παιδιά. Αποτέλεσμα; Ο ρυθμός γεννήσεων στη Γερμανία είναι χαμηλός - το 2009 μόνο τρεις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ είχαν λιγότερα παιδιά ανά γυναίκα.

Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Γερμανίας γηράσκει ραγδαία, η κυβέρνηση υποεπενδύει σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Σύμφωνα με γερμανική έκθεση για την εθνική εκπαίδευση οι δαπάνες της για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παραμένουν κάτω από το μέσο όρο των χωρών - μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα γερμανικά πανεπιστήμια, τα οποία ήταν τα μεγάλα πνευματικά εργοστάσια του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, τώρα μαραζώνουν σε μέτριες θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις. Κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς τα κεφάλαια ξεχύνονται έξω από τη χώρα σε ποσοστά 6%-8% σε ετήσια βάση, η Γερμανία δάνεισε πολύ περισσότερο τις ξένες οικονομίες για να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα από ό,τι δαπάνησε για την εκπαίδευση των δικών της παιδιών. Με λίγα λόγια, το Βερολίνο μπορεί να έχει εξασφαλίσει σήμερα δεσπόζουσα θέση στην Ευρώπη, αλλά δεν έχει κάνει επαρκείς προβλέψεις για το μέλλον.

Σε αντίθεση με τη Γαλλία, οι ηγέτες της οποίας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έριξαν τις ευθύνες για την ήττα της χώρας τους στη στασιμότητα της δημογραφικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, η Γερμανία θεώρησε ότι οι προτεραιότητές της είναι διαφορετικές. Έτσι, την ίδια στιγμή που στο Παρίσι καταστρώνονταν και εφαρμόζονταν ένα σχέδιο εξόδου από την τροχιά της βιομηχανικής υποανάπτυξης και της δημογραφικής εξασθένισης, κυρίως με ένα γενναιόδωρο πρόγραμμα οικονομικής στήριξης των οικογενειών με παιδιά, η Γερμανία αδιαφόρησε.

Το γερμανικό μοντέλο των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, που βάσισε την οικονομική μεγέθυνση στις εξαγωγές για να πετύχει και να διαρκέσει στον χρόνο, προϋπέθετε αφενός ότι οι οικονομίες - πελάτες θα μεγεθύνονταν και αφετέρου ότι το εμπορικό πλεόνασμα θα διοχετεύονταν στην εσωτερική αγορά. Και οι δύο προϋποθέσεις αυτές ανατράπηκαν από την πολιτική που ακολουθήθηκε. Μία ακόμα προϋπόθεση για την επιτυχία του μοντέλου ήταν και η διαμόρφωση των κατάλληλων γεωπολιτικών στρατηγικών που θα ευνοούσαν τον εξωστρεφή προσανατολισμό της γερμανικής οικονομίας.

Η συλλογιστική αυτή, που μοιάζει λίγο με τα οικονομικά του νοικοκυριού, όσο απλή και αν είναι στον σχεδιασμό της, τόσο περίπλοκους χειρισμούς απαιτεί στην εφαρμογή της. Και φυσικά η κυρία Μέρκελ όσο κι αν πιστεύει ότι έχει τις πολιτικές αρετές του Βίσμαρκ, πόρω απέχει από τον κορυφαίο Γερμανό πολιτικό της Ιστορίας και ακόμα περισσότερο από τα επιτεύγματά του.

Αν μελετήσει κανείς με προσοχή τους χειρισμούς της καγκελαρίου, θα διαπιστώσει ότι όλες οι πολιτικές που ακολούθησε οδήγησαν ουσιαστικά στη διατάραξη αυτής της ισορροπίας. Στη δυτική Ευρώπη η εμμονή στην πολιτική της δημοσιονομικής ορθοδοξίας οδήγησε την Ευρώπη σε ύφεση, ενώ προκάλεσε ένα κύμα αντιγερμανισμού. Στην ανατολική Ευρώπη η εμπλοκή στην Ουκρανία προκάλεσε τις κυρώσεις και ήδη σπρώχνει τη Μόσχα στην αγκαλιά του Πεκίνου. Η Κίνα, από την πλευρά της, άρχισε να δημιουργεί προβλήματα σε πολλές μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις, ενεργοποιώντας τον νόμο περί ανταγωνισμού.

Στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε ένας έντονος σκεπτικισμός λόγω των πολιτικών επιλογών του Βερολίνου, ενώ η πολιτική του ισχυρού ευρώ, συνεπής με την αντιπληθωριστική εμμονή, όχι μόνο έκανε δυσκολότερη την πώληση των προϊόντων made in Germany αλλά -και το χειρότερο- ώθησε τις γερμανικές επιχειρήσεις στην απόφαση να προχωρήσουν σε εξαγορές αμερικάνικων εταιρειών. Δηλαδή, τα κέρδη δεν κατευθύνθηκαν στην εσωτερική αγορά, αλλά διοχετεύονται στο εξωτερικό, προκειμένου οι επιχειρήσεις να ενισχύσουν τη θέση τους στις συγκεκριμένες αγορές.

Πρόσφατα, τέσσερα από τα μεγαλύτερα ονόματα της γερμανικής βιομηχανίας ZF, SAP, οι Siemens και Merck, προχώρησαν σε σημαντικά επιχειρηματικά σχέδια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όλα δείχνουν ότι η τάση αυτή δύσκολα θα αναστραφεί.

Κοντολογίς, και η περίφημη εξωστρέφεια υπονομεύτηκε και αυτή από τον άκαμπτο -σε αντίθεση με την πολιτική του Βίσμαρκ- τρόπο εφαρμογής των πολιτικών των χριστιανοδημοκρατών.

Θα μπορούσε η γερμανική οικονομία -και μέχρι να ξεπεραστεί η κρίση- να βασιστεί στην εσωτερική κατανάλωση, αλλά η εμμονική προσκόλληση στην πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών είχε κάψει και το χαρτί αυτό. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.

Για χρόνια, η απόσβεση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού Δημοσίου ξεπερνά τις νέες επενδύσεις. Το 2011, σε πόλεις και περιοχές σε ολόκληρη τη χώρα, συσσωρεύθηκαν απαιτούμενες δημόσιες επενδύσεις συνολικού ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μεταξύ του 2000 και του 2009, ενώ τα εταιρικά κέρδη εκτινάχθηκαν στα ύψη, οι εξαγωγές απογειώθηκαν και οι πραγματικοί μισθοί στη Γερμανία μειώθηκαν κατά 1%. Για εκατομμύρια συνταξιούχους, η σύνταξη φθάνει για τρεις και όχι για τέσσερις εβδομάδες, καθώς το ποσοστό φτώχειας στους ηλικιωμένους στη Γερμανία κυμαίνεται στο 14,9%. Και το μέλλον είναι δυσοίωνο, καθώς ο ΟΟΣΑ προβλέπει στο άμεσο μέλλον ραγδαία αύξηση των φτωχών συνταξιούχων στη Γερμανία. Αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, τότε στη νέα στρατιά φτωχών συνταξιούχων δεν θα ανήκουν μόνον οι χαμηλόμισθοι και οι μακροχρόνια άνεργοι, αλλά και μεγάλο μέρος των μεσαίων αστικών στρωμάτων.

Ακόμα κι αν σήμερα η κυβέρνηση αποφασίσει μία στροφή στην εσωτερική ζήτηση, πολύ δύσκολα αυτή θα υλοποιηθεί, καθώς οι περιορισμοί που υπάρχουν θα έχουν εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το ζητούμενο είναι οι πόροι. Με «παγωμένο» τον νέο δανεισμό και με την παραδοχή ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ θα μειώνεται σταθερά, η μοναδική διέξοδος είναι οι περικοπές από μη παραγωγικές δημόσιες δαπάνες - μια επώδυνη και αντιλαϊκή πολιτική πρόταση. Έτσι, ακόμα κι αν η κυβέρνηση της Μέρκελ καταφέρει να πετύχει αυτό που ήδη έχει αποτύχει -μαζικές επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα, παράλληλα με δημόσιες επενδύσεις που θα χρηματοδοτούνται χωρίς καμία αύξηση του δημόσιου δανεισμού- ο πόνος θα είναι πραγματικός. Η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να πληρώσει γι' αυτές τις επενδύσεις από αύξηση φόρων, καταργώντας φορολογικές εξαιρέσεις και, πάνω απ' όλα, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές.

Φυσικά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μπορεί σε κάθε ευκαιρία να διαψεύδει τις εκτιμήσεις ότι η Γερμανία κινδυνεύει με ύφεση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σημερινή πραγματικότητα και κυρίως να διαψεύσει τους Γάλλους, οι οποίοι τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο επαναλαμβάνουν ότι την επόμενη πενταετία ο μεγαλός ασθενής της Ευρώπης θα είναι η Γερμανία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0