Αποκαλύπτεται καθημερινά το μέγεθος το εγκλήματος που διαπράττουν οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών κατά της ανεξαρτησίας και, εν τέλει, της ύπαρξης της χώρας, με το πρόσχημα μιας Ευρώπης ισότιμων εταίρων. Προχθές, ο τοποτηρητής της γερμανικής καγκελαρίας χερ Χανς-Γιόακιμ Φούχτελ, με την κοινωνία στο πόδι για τον ΕΝΦΙΑ και τους πλειστηριασμούς, έστειλε σε δήμους και περιφέρειες ένα ερωτηματολόγιο που αποπνέει από όλους τους πόρους του νοοτροπία ύπατου αρμοστή σε αποικία του Στέμματος στα τέλη του 19ου αιώνα, ζητώντας αναφορά για τα χαρακτηριστικά, τις υποδομές και την περιουσία των ΟΤΑ, για τον πληθυσμό και τη σύνθεσή του, για την τοπική οικονομία, τις μεταφορές, την υγεία, την εκπαίδευση, τον τουρισμό κ.λπ. - γνωστή είδηση, παρά την υποβάθμισή της από τα μνημονιακά μέσα. Μια πιο προσεκτική ανάγνωσή της βάζει σε σκέψεις και τους πιο συγκρατημένους, που διαλέγουν να ενοχληθούν μόνο από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του κ. τοποτηρητή για τη διαχείριση των απορριμμάτων.
Στους λιγότερο επιλήσμονες η κίνηση Φούχτελ έφερε στο νου μια φράση από την προσφώνηση της προέδρου της Βουλής κας Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη στη ορκωμοσία του προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Παπούλια, Φεβρουάριος 2005: «Τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιορισθούν χάριν της ειρήνης, της ευημερίας και της ασφάλειας στη διευρυμένη Ευρώπη, τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη θα υποστούν μεταβολές, καθώς θα μπορούν να προστατεύονται, αλλά και να παραβιάζονται από αρχές και εξουσίες πέραν των γνωστών και καθιερωμένων και πάντως η δημοκρατία θα συναντήσει προκλήσεις και θα δοκιμασθεί από ενδεχόμενες νέες μορφές διακυβέρνησης». Αυτοί μάλλον θα εκπλαγούν λιγότερο από όλους όταν μαθευτεί και επισήμως ότι το Βερολίνο γνωρίζει, μέσω του τραπεζικού συστήματος το οποίο ελέγχει, τα πάντα για τα στεγαστικά δάνεια, τις υποθήκες, τις αντικειμενικές αξίες, τις εμπορικές αξίες.
Τις προάλλες ένας αχώριστος φίλος πέταξε στη μέση της συζήτησης μια παράφραση του Κλάουζεβιτς. «H ειρήνη είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα», είπε. Επειδή η κουβέντα ήταν για το ουκρανικό, μου πέρασε ότι τον είχε καταβάλει η ψυχική κόπωση των ημερών - πράγμα αταίριαστο για έναν άνθρωπο που τον ξέρω για συγκροτημένο από τότε που πρωταρχίσαμε στενή παρέα, καλοκαίρι του εβδομήντα πέντε, στην Κρήτη...
- Στην Κρήτη, ακριβώς! μου διέκοψε τον ειρμό της σκέψης. Κρήτη, Αύγουστος του εβδομήντα πέντε! Θυμάσαι τι σου είχα πει καθώς κοιτάζαμε τις ξανθές ράτσες να λιάζονται στις ξαπλώστρες δίπλα στη θάλασσα;
Θυμήθηκα:
- Αιματοκύλησαν, μου είπες, την Ευρώπη για να έλθουν να βρουν τον ήλιο στην άκρη της θάλασσας, και δεν περίμεναν λιγάκι να το κάνουν με τα ωραία τους τα μάρκα. Λοιπόν;
- Λοιπόν, το έκαναν. Οι πανουργίες της Ιστορίας. Πετάς μια αδέσποτη σκέψη τώρα και σου επιστρέφεται σαν δυσοίωνη ηχώ μετά από σαράντα χρόνια. Να σου διαβάσω μόνο μια φράση, είπε, ανοίγοντας την εφημερίδα δίπλα του, Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου, σελίδα 30: «Βιώνουμε την οδό της εθνικής συρρίκνωσης και της μετατροπής μιας χώρας που θα άξιζε τον σεβασμό όλων, με τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήματα, φυσική και ιστορική προίκα, σε ιδιωτικό θέρετρο της πλούσιας ομάδας των κρατών που οραματίζονται τα γερμανικά και νεοφιλελεύθερα ιερατεία».
-Το θυμάμαι, το διάβασα κι εγώ.
-Θυμάσαι πώς τελειώνει;
-«Καπούτ η Ε.Ε. που ξέραμε».
-Καπούτ. Λοιπόν, ξέρεις εμένα τι με θυμώνει πιο πολύ; Πιο πολύ κι από το ότι και αυτή τη φορά το κάνουν το ίδιο ψυχρά και ανιστόρητα; Με θυμώνει που προσβάλλουν αυτό που ένιωθα βλέποντας να απολαμβάνουν τον ήλιο, τη θάλασσα. Που χλευάζουν την αρχαία χαρά του φιλοξενητή που μας μάθαιναν στο σπίτι από παιδιά: Κοπιάστε, χαρείτε κι εσείς, για όλους είναι! Αυτή τη λύτρωση όταν μοιράζεσαι. Αυτή την Ευρώπη που υπερασπιζόμαστε τόσα χρόνια. Ξέρω. Ειρήνη είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, ο κόσμος δεν είναι αγγελικός, η ζωή είναι πόλεμος. Το ξέρω, αλλά αυτό δεν με βοηθάει να τη ζήσω. Διαλέγω, λοιπόν, να πιστεύω θυμωμένα σ' έναν κόσμο που...
- Θυμωμένα; Γιατί θυμωμένα;
- Γιατί μας το μάθαιναν κι αυτό στο σπίτι από παιδιά, έτσι δεν είναι;