Επικοινωνίας το ανάγνωσμα - ή μάλλον το άκουσμα... Μηνύματα εκπέμπουν τα αποτελέσματα των εκλογών, μηνύματα αναζητούν εμβριθείς πολιτικοί αναλυτές, μηνύματα είναι η λέξη του συρμού στα ΜΜΕ, μηνύματα περιφέρονται στη μετεκλογική πραγματικότητα δίκην βολίδων που αναζητούν τον στόχο τους - ποιον στόχο; Άλλη θέαση της σύγχρονης μιντιοκρατικής πραγματικότητας; Ή μήπως άλλη μια εκδοχή της ''μεταμοντέρνας'' πολιτικής, α-πολιτικής μάλλον, σε μια τάση γενικότερης απολιτικοποίησης;
Σχήμα οξύμωρο το τελευταίο εκ πρώτης όψεως. Απολιτικοποίηση στη δίνη -στα απόνερα- ενός κατ' εξοχήν πολιτικού γεγονότος όπως οι ευρωεκλογές; "Το μήνυμα είναι το μέσο" (Mac Luhan). Το μέσο είναι εδώ η επικοινωνιακή διαχείριση του πολιτικού γίγνεσθαι, που το τοποθετεί στο πεδίο της μιντιακής συμπύκνωσης, αλλά και της αναγωγής στο θραυσματικό, το μονοδιάστατο και το επιφανειακό. Η επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτικής την αποστερεί από την αναζήτηση του προσίδιου βάθους και της συνθετικότητάς της. Την απαξιώνει μέσα στον ίδιο της τον χώρο, αποδυναμώνοντάς και αλλοιώνοντάς την, σε συμμετρική αντιστοιχία με την καλλιέργεια της έκπτωσης στη συνείδηση του "μέσου ανθρώπου" και της αδιαφορίας της κοινής γνώμης, που ελκύεται από το lifestyle. Το στοιχείο του κρητικού λόγου, της ανάδειξης προγραμματικών αλλά και αξιακών και ιδεολογικών διαφορών υποχωρεί μπροστά στη μεθοδευμένη έλξη του εντυπωσιακού, του εφήμερου. Το όλο φαινόμενο εντάσσεται στη διαδικασία της στοχευμένης "κένωσης" της πολιτικής από το ουσιαστικό περιεχόμενό της.
Οι εκλογές είναι μία από τις κορυφαίες φάσεις του πολιτικού γίγνεσθαι. Δεν είναι "στιγμή διακύβευσης", αλλά οργανικό μέρος μιας διαδικασίας διαμεσολάβησης των συμφερόντων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Στη διαμεσολάβηση αυτή δεν απουσιάζει, αντίθετα εκδηλώνεται με ενάργεια το στοιχείο της σύγκρουσης ανάμεσα στα διαμεσολαβούμενα αντίθετα ταξικά συμφέροντα, με διακύβευμα την επωφελέστερη για το καθένα πρόσβαση στη λειτουργία του κράτους. Οι πολιτικοί αγώνες στοχεύουν σε μεταβολές του δεδομένου συσχετισμού των δυνάμεων, σε μετατοπίσεις του κέντρου βάρους στο πλαίσιο του συσχετισμού αυτού, που η εμβέλειά τους φθάνει ώς την πλήρη ανατροπή του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις βαθμίδες της κρατικής εξουσίας και της ταξικής κυριαρχίας. Οι εκλογές είναι κομβικό σημείο στη διεξαγωγή των αγώνων αυτών και τα αποτελέσματά τους αποτυπώνουν τον νέο (ενδεχομένως) συσχετισμό δυνάμεων που προκύπτει από την έκβαση της πολιτικής αναμέτρησης.
Εδώ οφείλουν να επικεντρώνονται οι προσπάθειες ερμηνείας ενός εκλογικού αποτελέσματος, με κριτήριο το βάθος και την έκταση της μεταβολής που επήλθε (εφόσον επήλθε) στη διάταξη του πολιτικού τοπίου, μεταβολές που θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το επίδικο της συγκεκριμένης αναμέτρησης στις κάλπες. Πρόκειται για απόπειρες ερμηνείας που θα έχουν ως αντικείμενο την ουσία και όχι τη φαινομενολογία του πολιτικού γίγνεσθαι. Στη δεύτερη εντάσσεται η πληθωρική φιλολογία των "μηνυμάτων".
Ας προσεγγίσουμε τώρα τις δικές μας ευρωεκλογές, που άφησαν ένα εμφανές αποτύπωμα: Την "πρωτιά" του ΣΥΡΙΖΑ. Που μεταβάλλει υπέρ της δικής μας Αριστεράς τον συσχετισμό των δυνάμεων, επιτρέποντας σ' αυτή να συνεχίσει από ευνοϊκότερη, ισχυρότερη θέση τους αγώνες της για τα λαϊκά προβλήματα σ' ένα αναπεπταμένο, πολύ ευρύτερο από τις κάλπες, πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Να ενδυναμώσει τη διεκδίκηση της διακυβέρνησης της χώρας. Αυτό είναι το πρώτο και κύριο πραγματολογικής υφής συμπέρασμα -όχι επικοινωνιακής υφής "μήνυμα"- που συνάγεται από την ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Ένα δεύτερο συμπέρασμα, όχι λιγότερο σημαντικό, είναι η παγίωση της δύναμης της δικής μας Αριστεράς, που επιβεβαιώνουν τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, σ' ένα υψηλό επίπεδο σταθεροποίησης που αντιστοιχεί στο ένα τρίτο περίπου του εκλογικού σώματος. Το τρίτο μήνυμα αφορά το επίδικό των εκλογών: Η πολιτική των Μνημονίων δέχτηκε ένα βαρύ πλήγμα και τα κόμματα της συγκυβέρνησης έχασαν μεγάλο μέρος της δύναμής τους.
Θα προσθέσουμε ένα τέταρτο μήνυμα, ιδιαίτερα χρήσιμο όσον αφορά την κομματική οικοδόμηση της δικής μας Αριστεράς και τη χάραξη της πολιτικής της για τις συμμαχίες. Πρόκειται για τη σταθεροποίηση της ταξικότητας της ψήφου του ΣΥΡΙΖΑ (όπως και του ΚΚΕ, που αποτελεί διαφορετική περίπτωση), την οποία επιβεβαίωσαν οι ευρωεκλογές, επικυρώνοντας την εικόνα που προέκυψε από τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2012 (βλ. ανάλυση Χ. Βερναρδάκη). Με βάση τη "χωρική" κατανομή της ψήφου, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ κλιμακώνεται ανοδικά ανάλογα με την κοινωνική βαθμίδα: Στις αστικές περιοχές 15,9% (μαζί με το ΚΚΕ, που έχει όμως πολύ μικρότερο μερίδιο στο συνολικό άθροισμα των ψήφων της Αριστεράς), στις περιοχές των "μικρομεσαίων" 31,2%, στις μικροαστικές - λαϊκές 38,6% και στις εργατικές 43,4%.
Το τελευταίο συμπέρασμα αποτελεί πυξίδα για τη γραμμή πλεύσης του ΣΥΡΙΖΑ. Με τη δεδομένη κοινωνική του απεύθυνση, η αναζήτηση του πάλαι ποτέ πολυπόθητου "εθνικού ακροατηρίου" και η άμβλυνση των "γωνιών" της πολιτικής του σ' αυτήν την κατεύθυνση θα αποτελούσε ολέθρια εξέλιξη.
Εδώ ας επιχειρήσουμε μια αναδρομή στο παρελθόν, όχι άσχετη, παρ' όλες τις πελώριες διαφορές που μας χωρίζουν από αυτό. Στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ έλαβε το 24,42% των ψήφων. Το υψηλό αυτό ποσοστό δεν αποτέλεσε κανενός είδους "εκτίναξη". Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των εκλογών του 1956 με εκείνα του 1958 ο Ηλ. Νικολακόπουλος παρατηρεί: "Η δύναμη της ΕΔΑ (και των συνεργαζομένων) ήταν το 1958 ελαφρώς αυξημένη σε σχέση με τη δύναμη που είχαν εμφανίσει το 1956 η ΕΔΑ και (το προνομιακά συνεργαζόμενο με αυτήν) ΔΚΕΛ..." ("Η καχεκτική δημοκρατία", σελ. 238). Η σύγκριση μπορεί να πάει ακόμη πιο πίσω: Υπολογίζεται ότι το ποσοστό της ΕΑΜικής Αριστεράς στο σύνολο του εκλογικού σώματος των εκλογών του 1946, από τις οποίες η Αριστερά απείχε, ανερχόταν γύρω στο 30%. Ιστορικό παράδοξο η σταθερότητα αυτή μέσα στη διαδρομή πάνω από μισού αιώνα; Θα λέγαμε ότι μάλλον αποτελεί τεκμήριο ιστορικού βάθους της Αριστεράς στη χώρα μας καθώς και της διαχρονικής πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης που συγκροτούν την "ελληνική ιδιαιτερότητα".
Ας επανέλθουμε στα "μηνύματα", από τα οποία αρχίσαμε. Πρώτα το μήνυμα για τη ΔΗΜ.ΑΡ. Δεν επιχαίρουμε, αλλά καταγράφουμε. Αφορά την εσφαλμένη επιλογή των στελεχών που τη συγκρότησαν να διασπάσουν τον ΣΥΝ και να αποχωρήσουν. Και την ηθικά και πολιτικά απαράδεκτη απόφασή τους να καπηλευθούν το παρελθόν (ορισμένων) και να αυτοπροβληθούν ως συνέχεια -μονοπωλιακή μάλιστα- της Ανανεωτικής Αριστεράς. Το θνησιγενές εγχείρημα αποκάλυψε πολύ πριν από τις πρόσφατες εκλογές τη σαθρότητά του. Μελέτη εκλογικής ανάλυσης για το 2012, που περιλαμβάνεται σε βιβλίο που εκδόθηκε με την επιμέλεια των Γ. Βούλγαρη και Η. Νικολακόπουλου επιβεβαιώνει ότι η ομάδωση της ΔΗΜ.ΑΡ. είχε πάρει προ πολλού διαζύγιο από την Ανανεωτική Αριστερά. Σταχυολογούμε: "[...] η ΔΗΜ.ΑΡ. εμφάνισε εξαιρετικά περιορισμένη απορρόφηση από την παλαιότερη εκλογική βάση του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, σε ποσοστό περί το 10%, δηλαδή σημαντικά συρρικνωμένο σε σχέση με τους καταγεγραμμένους εσωκομματικούς συσχετισμούς πριν από την κρίση του Ιουνίου του 2010. Ως εκ τούτου, οι εισροές της από το ΠΑΣΟΚ δεν αποτέλεσαν απλώς το κυρίαρχο, αλλά και σχεδόν το αποκλειστικό συστατικό της εκλογικής της βάσης..." ("2012, ο διπλός εκλογικός σεισμός", Π. Κουστένης, σελ. 97). Οι ευρωεκλογές του 2014 σήμαναν για τη ΔΗΜ.ΑΡ. την επίσπευση ενός αργού προαναγγελθέντος θανάτου.