Μόλις έσβησαν οι προβολείς που φώτιζαν την ενορχηστρωμένη και χωρίς ρίσκο για τους επενδυτές έξοδο στις αγορές, επέστρεψε η προσοχή μας στη σκληρή πραγματικότητα. Στις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να συνεχιστούν και στα χρηματοδοτικά κενά που επισημαίνει το ΔΝΤ. Σύντομα θα θυμηθούμε το γάλα, τα φάρμακα, το λάδι, τα ταξί κ.ο.κ., τα οποία είναι μερικά από τα πολλά θέματα που περιλαμβάνει η περίφημη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ. Τα περισσότερα ψηφίστηκαν με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο και πολλοί αναρωτήθηκαν για τη σχέση τους με τα προαπαιτούμενα της τρόικας. Σαφής απάντηση δεν δόθηκε. Όμως δύο ημέρες μετά την υιοθέτηση του πολυνομοσχεδίου, το Eurogroup έθεσε μερικά από αυτά τα μέτρα ως νέα προαπαιτούμενα για τις τμηματικές εκταμιεύσεις της μνημονιακής δόσης και κλιμάκωσε τις δόσεις έτσι ώστε να υποβληθεί στο μεταξύ η τελική έκθεση της τρόικας στην οποία θα ληφθούν υπόψη τα χρηματοδοτικά κενά.
Η προσήλωση της κυβέρνησης στην επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος σε συνθήκες ύφεσης και αποπληθωρισμού αποτελεί πρωτοτυπία στην Ευρώπη. Διότι η λογιστική αυτή απεικόνιση εσόδων και δαπανών του προϋπολογισμού, με την περικοπή ανελαστικών κοινωνικών δαπανών και τη μετάθεση πληρωμών στο μέλλον (υποχρεώσεις του Δημοσίου προς προμηθευτές και εργολάβους, συνταξιούχους κ.λπ.) δεν έχει επιχειρηθεί σε καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης, όπου, παρά τις περικοπές, η βασική δομή του κοινωνικού κράτους δεν έχει ακόμη θιγεί.
Η πολιτική αυτή υπαγορεύεται από τις εξαρχής μη ρεαλιστικές παραδοχές της δανειακής σύμβασης (αύξηση ΑΕΠ 3%-3,5%, πλεονάσματα 4%-5%) και σήμερα συμπληρώνεται από το ψηφισμένο πολυνομοσχέδιο και το επερχόμενο Μεσοπρόθεσμο, με έμφαση στις μεταρρυθμίσεις.
Η εξήγηση είναι απλή και επιβεβαιώθηκε από το μήνυμα που εξέπεμψε κατά τη σύντομη επίσκεψή της στην Αθήνα η Γερμανίδα καγκελάριος Άν. Μέρκελ. Η εργαλειοθήκη αποτελεί τμήμα των «μεταρρυθμίσεων» που συνοδεύουν κάθε πρόγραμμα που εφαρμόζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η διαρθρωτική προσαρμογή είναι η τεχνογνωσία του. Αν η πρώτη φάση του Μνημονίου επέβαλε τη δημοσιονομική προσαρμογή, δηλαδή συρρίκνωση μισθών, συντάξεων, επιδομάτων, άρση του κεκτημένου των εργασιακών δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους, η δεύτερη φάση, που άρχισε με το πολυνομοσχέδιο και θα διαρκέσει τα επόμενα δύο χρόνια, συμπίπτει με την περίοδο καταβολής των δόσεων που χρηματοδοτεί το ΔΝΤ.
Το πρόγραμμα προσαρμογής που αποκαλείται Μνημόνιο, ενώ εμφανίζεται να αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του χρέους, από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή του, παρά τις εξαιρετικά δραματικές επιπτώσεις του στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία, τη συρρίκνωση του ΑΕΠ και τη βαθιά ύφεση, ο δείκτης υπερχρέωσης (λόγος χρέους προς ΑΕΠ) αυξάνει δραματικά. Ο στόχος βιωσιμότητας του χρέους, επομένως, απομακρύνεται κάθε μέρα και περισσότερο. Είναι προφανές ότι η απαραίτητη αναδιάρθρωσή του αναβάλλεται από τους δανειστές προκειμένου να αποφευχθούν οι απώλειες που πρέπει να αποδεχθούν.
Όμως η άρνηση ουσιαστικής μείωσης του χρέους -που δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί- καταδικάζει την ελληνική οικονομία σε μακροχρόνια στασιμότητα, αποεπένδυση και βιομηχανική αποδιάρθρωση. Είναι λογικό να θεωρηθεί ότι η παραμονή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης και οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιβάλλονται χωρίς ίχνος αλληλεγγύης προς τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα και η αδιαφορία για την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης και, κυρίως, χωρίς καμία αναπτυξιακή συνδρομή, θα κρατούν τη χώρα σε ομηρία μέχρι την οριστική μετατροπή της σε "κανονική χώρα", δηλαδή σε συμπληρωματική ενδοχώρα του πυρήνα της Ευρωζώνης.
Η ελληνική κυβέρνηση, εξάλλου, επαναπαύεται με την υπόθεση ότι μετά την επίτευξη πλεονάσματος οι δανειστές θα αναλάβουν την επίλυση του προβλήματος του χρέους. Η Γερμανίδα καγκελάριος άφησε να αιωρείται αυτή η προοπτική, χωρίς όμως να δεσμεύεται για τη μορφή που θα πάρει μια αναδιάρθρωση. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, από την πλευρά του, αποκλείει τη απομείωση του χρέους, ενώ σκόπιμες διαρροές κάνουν λόγο για νέα παράταση του χρόνου αποπληρωμής και μείωση επιτοκίου.
Στο πλαίσιο αυτό, η συγκατάθεση της τρόικας στην εσπευσμένη επαναφορά της ιδιοκτησίας των τραπεζών στους ιδιώτες πρώην μετόχους, πριν από τη διενέργεια των stress tests της ΕΚΤ, καλύπτει προσωρινά τις πρόσθετες ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης στη διαδικασία της τραπεζικής ενοποίησης, αλλά ταυτόχρονα δυσχεραίνει τη σύσταση αναπτυξιακού τραπεζικού πυλώνα για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, ενώ παράλληλα επιχειρεί να δημιουργήσει μια πλασματική εικόνα ρευστότητας και ευρωστίας του συστήματος. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η χειρουργικά αποστειρωμένη (αγγλικό δίκαιο) έξοδος στις αγορές, που θέλει να σηματοδοτήσει το δήθεν τέλος του Μνημονίου εν όψει των εκλογών.
Οι κινήσεις αυτές σκηνοθετούν εικόνα επιτυχίας του προγράμματος της Ελλάδας, το οποίο η ηγεμονεύουσα ευρωπαϊκή δύναμη χρειάζεται να διατηρεί προκείμενου να μην αμφισβητηθεί η εφαρμοζόμενη πολιτική λιτότητας που ωφελεί μόνο τη Γερμανία και βλάπτει την πλειονότητα των ευρωπαϊκών λαών. Διαφαίνεται πλέον καθαρά πως ο πραγματικός στόχος δεν είναι η αντιμετώπιση του χρέους με απομείωση που το καθιστά εξυπηρετήσιμο, αλλά η χρησιμοποίησή του ως μοχλού για την προσαρμογή της χώρας στο πρότυπο οικονομίας χαμηλού εργατικού κόστους, χαμηλής εξειδίκευσης, ενδιάμεσης τεχνολογίας.
Όμως αυτή η προσαρμογή δεν συμβαδίζει με τη διατήρηση της χώρας στον πυρήνα της Ευρωζώνης και επιβάλει υποβάθμιση μη αναστρέψιμη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με τον καταναγκασμό του υφεσιακού πλεονάσματος, στο ενδιάμεσο διάστημα θα πραγματοποιείται η πιο βίαιη διαρθρωτική προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας, η οποία αποσαθρώνει τη σημερινή δομή παραγωγής και διακίνησης προϊόντων και υπηρεσιών, όπως συμβαίνει με την κλασσική συνταγή του ΔΝΤ στον Τρίτο Κόσμο.
Επομένως, η εγκατάλειψη της επίλυσης της υπερχρέωσης της χώρας στους χειρισμούς των δανειστών:
α) Αποτελεί έμμεση παραδοχή της απουσίας εθνικής στρατηγικής της κυβέρνησης.
β) Αποτελεί απόδειξη εγκατάλειψης κάθε διαπραγμάτευσης.
γ) Επιτρέπει να επιλεγεί η μορφή της απαραίτητης αναδιάρθρωσης του χρέους με όρους που εξυπηρετούν πρωτίστως τους δανειστές.
δ) Επιτρέπει τη βίαια προσαρμογή του παραγωγικού προτύπου της χώρας σε μορφή συμπληρωματική του ευρωπαϊκού πυρήνα.
ε) Απεμπολεί τη δυνατότητα διεκδίκησης ισοτιμίας σε ορούς παραγωγικής δομής.
Οι ανωτέρω συνθήκες προδιαγράφουν ένα μέλλον σχεδόν μηδενικής ανάπτυξης, συνεχούς υποβάθμισης των όρων διαβίωσης των Ελλήνων, ενώ τα 2/3 του εργατικού δυναμικού καταδικάζονται σε συνθήκες ανεργίας ή υποαπασχόλησης, αφού η όποια ανάκαμψη θα συνοδεύεται από δημιουργία ελάχιστων θέσεων εργασίας. Οι διακηρύξεις για στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας από τα πράγματα αποδεικνύεται ότι στερούνται σοβαρότητας.
Με άλλα λόγια, η επιχειρούμενη δημιουργική καταστροφή της οικονομίας αποσκοπεί σε εξωγενές πρότυπο που αναμένει και διευκολύνει την επέκταση ξένων επιχειρήσεων και κερδοσκοπικών επενδύσεων, κυρίως στον τουρισμό και στις υπηρεσίες. Εφόσον η ελληνική κυβέρνηση δεν θέτει θέμα ουσιαστικής απομείωσης του χρέους, η όποια μελλοντική ανάκαμψη θα επιδιωχθεί από τους δανειστές να γίνει με όρους διείσδυσης ξένων επιχειρήσεων στη μέχρι τώρα "κλειστή" ελληνική αγορά, δηλαδή στο τμήμα που μέχρι τώρα κυριαρχούσε η μικρομεσαία ελληνική επιχείριση. Κι αυτό όμως θα επιχειρηθεί στο κατώτερο δυνατό σημείο συρρίκνωσης των αξιών και του εργατικού κόστους. Αυτή ακριβώς η διαδικασία καταδικάζει τη χώρα σε Ευρωπαίο εταίρο δεύτερης κατηγορίας, σε μια Ευρωζώνη δύο ταχυτήτων.
Η διατήρηση της χώρας στην Ευρωζώνη με όρους ισοτιμίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με διαγραφή μέρους του χρέους και εφαρμογή σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης ενδογενούς χαρακτήρα, με επενδυτικές διευκολύνσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ένωσης ή/και ειδικά χρηματοπιστωτικά εργαλεία για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. Αυτός πρέπει να είναι ο κεντρικός στόχος μιας στρατηγικής εξόδου από την κρίση, αφού μόνο έτσι το χρέος και οι καταναγκασμοί του δεν θα διαφεντεύουν τη χώρα για πολλές δεκαετίες, απομυζώντας κάθε πόρο που θα στήριζε την ανάπτυξη.
* Ο Γεράσιμος Ποταμιάνος είναι οικονομολόγος, πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής