Αυτόματα θα συμψηφίζονται με οφειλές των φορολογουμένων στο Δημόσιο αφενός απαιτήσεις τους από αυτό που δεν υπερβαίνουν τα 1.500 ευρώ και που για την είσπραξή τους δεν προβλέπεται προσκόμιση φορολογικής ενημερότητας και αφετέρου αγροτικές επιδοτήσεις, ακόμη και αν οι οφειλές δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες.
Πρακτικά αυτό σημαίνει πως, για να εισπράξει αγρότης ολόκληρη την επιδότηση, ακόμη κι αν το ποσό δεν υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ, οφείλει να μην έχει καμία οφειλή προς το Δημόσιο, ληξιπρόθεσμη ή μη. Αν οφείλει κάποιο ποσό, θα συμψηφίζεται με την επιδότηση. Αν το χρέος είναι μεγαλύτερο της επιδότησης, δεν θα εισπράττει τίποτα, γιατί ολόκληρο το ποσό που δικαιούται θα χρησιμοποιείται από το Δημόσιο για την εξόφληση της οφειλής του.
Το ίδιο ισχύει πλέον και για κάθε φορολογούμενο ο οποίος δικαιούται να λάβει επιστροφή φόρου κάτω των 1.500 ευρώ: αν οφείλει στο Δημόσιο κάποιο ποσό, έστω κι αν η προθεσμία για την καταβολή του δεν έχει εκπνεύσει, δεν θα μπορεί να εισπράξει ολόκληρη την επιστροφή, αλλά θα γίνεται συμψηφισμός επιστρεπτέου ποσού φόρου και οφειλής.
Το δικαίωμα του Δημοσίου να διενεργεί αυτεπάγγελτους συμψηφισμούς απαιτήσεων φορολογουμένων που είναι χαμηλότερες του ποσού των 1.500 ευρώ με οφειλές των φορολογουμένων προς τις ΔΟΥ ή τα τελωνεία, ακόμη και μη ληξιπρόθεσμες, κατοχυρώνεται με απόφαση του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Χ. Θεοχάρη, με την οποία τροποποιούνται σε αρκετά σημεία οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τη χορήγηση αποδεικτικών φορολογικής ενημερότητας.
Με την ίδια απόφαση προβλέπονται:
* Σε κάθε περίπτωση ύπαρξης ρυθμισμένων ληξιπρόθεσμων οφειλών έως 5.000 ευρώ το αποδεικτικό ενημερότητας θα είναι δυνατό να χορηγείται στον οφειλέτη για να εισπράξει χρήματα από το Δημόσιο, υπό την προϋπόθεση ότι από τα χρήματα αυτά θα παρακρατηθεί ποσοστό μόνο 10%, αντί τουλάχιστον 30% ή τουλάχιστον 50% που προβλεπόταν μέχρι τώρα.
* Απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών φορολογικής ενημερότητας για όσους χρωστούν στο Δημόσιο ληξιπρόθεσμα χρέη συνολικού ύψους άνω των 30 ευρώ.