Η φορολογική πολιτική είναι διαδεδομένο θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης, σπάνια με θετικό περιεχόμενο. Κανείς δεν χαίρεται να πληρώνει φόρους, όμως στοιχειώδες σημείο εκκίνησης της όποιας συζήτησης είναι η παραδοχή πως αν κάποιος θέλει υψηλές δημόσιες δαπάνες και κοινωνικό κράτος, θα πρέπει να αποδεχτεί και υψηλή φορολογία. Η δωρεάν παροχή δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, είναι «δωρεάν» με την έννοια πως οι πολίτες δεν χρειάζεται να καταβάλλουν αντίτιμο. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει κόστος για την παροχή τους. Το κράτος είτε πρέπει να τα αγοράσει από κάπου είτε να τα παράγει το ίδιο μισθώνοντας προσωπικό και υποδομές.
Λογιστικά, οι δημόσιες δαπάνες μπορούν να καλυφθούν με τρεις τρόπους: Τον δανεισμό, την έκδοση χρήματος και τη φορολογία. Το πρώτο αφενός προϋποθέτει κάποιον διατεθειμένο να δανείσει, αφετέρου δημιουργεί χρέος που κάποτε θα πρέπει να επιβληθούν φόροι για να εξοφληθεί. Το δεύτερο, η έκδοση χρήματος, λειτουργεί πληθωριστικά -κάτι που δεν είναι πρόβλημα σε συνθήκες αποπληθωρισμού- αλλά σε τελική ανάλυση ισοδυναμεί με δανεισμό, δηλαδή δημιουργία υποχρεώσεων που θα πρέπει να καλυφθούν με μελλοντικούς πόρους. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να γίνει με εθνική απόφαση εντός Ευρωζώνης (και η έξοδος από αυτήν έχει άλλες παρενέργειες που δεν είναι της παρούσης). Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν δημιουργείται αξία από το πουθενά, πάντα κάποιος πληρώνει. Συνεπώς, με δεδομένους τους διαχρονικούς περιορισμούς, δηλαδή την αποφυγή της χρεοκοπίας, όλα καταλήγουν σε φόρους, σημερινούς ή μελλοντικούς.
Πολιτικά, η Αριστερά ήταν εκείνη που υπερασπιζόταν την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους απαιτώντας υψηλή φορολογία, σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά που συγκρότησε τις κοινωνικές της συμμαχίες πάνω στη γενική μείωση της φορολογίας και κατ' επέκταση στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Βέβαια, στην πράξη τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το 1988 η σοσιαλδημοκρατική Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ εισέπραττε από άμεσους φόρους μόλις το 4,7% του ΑΕΠ, ενώ η νεοφιλελεύθερη Βρετανία της Θάτσερ το 15,5% του δικού της ΑΕΠ. Το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο καθώς αποκαλύπτει την αδυναμία του ελληνικού κράτους να φορολογήσει αποτελεσματικά το εισόδημα και την περιουσία.
Αυτή η αποτυχία δεν εξηγείται μόνο από τη φοροδιαφυγή, την ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών και την ελλιπή φορολογική συνείδηση. Η αλήθεια είναι πως οι ελληνικές κυβερνήσεις επέλεξαν συνειδητά να προσφέρουν μια σειρά απαλλαγές, ευνοϊκές ρυθμίσεις και θεσμικές διευκολύνσεις, αφήνοντας τελικά στο φορολογικό απυρόβλητο τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Ως αντάλλαγμα εξασφάλισαν την πολιτική τους στήριξη, ειδικά στις δύσκολες περιόδους. Την ίδια συνταγή ακολουθούν και στη σημερινή, οικονομικά και πολιτικά δύσκολη περίοδο, παρέχοντας σκανδαλώδη φορολογική εύνοια σε όσους προσφέρουν φιλοκυβερνητικό έργο, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνουν δυσανάλογα τις λαϊκές τάξεις. Για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα, το εισόδημα από μισθωτή εργασία πάνω από 42.000 ευρώ φορολογείται με τον ίδιο συντελεστή (42%) είτε είναι 50.000 είτε 500.000 ευρώ, το εισόδημα από κεφάλαιο, ανεξαρτήτως συνολικού ύψους, φορολογείται με μόλις 10% για μερίσματα και 15% για τόκους και η ακίνητη περιουσία των 500 ευρώ/τετραγωνικό φορολογείται με σχεδόν διπλάσιο συντελεστή (0,4%) από εκείνη των 5.000 ευρώ/τετραγωνικό (0,23%). Τέλος, φορολογούν επιδόματα ανεργίας, πενιχρούς μισθούς και συντάξεις, αλλά απαλλάσσουν τα έσοδα των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Η πολιτική στήριξη κοστίζει ακριβά και την πληρώνουμε εμείς.
Αν η κυβέρνηση της Αριστεράς προτίθεται να ανατρέψει αυτό το διεστραμμένο φορολογικό καθεστώς, θα πρέπει όχι μόνο να κυνηγήσει τη φοροδιαφυγή, αλλά και να προχωρήσει σε ριζική αλλαγή των συντελεστών ανακατανέμοντας το φορολογικό βάρος από τα χαμηλά εισοδήματα και περιουσίες προς τα υψηλά. Αυτό, παρ' ότι σχετικά εύκολο από τεχνική άποψη, θα απαιτήσει πολιτικές συγκρούσεις ιστορικών διαστάσεων που η έκβασή τους θα καθορίσει πιθανότατα και τη μοίρα της αριστερής κυβέρνησης. Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και η αποκατάσταση στοιχειώδους οικονομικής αξιοπρέπειας θα χρειαστεί την επιστράτευση δημόσιων πόρων, δηλαδή υψηλότερα φορολογικά έσοδα από τα σημερινά. Για να εξασφαλιστούν αυτοί οι πόροι δεν είναι απαραίτητο να απαλλοτριωθούν τα υψηλά εισοδήματα και περιουσίες, αρκεί να φορολογηθούν. Άλλωστε η διάκριση μεταξύ απαλλοτρίωσης και φορολόγησης είναι στο ύψος του συντελεστή.
*Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης