ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΝΤΟΒΟΛΟΥ
Η αύξηση των έμμεσων φόρων, η κατάργηση των φοροαπαλλαγών και η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας χωρίς εξαιρέσεις αποτελούν μερικές από τις αλλαγές που ζητούν Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε εκθέσεις τους που αφορούν τα φορολογικά συστήματα στην Ευρώπη και τον δυτικό κόσμο γενικότερα. Ήδη οι προτεινόμενες «μεταρρυθμίσεις» εφαρμόζονται «πιλοτικά» στα διεθνή πειραματόζωα του νεοφιλελευθερισμού, με κορυφαίο παράδειγμα τη χώρα μας, και, όπως έχει δείξει η έως τώρα εφαρμογή τους, οδηγούν σε δυσβάσταχτες επιβαρύνσεις για τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα.
Η εξαμηνιαία έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τίτλο «Fiscal Monitor» υποστηρίζει πως θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στους έμμεσους φόρους και ιδιαίτερα στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ (κατάργηση εξαιρέσεων, μεταφορά σε υψηλότερο συντελεστή ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών κ.λπ.). Οι συντάκτες της έκθεσης θεωρούν πως η διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ είναι «φιλικότερο» μέτρο για την ανάπτυξη έναντι μιας γενικής αύξησης των συντελεστών του ΦΠΑ ή του φόρου εισοδήματος (πρόκειται για το γνωστό νεοφιλελεύθερο δόγμα, σύμφωνα με το οποίο οι φόροι στους πλούσιους σκοτώνουν την ανάπτυξη!), ενώ παράλληλα μπορεί να συνδυαστεί με μέτρα προστασίας των φτωχότερων στρωμάτων, τα οποία αναπόφευκτα θα πληγούν από την αύξηση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν με τίτλο «Φορολογικές μεταρρυθμίσεις στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. - Προκλήσεις στη φορολογική πολιτική για οικονομική ανάπτυξη και δημοσιονομική βιωσιμότητα». Ειδικότερα η εν λόγω έκθεση υποστηρίζει πως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η συλλογή εσόδων από ΦΠΑ δεν είναι ικανοποιητική εξαιτίας της ευρείας χρήσης μειωμένων συντελεστών και εξαιρέσεων. Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η «απλοποίηση» της σχετικής νομοθεσίας με κατάργηση όλων των ευνοϊκών καθεστώτων φορολόγησης ΦΠΑ.
Πώς μεταφράζεται αυτό για τη χώρα μας; Σύμφωνα με διαρροές που προέρχονται από την τρόικα, ζητείται από την κυβέρνηση να επανεξετάσει ρυθμίσεις όπως: α) οι μειωμένοι κατά 30% συντελεστές ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου, β) ο συντελεστής ΦΠΑ 6,5% στον τουρισμό, τα φάρμακα, τις εκδόσεις περιοδικών, βιβλίων και εφημερίδων και στα εισιτήρια του θεάτρου, γ) ο συντελεστή ΦΠΑ 13% στα τρόφιμα, στα εισιτήρια των μέσων μαζικής μεταφοράς, στα κόμιστρα των ταξί, στις υπηρεσίες επισκευής παλαιών κατοικιών, στα εισιτήρια θεαμάτων (πλην θεάτρου). Επίσης η τρόικα φέρεται να ζητεί επαναφορά του ΦΠΑ στο 23% στην εστίαση.
Παράλληλα, η Κομισιόν με πρόσχημα την επίτευξη διεθνών περιβαλλοντικών στόχων ζητεί την αύξηση τόσο του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης (καθώς έχει ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση σε σχέση με τη βενζίνη) όσο και του ΦΠΑ στο ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο. Στο πλαίσιο αυτό η Κομισιόν, όπως και το ΔΝΤ, τάσσεται υπέρ των στοχευόμενων εισοδηματικών ενισχύσεων προκειμένου να προστατευθούν τα πιο ευάλωτα, οικονομικά, νοικοκυριά από τις αυξήσεις στη φορολογία. Όμως, αν κρίνουμε από το «ελληνικό» παράδειγμα με το πετρέλαιο θέρμανσης, τότε το μοντέλο της εισοδηματικής ενίσχυσης μέσω επιδομάτων, ως αντιστάθμισμα στην αύξηση της φορολογίας, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά προστατευτικό για τα φτωχότερα νοικοκυριά.
Εκτός από τους έμμεσους φόρους, η άλλη «ιερή αγελάδα» για την άντληση εσόδων είναι η ακίνητη περιουσία. Η έκθεση του ΔΝΤ υποστηρίζει ότι οι φόροι στην ακίνητη περιουσία μπορούν να προσφέρουν σημαντικά έσοδα, δίχως να έχουν ιδιαίτερα δυσμενείς επιδράσεις στην οικονομική δραστηριότητα, ενώ θεωρούνται περισσότερο δίκαιοι σε σχέση με άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις. Όμως το ΔΝΤ παραδέχεται πως: η επιβολή φόρου στην ακίνητη περιουσία αποφέρει καλύτερα αποτελέσματα όταν α) η αγορά ακινήτων και γενικότερα η οικονομία βρίσκονται σε θετική τροχιά και β) κλείσουν τα διάφορα παράθυρα φοροαποφυγής.
Όπως όμως γίνεται αντιληπτό, καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν ικανοποιείται στη χώρα μας, γεγονός που δεν εμποδίζει τη κυβέρνηση από το να σχεδιάζει την επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας χωρίς προοδευτικότητα και αφορολόγητο όριο ώστε να μην επιβαρύνονται όσοι κατέχουν ακίνητη περιουσία μικρής, σχετικά, αξίας.
Σε ακόμη πιο νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση κινείται η έκθεση της Κομισιόν, καθώς θεωρεί ότι εκτός της αύξησης της φορολογίας στην ακίνητη περιουσία είναι αναγκαία η παράλληλη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στις αγοραπωλησίες ακινήτων, προφανώς για να διευκολυνθούν διάφοροι «επενδυτές» και άλλα «αρπακτικά» στα διάφορα κερδοσκοπικά τους παιχνίδια.
Επίσης η Κομισιόν βάζει στο στόχαστρο τις φοροαπαλλαγές, καθώς θεωρεί ότι μειώνουν την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος και επηρεάζουν δυσμενώς τα φορολογικά έσοδα. Στη χώρα μας, μετά από διαδοχικές φορολογικές απορρυθμίσεις, οι φοροαπαλλαγές έχουν ήδη γίνει «είδος προς εξαφάνιση».