Ένα είναι το βασικό ζητούμενο από την εαρινή σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας: να βρεθούν τρόποι για την ενίσχυση της παγκόσμιας οικονομίας, να στηριχθεί η ανάκαμψη εκεί που είναι εύθραυστη -στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Ευρώπη-, να συνεχιστεί η ανάπτυξη, εκεί που οι μηχανές δουλεύουν στο φουλ -στις περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες. Σ' αυτό συμφωνούν όλοι. Η μεγάλη διαφωνία είναι στο πώς. Στο κλαμπ των ανεπτυγμένων χωρών, οι Αμερικανοί και οι Ιάπωνες θεωρούν ότι ο καλύτερος τρόπος είναι η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, τα προγράμματα για την ενίσχυση της ανάπτυξης, με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών τους που έχουν βάλει μπρος και κόβουν χρήμα. Στον αντίποδα οι Γερμανοί -στον ρόλο τους ως οι ισχυροί της Ευρωζώνης, που μπορούν να υπαγορεύουν τους κανόνες- οι οποίοι επιμένουν ότι ο δρόμος για την ανάπτυξη περνάει πρώτα από τη δημοσιονομική προσαρμογή ή, όπως το διατύπωσε προχτές η Μέρκελ, «ευημερία με δανεικά δεν υπάρχει».
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο διοικητής της Bundesbank Γενς Βάιντμαν ήξεραν ότι στη σύνοδο του ΔΝΤ θα βρεθούν απομονωμένοι, αλλά πήγαν αποφασισμένοι, αν όχι να πείσουν, τουλάχιστον για να εξηγήσουν τη δική τους άποψη. Το πιθανότερο είναι ότι δεν τα κατάφεραν. Κυρίως οι Αμερικανοί, αλλά και το ΔΝΤ, θέλουν από την Ευρωζώνη να κάνει επειγόντως κάτι για να αναθερμάνει την οικονομία της, κάτι παραπάνω από το να «επιβραδύνει τη διαδικασία μείωσης των δημοσιονομικών της ελλειμμάτων», όπως ανήγγειλε ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Όλι Ρεν. Θέλουν να χαλαρώσουν οι Ευρωπαίοι τη λιτότητα, να κάνουν περισσότερες δημόσιες δαπάνες, μήπως και πάρει μπρος η ευρωπαϊκή μηχανή, που με τη στασιμότητά της απειλεί την εύθραυστη ανάκαμψη των άλλων, όπως σημείωνε στην τελευταία έκθεσή του το ΔΝΤ. Επιπλέον, το Ταμείο ζητεί και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να χαλαρώσει τη νομισματική της πολιτική, να ρίξει κι άλλο τα επιτόκια -κάτι που δεν θεωρείται απίθανο να γίνει μέχρι τον Ιούνιο.
Το θέμα είναι ότι οι Αμερικανοί που κρατάνε ζωντανή την οικονομία τους με προγράμματα ανάπτυξης, χρηματοδοτούμενα με νέο δανεισμό, τα πάνε μια χαρά, ανακάμπτουν με όλο και ταχύτερο ρυθμό. Αντίθετα η Ευρώπη μένει εγκλωβισμένη στην ύφεση ακόμη και η ισχυρή Γερμανία μετά βίας θα αναπτυχθεί με ένα αναιμικό 0,5% φέτος.
Άλλωστε, τον δρόμο των ΗΠΑ αποφάσισε να ακολουθήσει προσφάτως και ο άλλος χρόνιος ασθενής της παγκόσμιας οικονομίας, η Ιαπωνία. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας αγοράζει αφειδώς ομόλογα, έχει ανεβάσει τον στόχο του πληθωρισμού και προσπαθεί να ωθήσει τις επιχειρήσεις σε επενδύσεις και τους Ιάπωνες στην κατανάλωση. Με δανεικά. Είναι η τελευταία της ελπίδα να βγει από τον βάλτο του αποπληθωρισμού και ποντάρει χοντρά για να τα καταφέρει.
Η επιτυχία των ΗΠΑ και η προσπάθεια της Ιαπωνίας δεν κλονίζουν τις απόψεις του Σόιμπλε. Στη σύνοδο επανέλαβε μονότονα ότι «οι Ευρωπαίοι έχουν κάνει μεγάλες προόδους», ότι «το κοινό νόμισμα σταθεροποιήθηκε», ότι «οι μεταρρυθμίσεις πιάνουν τόπο», ότι «η Ευρωζώνη θα συνεχίσει να μειώνει τα ελλείμματα, ενδεχομένως με κάποιες τροποποιήσεις στα μέτρα, όταν χρειάζεται». Σύμφωνα με τον Σόιμπλε, «η νομισματική πολιτική δεν λύνει προβλήματα, απλώς αγοράζει χρόνο». Η ιαπωνική λύση δεν αρέσει καθόλου στον Σόιμπλε, ενώ θα ήθελε και η ΕΚΤ να μειώσει τη ρευστότητα, όπως άλλωστε και ο Βάιντμαν, ο οποίος στις περισσότερες μεγάλες αποφάσεις του διευθυντηρίου της Φρανκφούρτης μειοψηφεί.
Οι μόνοι σύμμαχοι που έχει ο Σόιμπλε -και μόνο στο θέμα της νομισματικής πολιτικής- είναι κάποιες από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Βραζιλία, το Μεξικό φοβούνται ότι το φθηνό χρήμα της Ιαπωνίας -αλλά και το ελάχιστα πιο ακριβό της Ευρωζώνης και των ΗΠΑ- απειλεί τις οικονομίες τους, ανατιμά το νόμισμά τους και δημιουργεί «φούσκες».
Αποφάσεις από τη σύνοδο του ΔΝΤ δεν αναμένονταν, καθώς η διαφορά αντιλήψεων φαντάζει αγεφύρωτη.