Live τώρα    
13°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
13 °C
11.5°C13.8°C
4 BF 60%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
11 °C
7.4°C13.3°C
5 BF 64%
ΠΑΤΡΑ
Αυξημένες νεφώσεις
14 °C
13.8°C15.0°C
5 BF 63%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αραιές νεφώσεις
15 °C
14.3°C16.9°C
1 BF 69%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
9 °C
8.9°C11.7°C
0 BF 100%
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελληνική οικονομία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελληνική οικονομία

ΜΑΓΑΖΙΑ

Στην Ελλάδα, όπως και σε όλο τον κόσμο, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), αυτές δηλαδή που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους, αποτελούν σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων (99,93% στην Ελλάδα και 99,82% ΕΕ28).

Οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι πολύ μικρές: μύθος και πραγματικότητα

Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι πως οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όσες δηλαδή απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους είναι περισσότερες (94,6% Ελλάδα και 93,3% ΕΕ28) - και κυρίως οι πολύ πιο μικρές, σχεδόν ατομικές (στην Ελλάδα έχουν 1,2 εργαζόμενους κατά μ.ό., ενώ στην ΕΕ28 5,7) (Πίνακας 1). 

Το μικρό επιχειρηματικό μέγεθος συνιστά καταρχάς πρόβλημα γιατί δύσκολα επιτρέπει αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας, τεχνολογική αναβάθμιση, χρηματοδότηση, ικανοποιητικό μάνατζμεντ. Έτσι, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, ενώ συνιστούν το 94,6% του αριθμού των επιχειρήσεων, αντιστοιχούν μόλις στο 46,9% της απασχόλησης και στο 19,7% προστιθέμενης αξίας. Στον αντίποδα, οι μεγάλες (πάνω από 250 εργαζόμενους), ενώ συνιστούν μόλις το 0,07% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων, αντιστοιχούν στο 17% απασχόλησης, στο 43% της προστιθέμενης αξίας (Πίνακας 1) και στο 76,8% των εξαγωγών.  

Βέβαια, στις ΜμΕ παρατηρείται ένας δυϊισμός. Υπάρχουν κάποιες που αδυνατούν να εκσυγχρονιστούν, κυρίως αυτές που χαρακτηρίζονται ως «επιχειρηματικότητα ανάγκης», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οιονεί μισθωτή απασχόληση. Στον αντίποδα, κάποιες άλλες είναι πολύ δυναμικές και τεχνολογικά προηγμένες. Ίσως γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά της 4ΒΕ είναι ο πολλαπλασιασμός εντελώς νέων, «διαταρακτικών», τεχνολογιών, που καθιστούν πολύ γρήγορα παρωχημένες τις υπάρχουσες. Αυτό δίνει ευκαιρίες ακόμη και σε πολύ μικρές (νεοφυείς) επιχειρήσεις να αποτελέσουν πρωτογενείς δημιουργούς καινοτομίας και ευρεσιτεχνιών. Υπάρχουν χώρες όπου η παραγωγικότητα των πολύ μικρών επιχειρήσεων υπερέχει όλων (Βρετανία) ή όπου υπερέχει όλων εκτός των πολύ μεγάλων (Δανία). Μάλιστα, στον τομέα των υπηρεσιών οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα από όλες (στην Εσθονία, στο Ισραήλ, στη Βρετανία, τη Δανία και τη Σουηδία - Πίνακας 2). Υπο προϋποθέσεις λοιπόν, και το μικρό μέγεθος μπορεί να αποκτήσει μεγάλη δυναμική.

Σημασία των πολιτικών για τις ΜμΕ: δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις

α) Οι ΜμΕ ως πρόβλημα

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. θεωρεί τις μεγάλες επιχειρήσεις τον βασικό, ενδεχομένως τον μοναδικό αναπτυξιακό μοχλό, ενώ τις μικρές ως μια ελληνική ιδιαιτερότητα, de facto εισφοροδιαφεύγουσες, με πολύ χαμηλή παραγωγικότητα. Στηρίζεται λοιπόν σε θεωρίες εξυγίανσης της οικονομίας μέσω της «ευθανασίας του εμποράκου». Έμπλεη νεοφιλελεύθερων παραδοχών, παραπέμπει σε αύξηση του μεγέθους τους, εξαγορά ή/και δορυφοροποίησή τους, εναλλακτικά στην πτώχευσή τους. Η Έκθεση Πισσαρίδη, το θεωρητικό θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής, υποστηρίζει πως το μικρό μέγεθος αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

β) Οι ΜμΕ, υπό κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να διασφαλίσουν βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και οικονομική δημοκρατία

Αντίθετα, εμείς θεωρούμε πως οι ΜμΕ είναι κρίσιμες οικονομικά αλλά και κοινωνικοπολιτικά. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η παραγωγικότητα και η οικονομική ανάπτυξη συμβάδιζαν διεθνώς με την κοινωνική συνοχή. Όμως, σταδιακά οδηγηθήκαμε σε διαρκή μεγέθυνση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, των γιγαντιαίων κεφαλαίων συμμετοχών και των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών. Πρόσφατα αυξήθηκε εκθετικά η δραστηριοποίηση των πάσης φύσεως ηλεκτρονικών πλατφορμών (Amazon, e-bay, alibaba, Airbnb κ.λπ.), με τεράστιες συνέπειες στη λειτουργία της οικονομίας.

Οι ανωτέρω εξελίξεις δημιούργησαν μια τάξη εξαιρετικά πλουσίων ανθρώπων, που κατέχει μεγάλο και συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου. Η συγκέντρωση παραγωγής και πλούτου σε ελάχιστα χέρια όχι μόνο είναι ασύμβατη με την κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά και έχει ουσιώδεις παρενέργειες στην ίδια τη δημοκρατία.

Με την ένταση της παγκοσμιοποίησης, όλες οι επιχειρήσεις που πωλούν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά, ακόμη και το κατάστημα της γειτονιάς που πουλάει ρούχα ή βιβλία, πρέπει σε τελική ανάλυση να πωλούν σε διεθνώς ανταγωνιστικές τιμές. Συνεπώς, οι ΜμΕ για να επιβιώσουν πρέπει να γίνουν πολύ πιο ανταγωνιστικές. Ωστόσο, θα είναι δυστοπικό ένα μέλλον όπου ο φούρνος, το γειτονικό γαλατάδικο, σουβλατζίδικο, βιβλιοπωλείο ή κατάστημα ρούχων θα αποτελεί τμήματα κάποιας πολυεθνικής αλυσίδας.

Είναι κρίσιμη η διατήρηση της ανεξαρτησίας των περισσότερων ΜμΕ. Αυτό όμως απαιτεί πολιτικές υποβοήθησης της παραγωγικότητάς τους. Τα μειονεκτήματά τους δεν αποτελούν «φυσικά» και ανυπέρβλητα εμπόδια και μπορούν να αντιμετωπιστούν κατάλληλα:

1ον Με πολιτικές που θα συμβάλλουν στην απόκτηση κρίσιμου μεγέθους: μέσω συνεργασιών (παραγωγικοί συνεταιρισμοί, clusters κ.τ.λ.), συγχωνεύσεων ή συμμετοχής σε εγχώριες ή και παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Είναι χαρακτηριστικό εδώ το πρόσφατο ν/σ «Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων μέσω συνεργασιών και εταιρικών μετασχηματισμών». Η ύπαρξη κινήτρων μεγέθυνσης είναι σημαντική. Όμως, το νομοσχέδιο είναι μονομερές, καθώς οδηγεί σε εξαγορές μικρών επιχειρήσεων από μεγάλες, ενώ δεν πριμοδοτεί τη συνεργασία, τον συνεταιρισμό. Επιπλέον δεν έχει προβλέψεις για συνενώσεις ή συνεργασίες - δικτύωση των πολύ μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή της συντριπτικής πλειονότητας.

2ον Με πολιτικές δημιουργίας υποστηρικτικών δομών των ΜμΕ, για να ανταποκριθούν στις επίκαιρες προκλήσεις και να αποτελέσουν ισχυρό ανάχωμα στην ανέλεγκτη ολιγο/μονοπωλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε δημιουργήσει τη «Δομή στήριξης ΜμΕ», με συμμετοχή της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ και του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) και εξασφάλισε χρηματοδότησή της για τρία χρόνια. Η Δομή στόχευε να βοηθήσει τις ΜμΕ για τεχνολογική - ψηφιακή αναβάθμιση, διευκόλυνση πρόσβασης σε διεθνείς αγορές, προτυποποίηση, απόκτηση brand name, αναδιάρθρωση κ.τ.λ. Όμως η κυβέρνηση της Ν.Δ. σιωπηρά την εγκατέλειψε.

3ον Με πολιτικές χρηματοδοτικής υποστήριξης ΜμΕ: Η χρηματοδότηση αποτελεί σήμερα κυρίαρχο πρόβλημα στις ΜμΕ. Όπως σημειώνουν οι ίδιες οι τράπεζες, μόλις 25.000-30.000 επιχειρήσεις σε σύνολο 719.000 πληρούν τα πιστωτικά κριτήρια δανειοδότησης. Επίσης το σύνολο των δανείων μέσω του ταμείου ανάκαμψης κατευθύνονται από την κυβέρνηση στις τράπεζες προς χρηματοδότηση με αποκλειστικά τραπεζικά κριτήρια.

4ον Με πολιτικές διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων: Οι μεγάλες υπερτερούν συχνά (όχι όμως υποχρεωτικά) έναντι των ΜμΕ, γιατί το μέγεθος τους παρέχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Όμως, υπάρχουν επιπρόσθετοι σημαντικότατοι «εξωοικονομικοί» λόγοι, σχετιζόμενοι με προσοδοθηρία και προνομιακή (πολιτική) μεταχείριση: το φορολογικό, οικολογικό και εργασιακό «ντάμπινγκ», προνομιακή χρηματοδότηση κ.τ.λ. Οι συλλογικές εκπροσωπήσεις των ΜΜΕ πρέπει λοιπόν να «πολιτικοποιηθούν», ώστε να διεκδικήσουν θεσμικά ίσους όρους ανταγωνισμού.

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι κατεξοχήν το μικρό επιχειρηματικό μέγεθος, αλλά το ακολουθούμενο αναπτυξιακό υπόδειγμα

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. ακολουθεί την πολιτική της «φτηνής» ανάπτυξης, ακολουθεί τον «κατηφορικό δρόμο» (“low road”) με έμφαση στη μείωση του κόστους εργασίας, χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, ανοχή περιβαλλοντικής υποβάθμισης (φυσικής / πολιτιστικής). Στηρίζεται αναπτυξιακά στον τουρισμό και στις κατασκευές, δείχνοντας τυφλή εμπιστοσύνη στις «αγορές», αποφεύγοντας κάθε έννοια σχεδιασμού.

Αντίθετα, η αναπτυξιακή διαδρομή που πρέπει να ακολουθηθεί είναι η «ποιοτική ανάπτυξη» μέσω του «ανηφορικού δρόμου» (“high road”). Χρειάζεται τολμηρή αλλαγή κοινωνικο-οικονομικού παραδείγματος, με αύξηση της παραγωγής αγαθών υψηλής προστιθέμενης αξίας, που θα προκαλέσει αύξηση στη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές.

Έτσι, θα ξεφύγουμε από την «παγίδα των χωρών μεσαίου εισοδήματος» (που αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις περισσότερο αναπτυγμένες, ενώ παράλληλα απειλούνται από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες). Αυτό προϋποθέτει να ανακαλύψουμε ένα «αναπτυξιακό μονοπάτι» που θα υποστηρίξει ένα μεγάλο παραγωγικό «άλμα»». Αυτό το εγχείρημα δεν είναι απλό στη σύλληψη, ούτε εξασφαλισμένης κατάληξης, για ποικίλους λόγους:

1ος Το κράτος / δημόσια διοίκηση με την ευρύτερη έννοιά του (κυβέρνηση, κόμματα, Βουλή κ.τ.λ.) είναι αδύναμο, άγεται και φέρεται από συμφέροντα και αδράνειες. Ένα κράτος που έχει χάσει πολλά από τα εργαλεία άσκησης πολιτικής, όπως επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΔΕΗ, ΟΣΕ κ.τ.λ.), τράπεζες κ.τ.λ. Απαιτείται λοιπόν η ισχυροποίησή του (αντί της τρέχουσας περαιτέρω αποδυνάμωσής του), χρειάζεται η δημόσια διοίκηση αλλά και οι κοινωνικοί εταίροι να αναλάβουν ευθύνες και ρίσκα, να ενεργοποιηθεί η επιστημονική / ερευνητική κοινότητα - και μαζί χρειάζεται μια ισχυρή πολιτική ηγεμονία, με κατανόηση των προαναφερθέντων προβλημάτων και ικανότητα αντιμετώπισής τους.

2ος Διαχρονικά το ελληνικό κράτος αδυνατεί να σκεφτεί στρατηγικά, καθώς στερείται δυνατοτήτων οργανωμένης ανάλυσης της πραγματικότητας. Μόνιμα απουσιάζει η «συλλογική αναλυτική δυνατότητα» από την κυβερνητική λειτουργία. Επικρατεί έλλειψη σχεδιασμού, συντονισμού, εφαρμογής και αξιολόγησης της πορείας των δημόσιων πολιτικών επί τη βάσει δεδομένων. Απαιτείται λοιπόν αναβάθμιση της φιλοσοφίας του σχεδιασμού δημόσιας / αναπτυξιακής πολιτικής, ώστε να ανταποκριθεί σε κεντρικές κοινωνικές προκλήσεις όπως η κλιματική κρίση, η δημογραφική παρακμή, οι ανισότητες και ιδίως η αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος.

3ος Σήμερα πρακτικά δεν ασκούνται βιομηχανικές πολιτικές (industrial policies) στην Ελλάδα, σε αντίθεση με όλα σχεδόν τα αναπτυγμένα και ταχέως αναπτυσσόμενα κράτη, ώστε να υπερκερασθούν τα τρέχοντα ανεπαρκή στατικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και να δομηθούν νέα.

Κλείνοντας, θα πρέπει να τονίσουμε ότι, μετά την ουκρανική κρίση, η επινόηση ενός υποσχόμενου αναπτυξιακού μονοπατιού καθίσταται δυσχερέστερη, λόγω των διεθνών εξελίξεων (αμφισβήτηση παγκοσμιοποίησης, στασιμοπληθωρισμός κ.τ.λ.). Όμως κάθε κρίση είναι και ευκαιρία. Υπολογίζοντας σωστά τις δυνατότητές μας, μπορούμε να ανεβούμε στο νέο αναπτυξιακό κύμα, αποκτώντας το πλεονέκτημα του πρωτοπορούντος. Εάν κάτι πρέπει να μας φοβίζει, δεν είναι η επερχόμενη κρίση, αλλά το να συνεχίσουν να μην ασκούνται οι κατάλληλες πολιτικές. Γι’ αυτό και έχει ιδιαίτερη σημασία να υποστηριχθούν εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που κατανοούν τα αναπτυξιακά προβλήματα και να βρεθούν στο τιμόνι της χώρας σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους.

* Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, πρώην Γενικός Γραμματέας Στρατηγικών & Ιδιωτικών Επενδύσεων, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL