Την επέκταση της χρήσης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στoν χώρο της επιβατηγού ναυτιλίας σηματοδοτεί η υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας (MoU) μεταξύ των ΔΕΠΑ και Attica Group, τη μητρική εταιρεία των Superfast Ferries και Blue Star Ferries.
Οι δύο εταιρείες θα προβούν στην από κοινού μελέτη των παραμέτρων και των προϋποθέσεων για τη χρησιμοποίηση του LNG σε πλοία του στόλου της Attica Group και, με βάση τα συμπεράσματα που θα προκύψουν, θα αποφασίσουν την περαιτέρω ανάπτυξη της συνεργασίας τους.
Σύμφωνα με τη ΔΕΠΑ, η χρήση φυσικού αερίου στη ναυτιλία προσφέρει στον ναυτιλιακό κλάδο δυνατότητες προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία, εάν συνοδευτεί από ταυτόχρονη σημαντική μείωση του κόστους λειτουργίας, θα ανοίξει νέους ορίζοντες στον κλάδο. Παράλληλα, διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς την υφιστάμενη νομοθεσία σχετικά με την περιεκτικότητα των καυσίμων πλοίων σε θείο, καθώς και την από 27.10.2016 απόφαση του Ιnternational Μaritime Οrganization για την υιοθέτηση σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα του ορίου 0,5% στην περιεκτικότητα των ναυτιλιακών καυσίμων σε θείο από 1η.1.2020. Προσφέρει δε καλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα έναντι άλλων εκπομπών αερίων ρύπων και πέραν των νομοθετικών υποχρεώσεων.
Στην κατεύθυνση αυτή οι δύο εταιρείες συμμετέχουν στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα POSEIDON MED II, το οποίο αποσκοπεί στην εισαγωγή του LNG ως κύριο καύσιμο για τη ναυτιλιακή βιομηχανία και στην ανάπτυξη ενός επαρκούς δικτύου υποδομών ανεφοδιασμού των πλοίων με LNG.
Στοχεύει στον σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης αλυσίδας λιμανιών για τη χρήση LNG ως καύσιμο στα πλοία, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης ενός εφοδιαστικού δικτύου για τη μεταφορά και διανομή LNG, καθώς και τη δημιουργία μιας σωστά οργανωμένης και βιώσιμης αγοράς.
Το έργο, συντονιστής του οποίου είναι η ΔΕΠΑ, έχει διάρκεια 5 χρόνια και λήγει στο τέλος του 2020. Συμμετέχουν Ελλάδα, Ιταλία και Κύπρος και περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα έξι λιμάνια (Πειραιά, Πάτρας, Ηρακλείου, Βενετίας, Ηγουμενίτσας, Λεμεσού). Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 53.279.405 ευρώ και συγχρηματοδοτείται κατά 50% από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (“Συνδέοντας την Ευρώπη”), ενώ το υπόλοιπο 50% καλύπτεται από τους 26 εταίρους του προγράμματος (επιχειρήσεις των τριών χωρών).