Live τώρα    
Εν αναμονή της επόμενης μέρας για τον ΔΕΣΦΑ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εν αναμονή της επόμενης μέρας για τον ΔΕΣΦΑ

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αποχώρησης διαδραματιζόταν τους τελευταίους μήνες σε σχέση με την κατάληξη της πώλησης του ΔΕΣΦΑ στην αζέρικη εταιρεία SOCAR, όμως ένα νέο κεφάλαιο μπορεί πλέον να ανοίξει ως προς τις επιλογές της “επόμενης μέρας” για το μέλλον των δικτύων μεταφοράς φυσικού αερίου.

Η τελική έκβαση με την αποχώρηση της SOCAR ήταν σχεδόν αναμενόμενη πια, καθώς οι δύο πλευρές είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να ολοκληρώσει μόνο μια διαδικασία που είχε προαποφασιστεί και δρομολογηθεί από το 2013, τηρώντας τους όρους του τότε διαγωνισμού καθώς και την εθνική και κοινοτική νομοθεσία.

Η κατάληξη της συγκεκριμένης συναλλαγής, μετά την απόφαση της SOCAR να απεμπλακεί, έφτασε πλέον να ερμηνεύεται ως “αποτυχία”, με τα σενάρια από διάφορα κέντρα περί επικείμενων κινδύνων σε πολλαπλά επίπεδα να εντείνονται.

Ωστόσο, η κυβέρνηση μπορεί πλέον να επαναπροσδιορίσει τις επιλογές και τους όρους που θα τεθούν στο πλαίσιο είτε μιας νέας διαγωνιστικής διαδικασίας, είτε ενός άλλου σχεδιασμού με διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις, ενδεχομένως ακολουθώντας και πρότυπες πρακτικές, όπως αυτή που αφορά τον -σε εξέλιξη- πλήρη διαχωρισμό του έτερου διαχειριστή δικτύων μεταφοράς στην ηλεκτρική ενέργεια -του ΑΔΜΗΕ- από τη ΔΕΗ, διατηρώντας το 51% υπό δημόσιο έλεγχο.

Μια τέτοια προσέγγιση -που έχει “πέσει στο τραπέζι” εδώ και καιρό όταν διαφάνηκε το αδιέξοδο- αφενός επαναφέρει την αξία των δικτύων (εν προκειμένω αγωγοί, υποδομές όπως ο μοναδικός τερματικός σταθμός της Ρεβυθούσας κ.λπ., που αποτελούν δημόσια περιουσία) στη σωστή της διάσταση αναδεικνύοντας τη στρατηγική σημασία της διατήρησης πλειοψηφικού μεριδίου του Δημοσίου (πρακτική που ακολουθείται στην Ε.Ε.) και αφετέρου δίνει τη δυνατότητα για ένα διαφορετικό πολιτικό αποτύπωμα, που μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς.

Επιπλέον, δίνεται η ευκαιρία να συνυπολογιστούν οι σημερινές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας και οι τρέχουσες εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα, που δημιουργούν δυναμικές σχέσεις και νέα δεδομένα τόσο σε γεωπολιτικό επίπεδο όσο και στις αγορές.

Άλλωστε, και τα ΕΛ.ΠΕ. φαίνεται πως, συνεκτιμώντας τα προαναφερθέντα και τις θετικές αποδόσεις του ΔΕΣΦΑ, είναι πιθανό να περιορίσουν το προς πώληση ποσοστό τους, ενώ ονόματα μεγάλων ξένων εταιρειών (εντός και εκτός Ε.Ε.) που “κυκλοφορούν” τελευταία φέρονται να εκδηλώνουν ζωηρό ενδιαφέρον για συμμετοχή τους σε κάποιο νέο σχήμα.

Σαφώς, δεν πρόκειται για μια εύκολη υπόθεση εν μέσω μνημονιακών πιέσεων και ιδιαίτερα όταν θίγονται... “κεκτημένα” των δανειστών. Είναι μάλλον βέβαιο ότι θα εκφραστεί δυσαρέσκεια από την πλευρά των θεσμών, ενώ το θέμα αναμένεται να συζητηθεί και στο αυριανό Eurogroup.

Για την ιστορία

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για τον τερματισμό της διαδικασίας μεταβίβασης του 66% των μετοχών του ΔΕΣΦΑ, που βρίσκεται σε εκκρεμότητα για περισσότερα από τρία χρόνια, βάσει συγκεκριμένων επιλογών και όρων, όπως είχαν τεθεί από την κυβέρνηση Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ, η οποία και κληροδοτήθηκε στη σημερινή κυβέρνηση.

H ιδιωτικοποίηση-πώληση του 66% του Διαχειριστή στην SOCAR, αφορά 31% από το Δημόσιο (μέσω ΤΑΙΠΕΔ) και 35% από τα ΕΛ.ΠΕ., με τίμημα ύψους 400 εκατ. ευρώ -ποσό που αναλύεται σε 188 εκατ. και 212 εκατ. ευρώ, για Δημόσιο και ΕΛ.ΠΕ. αντίστοιχα. Το Δημόσιο θα διακρατούσε το υπόλοιπο 34%. Η SOCAR ήταν ο μοναδικός επενδυτής που κατέθεσε τελικά προσφορά, ιδιαίτερα χαμηλή αρχικά -στα 305 εκατ. (σ.σ.: στα επίπεδα σχεδόν που απαιτούσε να επανέλθει το τελευταίο διάστημα)- που τελικά “βελτιώθηκε” φτάνοντας στα 400 εκατ., όταν στις αρχικές προσφορές στην πρώτη φάση του διαγωνισμού περιλαμβανόταν διπλάσιο ποσό.

Μεσολάβησαν και οι παρεμβάσεις της Ε.Ε. (Επιτροπή Ανταγωνισμού) ως προς τον περιορισμό της συμμετοχής της αζέρικης εταιρείας στο μετοχικό κεφάλαιο του ΔΕΣΦΑ. Καθώς επέβαλε περιορισμό του μεριδίου της SOCAR κατ’ ανώτατο έως 49% και ως εκ τούτου τη συμμετοχή και άλλου ετέρου (εν προκειμένω ενδιαφέρον για τουλάχιστον 17% υπήρξε από την ιταλική εταιρεία Snam), η απόφαση της Ε.Ε. έθεσε την αζέρικη εταιρεία σε θέση “παθητικού μετόχου”, με ό,τι αυτό συνεπάγεται έναντι των αρχικών προθέσεων.

Παράλληλα, την τελευταία περίπου διετία η μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου, που ως γνωστόν συμπαρέσυρε και τις τιμές του φυσικού αερίου προς τα κάτω, αλλά και οι ευρύτερες οικονομικές συνθήκες φαίνεται πως δημιούργησαν προβλήματα ρευστότητας και στην αζέρικη εταιρεία, εγείροντας ερωτηματικά για το κατά πόσο τελικά θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μια συμφωνία “κλεισμένη” με δεδομένα που ίσχυαν πριν από περίπου τρεισήμιση χρόνια.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η τροπολογία Σκουρλέτη, που ενισχύει την ελληνική παραγωγή και είναι υπέρ των καταναλωτών, από το καλοκαίρι μέχρι και πρόσφατα, σχεδόν δαιμονοποιήθηκε από διάφορα κέντρα, αφού υπεδείχθη ως υπαίτια πολιτική επιλογή για την, στην ουσία, προαναγγελθείσα αποχώρηση της αζέρικης πλευράς.

Η “επίμαχη” τροπολογία

Υπενθυμίζεται ότι η ρύθμιση αφορούσε τον εξορθολογισμό της ανακτήσιμης διαφοράς του ΔΕΣΦΑ και τον επανακαθορισμό της Ρυθμιζόμενης Περιουσιακής Βάσης του, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρογκη αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου.

Ο επανακαθορισμός κρίθηκε επιβεβλημένος, κατ’ αρχάς λόγω της υποχρέωσης να διορθωθούν μεθοδολογικά σφάλματα και λανθασμένες πρακτικές που δεν επιτρέπεται να διατηρούνται σε ισχύ.

Η διαμόρφωση της συνολικής ανακτήσιμης διαφοράς σε 829 εκατ. ευρώ, σε συνδυασμό με τον υφιστάμενο κανονισμό τιμολόγησης της χρήσης του δικτύου φυσικού αερίου, θα οδηγούσε σε εξωπραγματικές αυξήσεις στα τέλη χρήσης, κατά 68%, που τελικά μέσω της ρύθμισης περιορίστηκαν περίπου στο μισό.

Οι κυβερνητικές προθέσεις σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ήταν άλλωστε γνωστές σε όλους τους εμπλεκόμενους, και στους αγοραστές, και σε καμία περίπτωση οι τελικές αλλαγές δεν συνιστούσαν διαφοροποίηση στους όρους της διαγωνιστικής διαδικασίας.

Όσο για την αλλαγή επί τα χείρω των προσδοκώμενων μελλοντικών κερδών τους που επικαλέστηκαν οι αγοραστές, αφενός έτσι κι αλλιώς τα δεδομένα στην ελληνική αγορά έχουν αλλάξει σημαντικά και μάλιστα με δυναμικό τρόπο στην κατεύθυνση της περαιτέρω ανάπτυξης του δικτύου και συνακόλουθα της μεγαλύτερης διείσδυσης του αερίου (σ.σ.: γιατί δεν ελήφθη αυτό υπόψη;) και αφετέρου οι εθνικές, πολιτικές επιλογές με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον δεν είναι δυνατό να αγνοούνται ούτε από τις αγορές. Σε κάθε περίπτωση, η υπονόμευση μιας αναπτυσσόμενης αγοράς με οφέλη σε πολλά επίπεδα δεν θα εξυπηρετούσε ούτε τους μακροπρόθεσμους στόχους των επενδυτών.

Αντιθέτως, η ρύθμιση αυτή μετατράπηκε σε επιχείρημα για τους αγοραστές όχι μόνο σε σχέση με τη διαφαινόμενη διάθεση απεμπλοκής τους από την ολοκλήρωση της συναλλαγής, αλλά και για να εγείρουν απαιτήσεις που συνιστούσαν αλλαγή των όρων της διαδικασίας, όπως η μείωση του τιμήματος κατά τουλάχιστον 100 εκατ. η παράδοση του συνόλου των διαθεσίμων της εταιρείας με παραίτηση του Δημοσίου από το δικό του μερίδιο, ακόμα και η καταβολή σε... δόσεις του τιμήματος, εν είδη αποζημίωσης για τις μελλοντικές τους απώλειες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0