Μειώσεις τόσο σε επίπεδο συνολικής αξίας εξαγωγών όσο και αξίας εξαγωγών χωρίς πετρελαιοειδή, σε μηνιαία, αλλά και εξαμηνιαία βάση, έφερε ο περασμένος Ιούνιος στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας. Αποτέλεσμα, η συνολική αξία των εξαγωγών του περασμένου Ιουνίου να μειωθεί κατά 6,6% και εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών κατά 4,5% (προσωρινά στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ), ενώ σε επίπεδο εξαμήνου μειώθηκαν κατά 8,1% και 1,4% αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή.
Και αν η πορεία των εξαγωγών της χώρας έχει χτυπήσει καμπανάκι, κόκκινος συναγερμός πρέπει να σημάνει από την πορεία των εισαγωγών, οι οποίες διατηρούν το momentum των τελευταίων εξίμισι ετών που η χώρα βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση. Παρ’ ότι και αυτές κινήθηκαν πτωτικά, εν τούτοις οι πιέσεις που δέχθηκαν δεν ήταν του ίδιου μεγέθους.
Συγκεκριμένα τον Ιούνιο, σε επίπεδο συνολικής αξίας, μειώθηκαν κατά 5,2% -αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή η μείωση ήταν 2,7%-, ενώ σε επίπεδο 6μήνου, στις συνολικές ελληνικές εισαγωγές η μείωση ήταν ακόμη ηπιότερη, 3,5% (στα 21,5 δισ. ευρώ από 22,3 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2015), και χωρίς τα πετρελαιοειδή κατεγράφη οριακή μείωση 1,4%, με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν στα 16,4 δισ. ευρώ. Αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταβολών σε εξαγωγές και εισαγωγές ήταν να αυξηθεί το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο εξάμηνο κατά 2,8%, στα 9,53 δισ. ευρώ (από 9,27 δισ. ευρώ στο α’ εξάμηνο του 2015), ενώ εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε εκρηκτικά κατά 15,3% ή κατά 1,14 δισ. ευρώ.
Ανελαστική δαπάνη οι εισαγωγές
Αν υπάρχει μια αγορά που έμεινε αλώβητη στο πέρασμα των έξι τελευταίων ετών όπου η χώρα κινείται στον ρυθμό των Μνημονίων, και την οποία δεν άγγιξε ούτε η επιβολή των capital controls, δεν είναι άλλη από τις εισαγωγές.
Ούτε λίγο ούτε πολύ η Ελλάδα έχει ξοδέψει τα τελευταία εξίμισι χρόνια 2010 -το α' εξάμηνο του 2016, για εισαγωγές συνολικά 301,249 δισ. ευρώ, ποσό το οποίο διαμορφώνεται στα 216,4 δισ. ευρώ αν εξαιρεθούν από τις δαπάνες οι εισαγωγές πετρελαιοειδών και πλοίων. Κάτι που επιβεβαιώνει αφενός ότι οι εισαγωγές αποτελούν την πλέον ανελαστική δαπάνη και δη καταναλωτική και αφετέρου ότι η χώρα δεν μπορεί, λόγω της αποψίλωσης της πρωτογενούς παραγωγής και της κατάρρευσης λόγω κρίσης της μεταποίησης, να παράγει για να καλύψει τις ανάγκες της. Η μοναδική αξιόλογη μείωση των ελληνικών εισαγωγών, χωρίς τα πετρελαιοειδή, αυτή την εξαετία ήταν το 2011, οπότε υποχώρησαν στα 32,906 δισ. ευρώ από 37,477 δισ. ευρώ το 2010, για να κινηθούν τα επόμενα χρόνια πέριξ των 30 δισ. ευρώ.
Συγκεκριμένα το 2012 διαμορφώθηκαν στα 30,347 δισ. ευρώ, το 2013 στα 28,869 δισ. ευρώ και το 2014 στα 30,722 δισ. ευρώ. Ακόμη όμως και το 2013, που οι εισαγωγές υποχώρησαν κάτω από το ψυχολογικό φράγμα των 30 δισ. ευρώ, η αξία των εισαγωγών ανά τόνο ήταν υψηλότερη κατά 8,3% σε σχέση με το 2011 αλλά και από το 2010, όταν η Ελλάδα εισήγαγε προϊόντα αξίας 37,477 δισ. ευρώ.
Τάση η οποία συνεχίσθηκε και πέρυσι, όταν κανείς θα περίμενε ότι η επιβολή των capital controls θα πίεζε τις εισαγωγές. Αυτό δεν συνέβη. Αντιθέτως με βάση επίσημα στοιχεία, οι εισαγωγές, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, παρέμειναν επί της ουσίας σταθερές σε σχέση με το 2014, καταγράφοντας οριακή μείωση 0,2% ή κατά 75 εκατ. ευρώ, κινούμενες στα επίπεδα των 30,6 δισ. ευρώ, με τις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, που αποτελούν το 57% του συνόλου και εξακολουθούν να είναι η σημαντικότερη κατηγορία, να έχουν ενισχυθεί έστω και οριακά κατά 1,1% (σε 24,252 δισ. ευρώ).
Αμετάβλητο το μείγμα των εισαγωγών
Από τις 73 κυριότερες κατηγορίες προϊόντων που εισάγει η χώρα διαχρονικά οι 13 κινήθηκαν έστω και οριακά ανοδικά (ξεχωρίζουν πετρέλαιο, μέταλλα, φυσικό αέριο και laptops/tablets), οι 25 πτωτικά (κυρίως φάρμακα, οχήματα, ένδυση), ενώ 35 είναι ουσιαστικά αμετάβλητες, γεγονός που σημαίνει ότι δεν αλλάζει το μείγμα των εισαγωγών.
Αυτή την εξαετία υπολογίζεται πως η Ελλάδα εισήγαγε Η/Υ, laptops και tablets αξίας στα επίπεδα των 4 δισ. ευρώ και πάνω από 5,5 δισ. ευρώ για αγορά τηλεφωνικών συσκευών, όπως smartphones.
Όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του καθηγητή Γ. Μπάλτα που διεξήχθη στο Εργαστήριο Μάρκετινγκ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, υποχώρησε εφέτος στα 49,5 ευρώ, από τα 54,5 ευρώ που ήταν το 2015.
Σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, το 71% των καταναλωτών δήλωσε ότι αγοράζει φθηνότερα προϊόντα (από 68% έναν χρόνο πριν), το 80% αγοράζει λιγότερα προϊόντα (από 74%), το 87% συγκρίνει τιμές σε προϊόντα και καταστήματα και το 70% περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα (ποσοστό που πέρυσι ήταν στο 69%).
Τα δομικά προβλήματα των εξαγωγών
Τα βαθύτερα αίτια της υποχώρησης των εξαγωγών είναι πολλά και πολυπαραγοντικά, όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς. Η έλλειψη ρευστότητας, το υψηλό κόστος πρώτων υλών και το φορολογικό βάρος είναι ορισμένα μόνο από τα διαχρονικά προβλήματα που ταλανίζουν τις επιχειρήσεις.
Κι όμως, όπως σημειώνουν οι ίδιοι, αυτά τα προβλήματα από μόνα τους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την κατάσταση των ελληνικών εξαγωγών που παραμένουν καθηλωμένες. Αυτό που φταίει, ή για να είμαστε πιο ακριβείς αυτό που χρειάζεται για να αναστραφεί αυτή η εικόνα είναι, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, σχεδιασμός, όραμα, δέσμευση από την πλευρά του επιχειρηματία, ζεστό χρήμα, εθνική στρατηγική και φυσικά χρόνος. Σύμφωνα με τους ίδιους, εξαγωγές από τη μία ημέρα στην άλλη δεν γίνονται. Η λογική τού ξύπνησα ένα πρωί και αποφάσισα να ξεκινήσω εξαγωγές... στέλνοντας ένα κοντέινερ στην Κίνα χωρίς να γνωρίζω την αγορά, απλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
Τα παραδείγματα άλλωστε όσων ελληνικών επιχειρήσεων έχουν καταφέρει να σταθούν στο παγκόσμιο στερέωμα -ναι, υπάρχουν και τέτοια- επιβεβαιώνουν αυτό ακριβώς. Ότι, δηλαδή, χρειάζεται χρόνος.
Πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ΦΑΓΕ. Η γαλακτοβιομηχανία των αδελφών Φιλίππου έγινε αυτό που έγινε και κατάφερε όχι μόνο να πετύχει εξαγωγικά αλλά και να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο trend, το ελληνικό γιαούρτι, σε βάθος δεκαετιών. Βέβαια, πέρα από χρόνο χρειάζεται και όραμα. Η περίπτωση του Σπύρου Θεοδωρόπουλου της Chipita, ο οποίος έχει βαλθεί να μάθει και τους Ινδούς να τρώνε τα κρουασάν του, είναι χαρακτηριστική.
Αντίστοιχες είναι οι περιπτώσεις της BIC Βιολέξ, που εξάγει τα ξυραφάκια της αξίας άνω των 100 εκατ. ευρώ μεταξύ των άλλων και στις ΗΠΑ, της καλαματιανής εταιρείας Παπαδημητρίου, η οποία χρειάσθηκε 11 χρόνια για να είναι σήμερα σε θέση να εξάγει 3 στα 4 προϊόντα που παράγει, και της Smirdex, η οποία από την Ξάνθη εξάγει το 85% του τζίρου της σε 50 χώρες.
Αυτά τα παραδείγματα από μόνα τους επιβεβαιώνουν αφενός ότι οι εξαγωγές για κάποιες εταιρείες και για κάποιους επιχειρηματίες είναι αυτοσκοπός και αφετέρου ότι για να επιτύχεις σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως είναι το διεθνές δεν χρειάζονται ευχολόγια αλλά εξαγωγική κουλτούρα, συνέχεια, συνέπεια και έρευνα της αγοράς. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, «για να πετύχεις, ή, ακριβέστερα, για να μπορέσεις να σταθείς στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, χρειάζεται να επενδύσεις και να πεις ένα story το οποίο να έχει βάση».