Μετά τη συμφωνία του Μνημονίου 3, και ειδικότερα μετά την πρόσφατη επιτυχή πρώτη αξιολόγηση, η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι η σταθεροποίηση έπειτα από μια εξαετία διαρκούς διολίσθησης του ΑΕΠ (25%) θα εκκινήσει αργά -ίσως πολύ αργά- την πολυπόθητη αύξηση της απασχόλησης.
Οι προσδοκίες είναι βάσιμες και ενισχύονται από τη σταθερή τον τελευταίο ενάμιση χρόνο μικρή μείωση της ανεργίας. Ωστόσο, τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) δείχνουν μια "παγωμένη" εικόνα στο πεδίο της απασχόλησης. Ακόμα χειρότερα φαίνεται συγκυριακά ότι μειώνονται συνεχώς οι ευκαιρίες απασχόλησης που παρουσιάζονται στο σύνολο της εγχώριας οικονομίας και κατά συνέπεια οι διαθέσιμες - κενές θέσεις εργασίας. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η σταθεροποίηση θα συμβαδίσει μελλοντικά με "άνεργη ανάπτυξη" ή με αύξηση της απασχόλησης.
Πάντως, στη σημερινή εικόνα φαίνεται να είναι καθοριστικής σημασίας η κατίσχυση της αγοράς εργασίας από όλες τις μορφές ευέλικτης απασχόλησης -κάτι βέβαια που εδραιώθηκε μετά το 2012- και συνοκόλουθα η διαρκής εσωτερική υποτίμηση με ταυτόχρονη και συνεχή μείωση των μισθών.
Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε σε μια φάση που η απασχόληση διατηρείται σε χαμηλά ποσοστά, παρά τη μικρή, αλλά σταθερή, μείωση του ποσοστού ανεργίας. Και κυρίως σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ φαίνεται να έχουμε μια μείωση των "κενών θέσεων εργασίας". Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, καλύτερες προοπτικές απασχόλησης δείχνουν τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗΣ και οι Δείκτες Απασχόλησης που δημοσιοποίησε το υπουργείο Εργασίας.
Η ΕΛΣΤΑΤ με τον όρο "κενές θέσεις εργασίας" θεωρεί μια νεοδημιουργηθείσα θέση, ή μια θέση ήδη κενή, ή μια θέση που πρόκειται να κενωθεί σύντομα, για την οποία ο εργοδότης έχει προβεί σε δραστικές ενέργειες για να βρει το κατάλληλο άτομο για να την καλύψει. Η συνεχής μείωση των διαθέσιμων θέσεων εργασίας που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα επιτείνει ένα από τα δομικά προβλήματα της εγχώριας αγοράς εργασίας, τη δυσκολία εισόδου των νέων στην απασχόληση.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ για τις κενές θέσεις εργασίας στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, κατά το Α’ τρίμηνο του 2016 τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας παρουσιάζει μείωση κατά 2,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015, έναντι μείωσης 1,4% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του 2015 με το 2014.
Μάλιστα, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ενώ το 2014, από το Β' τρίμηνο και μετά, υπήρξε μια μικρή, αλλά ευδιάκριτη αύξηση των κενών θέσεων εργασίας (18.596 το Β' τρίμηνο έναντι 15.921 θέσεις το Α’ τρίμηνο του 2014, 17.541 το Γ’ τρίμηνο και 14.930 κενές θέσεις το Δ’ τρίμηνο) η πορεία αυτή ανακόπτεται μέχρι και το Α’ τρίμηνο του 2016.
Να σημειώσουμε ότι περισσότερο αισιόδοξα για την πορεία της απασχόλησης είναι τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗΣ για το πρώτο επτάμηνο του 2015. Σύμφωνα με αυτά, οι καθαρές ροές μισθωτής απασχόλησης δείχνουν ότι τους 7 πρώτους μήνες του 2015 το ισοζύγιο προσλήψεων - αποχωρήσεων είναι θετικό κατά 186,5 χιλιάδες.
Επιπλέον, με αφορμή τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας «Δείκτης τάσεων αγοράς εργασίας» για το χρονικό διάστημα Φεβρουάριος-Μάιος 2016, ο υπουργός Εργασίας Γ. Κατρούγκαλος δήλωσε πρόσφατα ότι "πάνω από το 40% των εταιρειών είναι σε τροχιά προσλήψεων έως το τέλος του 2016, ενώ ποσοστό 44,4% των επιχειρήσεων σκέφτεται να δώσει αυξήσεις έως 3% το επόμενο εξάμηνο".
Ευελιξία και υποτίμηση των αμοιβών
Επανερχόμενοι στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, όπως σημειώσαμε, διαπιστώνεται πλήρης επικράτηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, με ταυτόχρονη υποτίμηση της αμοιβής των εργαζομένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κλάδοι όπως μεταποίηση, παροχή ενέργειας, μεταφορές, διοικητικές δραστηριότητες αλλά και κατασκευές, στους οποίους παρατηρείται σημαντική αύξηση της απασχόλησης, δεν παρουσιάζουν αντίστοιχη αύξηση των ωρών απασχόλησης ή των αμοιβών.
Είναι ενδεικτικό ότι στον κλάδο των “επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων”, παρά την αύξηση της απασχόλησης κατά 4,4% και των ωρών εργασίας κατά 10,1%, οι αμοιβές μειώθηκαν μέσα σε έναν χρόνο (Α' τρίμηνο 2015 με Α' τρίμηνο 2016) κατά 1,1%. Αντίθετα, στον κλάδο των κατασκευών, που γνώρισε ίσως τη μεγαλύτερη και πλέον παρατεταμένη κρίση τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζεται αύξηση της απασχόλησης κατά 16,6%, και των ωρών εργασίας και των αμοιβών κατά 25,2% και 27,8% αντίστοιχα, πιθανότατα και λόγω της επανεκκίνησης των μεγάλων έργων.