ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, ΦΟΙΒΟΣ ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ
Σενάρια επί σεναρίων για μια ελάφρυνση του ελληνικού χρέους εξετάζουν το τελευταίο διάστημα κυβέρνηση και δανειστές ενόψει του Eurogroup της Δευτέρας, το οποίο θα περιλαμβάνει και επισήμως το θέμα της βιωσιμότητάς του. Όπως ανέφεραν στελέχη του οικονομικού επιτελείου, βρισκόμαστε σε μια φάση "που όλοι συζητάνε με όλους", ενώ σύμφωνα με πληροφορίες της "Αυγής" το ΔΝΤ συνεχίζει να επιμένει σε πολύ ριζικές παρεμβάσεις (κούρεμα ή πολύ μακρές αυξήσεις των περιόδων αποπληρωμής).
Επιπλέον υπέρ μιας ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους είναι η Κομισιόν, η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντιθέτως, η Γερμανία διακηρύττει ότι μια τέτοια κίνηση δεν είναι απαραίτητη, πλην όμως φαίνεται ότι εξετάζει διάφορα σενάρια, π.χ. μέσω του ESM. Ανώτατα στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης εκφράζουν την αισιοδοξία ότι το κλείσιμο της αξιολόγησης θα περιλαμβάνει και μια πρώτη αναδιάρθρωση του χρέους. Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν η λύση που τελικά θα δοθεί θα συντελεστεί σε ένα χρονικό σημείο ή σε περισσότερα στάδια, με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να τηρεί τα συμφωνηθέντα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτή τη στιγμή εξετάζονται τριών ειδών "εργαλεία" αναδιάρθρωσης: Βραχυπρόθεσμα (π.χ. η μεταφορά χρέους στον ESM), μεσοπρόθεσμα (πχ. σταθεροποίηση επιτοκίου, επιμήκυνση αποπληρωμής και νέα περίοδος χάριτος) και μακροπρόθεσμα (διάφορες λύσεις που θα μπορούσαν να ομαλοποιήσουν την καμπύλη αποπληρωμής του ελληνικού χρέους). Το πιθανότερο είναι να χρησιμοποιηθεί ένας συνδυασμός των παραπάνω εργαλείων προκειμένου να επιτευχθεί μια συνολική λύση για το χρέος.
Πάντως, ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος ανέφερε στην "Αυγή" ότι το σημαντικότερο αποτέλεσμα μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους δεν θα είναι το τεχνικό της σκέλος, δηλαδή η βελτίωση του DSA (Debt Sustainability Analysis, Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους). Το κρίσιμο για την Ελλάδα από μια τέτοια εξέλιξη θα είναι η απομάκρυνση της μακροπρόθεσμης αβεβαιότητας γύρω από την ελληνική οικονομά (του λεγόμενου country risk). Αυτό θα αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την προσέλκυση επενδυτών στην Ελλάδα, καθώς τότε θα είναι σε θέση να εκτιμήσουν ότι δεν υπάρχουν κίνδυνοι για μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Επίσης, ένα τέτοιο γεγονός οδηγεί σταδιακά την Ελλάδα ξανά στις αγορές, αυτή τη φορά με οριστικό τρόπο.
Σε κάθε περίπτωση ένα «κούρεμα» της ονομαστική αξίας του χρέους έχει αποκλειστεί κάθετα από όλες τις πλευρές εκτός του ΔΝΤ. Ωστόσο μπορούν να γίνουν διαφόρων ειδών παρεμβάσεις που αλλάζουν τον τρόπο εξυπηρέτησης του δεδομένου όγκου χρέους, με σημαντική επίδραση στη βιωσιμότητά του. Ειδικά για τα επόμενα 11 χρόνια η ανάγκη αυτή είναι μεγαλύτερη, καθώς τα στοιχεία που έχει στα χέρια της η "Α" δείχνουν ότι αυτή την περίοδο η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέσει για την αποπληρωμή του χρέους της σχεδόν ένα σημερινό ΑΕΠ (168,7 δισ.)
Οι ενδεχόμενες παρεμβάσεις που μπορούν να γίνουν στο χρέος μπορούν να χωριστούν σε 4 κατηγορίες:
1) Σταθεροποίηση επιτοκίου
Σήμερα το επιτόκιο αποπληρωμής των ευρωπαϊκών δανείων βρίσκεται περίπου στο 1%, το οποίο είναι πολύ χαμηλό λόγω της πολιτικής επιτοκίων της ΕΚΤ και της οικονομικής στασιμότητας. Ωστόσο τα επόμενα χρόνια, όταν θα επιστρέψει η Ευρώπη σε ανάπτυξη, το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ελλάδας αναμένεται να εκτιναχθεί στο 4% ή ακόμη και στο 6%. Γι' αυτό μια σταθεροποίηση του επιτοκίου σε επίπεδα λίγο μεγαλύτερα από τα σημερινά θα μπορούσε μακροχρόνια να έχει επίδραση δεκάδων δισεκατομμυρίων στο κόστος εξυπηρέτησής του.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, η σταθεροποίηση του επιτοκίου -αν γίνει σε αρκετά χαμηλά επίπεδα- θα είχε τη μεγαλύτερη επίδραση από κάθε άλλη λύση (πλην της εκδοχής ενός γενναίου κουρέματος, το οποίο είναι εκτός συζήτησης). Επίσης η λύση της σταθεροποίησης των επιτοκίων είναι η πιο εύκολα αποδεκτή από τις χώρες - δανειστές και πρέπει να θεωρείται ως το πρώτο σκαλοπάτι μιας διαδικασίας αναδιαρθρώσεων.
2) Επιμήκυνση αποπληρωμής
Για ορισμένες κατηγορίες του ελληνικού χρέους θα μπορούσε να δοθεί επιμήκυνση αποπληρωμής τουλάχιστον για 50 έτη. Το ΔΝΤ μάλιστα υποστηρίζει ότι η σημερινή περίοδος αποπληρωμής θα πρέπει να επεκταθεί στα 70 έτη, ενώ τώρα λήγει το 2059. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβάλει στην ομαλοποίηση της καμπύλης εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους, το οποίο παρουσιάζει "κορυφές" σε συγκεκριμένες χρονιές όπως π.χ. το 2022.
3) Περίοδος χάριτος
Με αυτό το εργαλείο η αποπληρωμή των δανείων θα ξεκινήσει μερικά χρόνια αργότερα και η λήξη της αποπληρωμής θα μετατεθεί αντίστοιχα. Μια τέτοια κίνηση θα είχε μεγάλη σημασία γιατί η αποπληρωμή των δανείων μετατίθεται από το παρόν, όπου η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κρίση, σε αρκετές δεκαετίες αργότερα, οπότε θα έχει άλλη δυναμική. Επίσης, σε συνδυασμό με χαμηλά επιτόκια, ύστερα από δεκαετίες ο όγκος του χρέους θα έχει χάσει ένα μέρος της πραγματικής αξίας του, λόγω του πληθωρισμού και της αύξησης του ΑΕΠ.
4) Μεταφορά χρέους στον ESM
Κάποια στοιχεία των παραπάνω τρόπων αναδιάρθρωσης μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω της αγοράς του ελληνικού χρέους από τον ESM. Κάτι τέτοιο θα συνέφερε και τον ESM και την Ελλάδα καθώς ο οργανισμός δανείζεται με πάρα πολύ χαμηλό επιτόκιο. Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί για την Ελλάδα αν ο ESM δανειστεί με μεγαλύτερη από πενταετή διάρκεια, όπως δανείζεται τώρα, π.χ. με δεκαετή. Μια λύση μέσω του ESM θα ευνοούσε κυρίως τη διαχείριση του βραχυπρόθεσμου χρέους της Ελλάδας.
Επιπλέον μια τέτοια επιλογή έχει το θετικό ότι δεν χρειάζεται να περάσει από τα κοινοβούλια των ευρωπαϊκών κρατών (κυρίως της Γερμανίας) και δεν μπορεί να υιοθετηθεί εύκολα από άλλες χώρες, καθώς από τον ESM μπορούν να δανειστούν μόνο όσες χώρες βρέθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν σε πρόγραμμα προσαρμογής (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος). Σημειώνεται ότι οι χώρες που ενδεχομένως θα μπουν σε πρόγραμμα δανειοδότησης του ESM θα πρέπει πρώτα να απευθυνθούν στο ΔΝΤ, σύμφωνα με το καταστατικό του ευρωπαϊκού οργανισμού.
Γενικότερα, η Γερμανία και οι άλλες χώρες με χαμηλό επίπεδο δημόσιου χρέους ανησυχούν ιδιαίτερα για την πιθανότητα η λύση που θα βρεθεί για την Ελλάδα να αποτελέσει δέλεαρ για αναδιαρθρώσεις χρεών άλλων χωρών όπως της Ιταλίας (όπου τα μεγέθη είναι δυσθεώρητα). Αυτό αποτελεί ένα από τα μεγάλα αγκάθια για την υπόθεση του χρέους της Ελλάδας. Από την άλλη, μια γενικότερη συζήτηση για το πρόβλημα του χρέους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε λίγα χρόνια (εξέλιξη που μοιάζει αναπόφευκτη στη μακρά περίοδο) θα μπορούσε να επιφέρει πρόσθετες παρεμβάσεις στο χρέος της Ελλάδας.
Η ακτινογραφία του ελληνικού χρέους
Στο ιλιγγιώδες ποσό των 460,6 δισ. ανέρχονται οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους, σύμφωνα με στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η "Αυγή". Το παραπάνω ποσό, που αντιστοιχεί σε απόλυτους αριθμούς, εκτείνεται μέχρι το μακρινό 2059 και περιλαμβάνει την αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων (οι οποίοι υπολογίζονται με βάση υποθέσεις για την πορεία των επιτοκίων -οι οποίες είναι πολύ αβέβαιες σε μακροχρόνιο επίπεδο- και χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη μια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση).
Ο κύριος όγκος του ελληνικού χρέους είναι κυρίως προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς διάσωσης EFSF και ESM, στους οποίους θα πρέπει να καταβάλουμε ένα ποσό της τάξης των 243,5 δισ. έως το 2059. Ο μεγαλύτερος όγκος των παρεμβάσεων στο ελληνικό χρέος είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει σε αυτά τα δάνεια.
Οι δαπάνες χρέους για τα διακρατικά δάνεια φτάνουν τα 63,5 δισ. ενώ για το ΔΝΤ θα πρέπει να ξοδέψουμε περίπου 16,5 δισ. και για την ΕΤΕπ λίγο πάνω από 10 δισ. Αυτή η κατηγορία χρεών, όπως και τα λιγοστά δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα, θα συναντούσαν μεγάλες αντιδράσεις (πολιτικές ή αγοραίες) σε μια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση.
Πλαφόν εξυπηρέτησης στο 15%
Επίσης μεγάλο πρόβλημα υπάρχει και στην "εξυπηρετησιμότητα" του ελληνικού χρέους, η οποία θα περάσει σύντομα από δυσθεώρητα μονοπάτια. Για παράδειγμα, μόνο για τα έτη 2022 και 2023, η χώρα μας θα κληθεί να καταβάλει τόκους και κεφάλαια ύψους 22,181 δισ. και 19 δισ. αντίστοιχα, αν δεν υπάρξει συμφωνία για αναδιάρθρωση, ενώ ο πρώτος δύσκολος σταθμός είναι το 2019, όταν θα πρέπει να αποπληρώσουμε ένα ποσό της τάξης των 17,5 δισ.
Ως κριτήριο για τον συνδυασμό λύσεων που απαιτείται για να γίνει το χρέος της Ελλάδας βιώσιμο, έχει προταθεί οι δαπάνες εξυπηρέτησης του να μην ξεπερνούν το 15% ή και ένα λίγο χαμηλότερο ποσοστό. Αυτό κρίνεται ως θετική βάση συζήτησης από την ελληνική πλευρά, με την προϋπόθεση ότι στο 15% θα περιλαμβάνονται και τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, τα οποία ανέρχονται σε 15 δισ. (δηλαδή λίγο πάνω από το μισό του 15%).