Τη διατήρηση και την ενίσχυση όλων των δομών Υγείας του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), καθώς και τη συγκράτηση του συνόλου του υφισταμένου ιατρικού προσωπικού στον Οργανισμό, μετά την "αναμόρφωση" του δημοσίου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στη χώρα μας, προτείνει σήμερα μέσω της "Αυγής" της Κυριακής ο Κυριάκος Σουλιώτης. Ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής της Υγείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου τονίζει ακόμη με έμφαση ότι, εάν ο υπουργός Υγείας υιοθετήσει τελικά το σχέδιο της Task Force Greece, τότε θα τεθούν σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση των πολιτών στο δημόσιο σύστημα Υγείας και θα εκτιναχθούν εκ νέου στα ύψη οι δημόσιες δαπάνες Υγείας.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟ
* Δηλώσατε πρόσφατα δημοσίως, ότι "δεν περισσεύουν μονάδες Υγείας του ΕΟΠΥΥ για να κλείσουν ούτε γιατρούς του ΕΟΠΥΥ έχουμε την πολυτέλεια να απολύσουμε". Πώς κρίνετε την πρόθεση του υπουργού Υγείας να προχωρήσει στην απόλυση μεγάλου αριθμού γιατρών του Οργανισμού;
Η τοποθέτησή μου συνιστά συνέχεια των όσων αναφέρουμε ως Επιστημονική Επιτροπή για την υποστήριξη της μεταρρύθμισης στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας στην πρότασή μας. Η δε τεκμηρίωσή της είναι ξεκάθαρη: η χώρα μας βρίσκεται στην 5η θέση στην Ευρώπη όσον αφορά στη δυσκολία κάλυψης της ανάγκης για ιατρική επίσκεψη, παρά το γεγονός ότι ο δείκτης ιατρών ανά κάτοικο είναι ένας από τους υψηλότερους παγκοσμίως. Συνεπώς το πρόβλημα της πρόσβασης σχετίζεται με την (περιορισμένη) διαθεσιμότητα υπηρεσιών υπό ασφαλιστική κάλυψη. Ως προς αυτό θα ήθελα απλά να σημειώσω ότι δεν είναι δόκιμο να προσμετράμε τους συμβεβλημένους ιδιώτες ιατρούς χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το πλαφόν των επισκέψεων ανά μήνα που τους δεσμεύει, καθώς μετά τη συμπλήρωσή του δεν μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες χωρίς επιβάρυνση για τους πολίτες. Επιπλέον, στην έκθεσή μας, οι δημόσιες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας πρέπει να εξυπηρετούν τους πολίτες ανεξάρτητα από το εάν έχουν απολέσει το ασφαλιστικό τους δικαίωμα. Υπό την έννοια αυτή, ποσοτικά, οι υφιστάμενες υπηρεσίες κρίνονται απαραίτητες. Πρόσθετα, εμείς διαφωνούμε με τη μετακίνηση ιατρών ειδικοτήτων στα νοσοκομεία (πλην κάποιων προφανών εξαιρέσεων), καθώς αυτό θα δυσχεράνει την πρόσβαση και θα επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς.
* Η πρόταση της επιστημονικής επιτροπής της οποίας ήσασταν επικεφαλής προβλέπει ότι ο ΕΟΠΥΥ παραμένει ταυτόχρονα αγοραστής και πάροχος υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ποιοι είναι οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν την επιτροπή σε αυτή την επιλογή για τον Οργανισμό;
Ως προς αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω ότι εμείς δεν τοποθετηθήκαμε δογματικά επ' αυτού, καθώς δεν θεωρούμε ότι υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Προτείναμε με έμφαση την περιφερειακή συγκρότηση και εποπτεία του νέου συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, διότι με τον τρόπο αυτό το πλέγμα των υπηρεσιών προσαρμόζεται καλύτερα στις ειδικές ανάγκες κάθε περιοχής. Κρίναμε δε ότι οι Υγειονομικές Περιφέρειες (ΥΠΕ) στην παρούσα φάση έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες προς τούτο, ωστόσο διατυπώσαμε την άποψη ότι εάν ο ΕΟΠΥΥ μπορεί αποδεδειγμένα να εποπτεύσει πιο αποτελεσματικά τις δομές ΠΦΥ, τότε θα έπρεπε να αναλάβει τη σχετική ευθύνη. Αυτό όμως είναι κάτι που θα πρέπει να αξιολογηθεί πριν από τη λήψη της όποιας απόφασης.
* Κατά τη γνώμη σας, μπορεί μία αλλαγή στον ρόλο και την αποστολή του ΕΟΠΥΥ να έχει την όποια επιτυχία και λειτουργικότητα με τους γιατρούς του συστήματος απέναντι;
Το ιδανικό θα ήταν η όποια μεταρρύθμιση να τύχει της μέγιστης δυνατής συναίνεσης. Για να γίνει βέβαια κάτι τέτοιο, απαιτείται τεκμηρίωση των επιλογών της κεντρικής διοίκησης. Η Έκθεση της Επιστημονικής μας Επιτροπής συντάχθηκε με αυτόν ακριβώς τον προσανατολισμό, δηλαδή κάθε επιμέρους πρόταση να βρίσκει αναφορές στη διεθνή εμπειρία και πρακτική αλλά και στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ειδικές συνθήκες τις οποίες βιώνει η χώρα αλλά και τα χαρακτηριστικά του συστήματος υγείας. Απ' ό,τι δε έχω αντιληφθεί -καθώς δεν συμμετέχουμε στον σχετικό πολιτικό διάλογο- υπάρχει μια αποδοχή της πρότασής μας, τουλάχιστον ως «βάσης διαλόγου». Από αυτό βέβαια το σημείο μέχρι τη λήψη απόφασης, μεσολαβούν απ' ό,τι φαίνεται και άλλοι παράγοντες, όχι κατ' ανάγκη εντός της σφαίρας αρμοδιοτήτων του υπουργείου Υγείας.