Έχασκε ο ήλιος από τη χαραμάδα που άφηνε το σκούρο παραθυρόφυλλο πίσω από το σφραγισμένο τζάμι του μπαλκονιού να μην μπει το κρύο.
Ένα κλεφτό βλέμμα κάτω από τα βαριά στρωσίδια περιμένοντας το σήμα που έλεγε, όπως κάθε χρόνο, κάτσε λίγο ακόμα, είναι ζεστά στο κρεβάτι. Αλλαγή πλευρού, τα χέρια ξαναχώνονταν ανάμεσα στα πόδια και το χουζούρι συνεχιζόταν μέχρι την ώρα που ακούγονταν τα ταψιά να σέρνονται στις μεταλλικές σχάρες του φούρνου και οι μυρωδιές μπούκωναν τα ρουθούνια.
Επόμενο βλέμμα. Αυτό ήταν το σήμα: Ήρθε η ώρα!
Η πόρτα του παιδικού δωματίου άνοιγε με έναν μοναδικό γδούπο που τον φύλαγε για μια φορά τον χρόνο μόνο και έμπαινε στο δωμάτιο η μάνα… «Μεσημέριασε, σηκωθείτε!» Ποιος θέλει, όμως, να ξυπνήσει από νωρίς όταν δεν έχει σχολείο;
Κάλτσες, παντόφλες στα πόδια και πάνω από τις πολύχρωμες παιδικές πιτζάμες οι ακόμα πιο πολύχρωμες μάλλινες ζακέτες. Φτιαγμένες από κάθε χρώμα μαλλιού που περίσσευε από τα πλεκτά της γιαγιάς και με κάτι πελώρια κουμπιά που έκαναν μόνο για πουκάμισα-γίγαντα.
Όλο το σπίτι μύριζε βούτυρο, βρασμένο μέλι και παντού στο εσωτερικό του αιωρούνταν ένα ανεπαίσθητο γλυκό και λευκό σύννεφο που αναδυόταν από το σιδερένιο σουρωτήρι το οποίο έπαιζε τον ρόλο της κρησάρας για να πέφτει στρωτά και χωρίς κόμπους η άχνη ζάχαρη στα γιορτινά γλυκά.
Στην τελευταία φάση της παρασκευής έπρεπε να συνδράμει όλη η οικογένεια. Ο πατέρας είχε κουβαλήσει τα υλικά στο σπίτι, που ομολογουμένως ήταν μια βαριά δουλειά και λόγω όγκου και λόγω κόστους, και η μάνα ζύμωνε και έψηνε με συνταγές βγαλμένες από κάτι παλιά τεφτέρια. Άλλα κάθε χρόνο.
Όλες οι κινήσεις στην κουζίνα, μια καλά μελετημένη χορογραφία. Τέντωμα των χεριών ψηλά, με τα πόδια να στέκονται στις μύτες για να κατέβουν τα υλικά από τα ψηλά ράφια, κλίση της μέσης και τέντωμα του χεριού αριστερά για να γυρίσει το κουμπί του μίξερ που έφτιαχνε τη ζύμη, λύγισμα γονάτων και επίκυψη για τον έλεγχο της προόδου του ψησίματος. Στην τελική φάση έμπαιναν και τα παιδιά. Ο γιος και η κόρη, αντικριστά στο τραπέζι της κουζίνας με δυο μικρά σφυράκια και δυο μαρμαράκια μπροστά τους, έσπαγαν ένα-ένα τα καρύδια και τα αμύγδαλα για τη γαρνιτούρα. Όπως εκείνα τα παλιά, μεγάλα ρολόγια με τα αγγελάκια που χτυπούσαν την καμπάνα της ώρας τους ακριβώς εν χορώ.
Έπειτα ακολουθούσε το κυνήγι μες στο σπίτι. Γύρω από το γιορτινό δέντρο, μέσα στο κατεψυγμένο σαλόνι που άνοιγε την πόρτα του μόνο για τις γιορτές και η μάνα με τα μανίκια σηκωμένα να παλεύει να κρατήσει το αυστηρό ύφος της, «μαλώνοντας» τα παιδιά που έχουν κάνει το σπίτι άνω-κάτω και την κουζίνα ακόμα χειρότερα.
Έπειτα, προς το απόγευμα, όταν τα μελομακάρονα είχαν πια τραβήξει το μέλι και οι κουραμπιέδες είχαν λουστεί από τη ζάχαρη, ερχόταν και ο πατέρας. Έπαιρνε τις πιατέλες με τα γλυκά, τις φόρτωνε στο αυτοκίνητο και ξεκινούσε τη διανομή. Για αυτούς που δεν μπορούσαν να φτιάξουν, για αυτούς που δεν είχαν να φτιάξουν. Πάντοτε η ζωή ήταν δύσκολη σε αυτή τη χώρα, όπως και πάντοτε υπήρχε κάποιος φτωχός που θα γέμιζε το τραπέζι του φτωχότερου. Και κάπως έτσι αποκτούσε και νόημα η φράση της μάνας, μην τρώτε τα γλυκά, αυτά δεν είναι δικά μας.
Το βράδυ, όλοι κατάκοποι, ο πατέρας από τα δρομολόγια, η μάνα από τις παρασκευές και τα παιδιά από τις αταξίες, κάθονταν γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι για να κόψουν τη βασιλόπιτα, που με έναν μαγικό τρόπο έδινε κάθε χρονιά το φλουρί της στην αρχή στα παιδιά εναλλάξ κι έπειτα σε κάθε νέο μέλος που έμπαινε στην οικογένεια. Λες και με έναν μαγικό τρόπο η νέα χρονιά είχε κάτι να δώσει σε όλους.