Το πρωινό της 24ης Δεκεμβρίου δεν διέφερε και πολύ από κάθε άλλο πρωινό της ίδιας ημέρας τα τελευταία πολλά χρόνια. Παρότι η ημέρα για τους περισσότερους ήταν ημιαργία, για εκείνον ήταν η ημέρα που θα έδινε τις πιο σημαντικές εξετάσεις της χρονιάς.
Όφειλε να ξυπνήσει νωρίς και να επανεξετάσει κάθε λεπτομέρεια με ακρίβεια· κλάσματος δευτερολέπτου, χιλιοστού επί του χάρτη και οπωσδήποτε να ζυγίσει ένα ένα όλα τα πακέτα. Έπρεπε τα πάντα να είναι άψογα.
Κάθισε στο γραφείο του, πήρε μία ζεστή κούπα καφέ από το ακόμα πιο ζεστό χέρι της συντρόφου του και άρχισε τη δουλειά. Είχαν μείνει κάτι λιγότερο από 12 ώρες μέχρι να μπει στην τελική ευθεία.
Η τελική ευθεία που περιλάμβανε τη στοίχιση των απείθαρχων ταράνδων στη σωστή σειρά, το κρέμασμα των κουδουνιών γύρω γύρω από το έλκηθρό του, που έπρεπε μάλιστα να γίνει χωρίς κάποιο κουδούνι να χτυπήσει γιατί τότε θα έφευγαν οι τάρανδοι μαζί με το έλκηθρο, και τέλος να φρεσκάρει τη διαδρομή της βραδιάς, η οποία κάθε χρόνο ήταν διαφορετική παρότι γεωγραφικά το δρομολόγιο ήταν μέσες άκρες το ίδιο. Κυρίως μέσες, διότι ως προς τις άκρες είχε άλλου είδους προβλήματα να αντιμετωπίσει. Όσο εκείνος θα ξεφόρτωνε το έλκηθρο από στάση σε στάση, όπως κάνουν, δηλαδή, τα φορτηγάκια διανομής φαρμάκων που σταματούν σε κάθε φαρμακείο, το έλκηθρο θα έπρεπε να είναι πάντοτε ευθυγραμμισμένο με το έδαφος.
Διότι όποτε άλλαζε η κλίση οι τάρανδοι τρόμαζαν και κάποιες φορές έφευγαν μόνοι τους. Και τότε -το ήξερε διότι το είχε πάθει μια φορά- το «χο χο χο χο» γινόταν «αχ αχ αχ αχ να τους προλάβω».
Αυτό, βέβαια, ήταν και το μεγάλο του πλεονέκτημα σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Η καλή ευθυγράμμιση.
Διότι, μην νομίζετε, και οι άγιοι έχουν τους δικούς τους ανταγωνισμούς. Για παράδειγμα, κάθε χρόνο λίγο πριν την ώρα της αναχώρησης, ο Νικόλαος, που εποφθαλμιούσε την επιρροή του και την εργασία του, τον έπαιρνε τηλέφωνο και προσπαθούσε να του δημιουργήσει σύγχυση ώστε να κάνει κάποιο λάθος, όπως και τώρα.
- «Βασίλειε, καλησπέρα» είπε ο Νικόλαος. (Οι άγιοι όταν μιλάνε μεταξύ τους δεν προσφωνούνται άγιοι χάριν ευπρεπείας).
- «Καλησπέρα, Νικόλαε» είπε ο Βασίλειος.
- «Βασίλειε», είπε ο Νικόλαος, «μην μου πεις ότι και φέτος θα εφορμήσεις εις τους ουρανούς για να διανείμεις δώρα».
- «Φυσικά» απάντησε ο Αϊ-Βασίλης. Όπως κάθε έκαστο έτος έτσι και φέτος.
- «Ε, είσαι μεγάλο κορόιδο, αδελφέ μου» του απάντησε ο Νικόλαος, που γενικά είχε τελείως διαφορετική αντίληψη από τον Βασίλειο.
Ο Βασίλειος, όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει από τότε που είχαν χωρίσει τους πιστούς σε καθολικούς και ορθόδοξους και είχαν κάνει και τον σχετικό καταμερισμό, ποτέ του δεν μπόρεσε να χωνέψει ότι ο Νικόλαος έβγαζε μόνο φωτογραφίες με τα παιδάκια και τη διανομή την είχε κάνει outsourcing, σε αντίθεση με τον Βασίλειο που εξαιτίας της ανατολικής καταγωγής του ακολουθούσε πιο καθετοποιημένο μοντέλο.
Κατασκεύαζε, δηλαδή, στο εργαστήριο του τα παιχνίδια, κυρίως από ξύλο και φυσικά υλικά, ενώ ο Νικόλαος έστελνε αυτή τη δουλειά στις μεγάλες παιχνιδοβιομηχανίες που παρήγαγαν χιλιάδες φανταχτερά παιχνίδια από πλαστικά παράγωγα πετρελαίου. Έπαιρνε και μία μικρή προμήθεια από τις πωλήσεις που έκαναν τα καταστήματα παιχνιδιών που εξαρτώνταν από τις παιχνιδοβιομηχανίες κι έτσι την πέρναγε όλο τον χρόνο κοτσάνι που λένε.
- «Εις μάτην επιχειρείς να με ταράξεις» του απάντησε ο Βασίλειος στο τηλέφωνο. «Και αυτό το έτος τα παιδιά θα λάβουν τα παιχνίδια τους».
- «Και τα κακά;» ρώτησε ο Νικόλαος για να τον πικάρει.
- «Κυρίως τα κακά», είπε ο Βασίλειος, «διότι εκείνα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από αγάπη και στοργή. Αυτά ζεσταίνουν τους ανθρώπους!».
Καλή χρονιά!