«Δώσε ζωή με το αίμα σου» μας λέει το κεντρικό σύνθημα του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας στο πλαίσιο της καμπάνιας ευαισθητοποίησης των πολιτών για να προσέλθουν για εθελοντική αιμοδοσία στα κατά τόπους σημεία αιμοδοσίας, μέσα στα νοσοκομεία.
Πολύ συχνά διαβάζουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκκλήσεις συγγενών και φίλων σοβαρά τραυματισμένων ανθρώπων για αιμοδοσία, σε μια προσπάθεια τους να καλύψουν τις απαιτούμενες ποσότητες αίματος για ένα σοβαρό χειρουργείο.
Παρά το γεγονός ότι στη χώρα έχουμε μεγάλο αριθμό εθελοντών αιμοδοτών, πολλές είναι οι φορές που οι διαθέσιμες μονάδες αίματος δεν επαρκούν και έτσι η χώρα χρειάζεται να εισάγει αίμα από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από την Ελβετία.
Η καθημερινότητα ενός Κέντρου Αιμοδοσίας
Το πανεπιστημιακό νοσοκομείο του ΑΧΕΠΑ βρίσκεται μέσα στο πανεπιστημιακό campus του ΑΠΘ και φιλοξενεί ένα από τα δύο Κέντρα Αίματος στην Ελλάδα. Όπως λέει στην ΑΥΓΗ η διευθύντρια του Κέντρου Αίματος Μαρία Χατζηκύρκου, «το Κέντρο Αιμοδοσίας του ΑΧΕΠΑ είναι ένα από τα δύο Κέντρα της Ελλάδος. Έχουμε δύο υποστάσεις, το Κέντρο Αίματος και την Υπηρεσία Αιμοδοσίας. Το Κέντρο Αίματος έχει το εργαστήριο μοριακού ελέγχου και του ορρολογικού ελέγχου». Τα δείγματα που εξετάζονται στο εργαστήριο του ΑΧΕΠΑ συλλέγονται από 37 υπηρεσίες αιμοδοσίας από διάφορες περιοχές της χώρας και είναι περίπου 200.000 δείγματα τον χρόνο.
Από τη μεριά της, η Αιμοδοσία του ΑΧΕΠΑ είναι υπεύθυνη για την επάρκεια αίματος και σε άλλα νοσοκομεία της πόλης, όπως το «Παπαγεωργίου», το «Γ. Γεννηματάς», το «Αγ. Δημήτριος», το στρατιωτικό νοσοκομείο 424 και η ιδιωτική κλινική του «Κυανού Σταυρού». Όλα αυτά τα νοσοκομεία παίρνουν αίμα από την υπηρεσία του ΑΧΕΠΑ.
Σύμφωνα με την κ. Χατζηκύρκου η Αιμοδοσία του ΑΧΕΠΑ συλλέγει τουλάχιστον 20.000 μονάδες αίματος τον χρόνο, ενώ παράλληλα λειτουργεί Τμήμα Αιμοπεταλιοαφαίρεσης και Τμήμα Πήξης και έτσι το έργο των εργαζόμενων όλων των ειδικοτήτων του Κέντρου είναι πολύπλοκο και πολύπλευρο. Οι αιμοδότες που προσέρχονται έχουν μέση ηλικία 35-28 ετών και είναι κυρίως άνδρες λόγω του συχνού χαμηλού αιματοκρίτη των γυναικών.
Στόχος η προσέλκυση νέων αιμοδοτών
Οι άνθρωποι που εργάζονται στα κέντρα αιμοδοσίας εκφράζουν την αγωνία τους για διεύρυνση του σταθερού αριθμού των εθελοντών αιμοδοτών. Όπως επισημαίνει στην ΑΥΓΗ η κ. Χατζηκύρκου, «οι μελλοντικοί αιμοδότες είναι οι νέοι άνθρωποι, γι' αυτό και αρχίζουμε από τα σχολεία. Συμμετέχουμε στα προγράμματα αγωγής υγείας με επισκέψεις σε γυμνάσια και λύκεια για ενημέρωση των παιδιών για την εθελοντική αιμοδοσία, προσπαθούμε να προσελκύσουμε τον νέο κόσμο στη διαδικασία αυτή». Επίσης γίνονται επισκέψεις σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο Κέντρο Αιμοδοσίας για να γίνει μια διά ζώσης ενημέρωση.
Πολύ σημαντικό κομμάτι του πάζλ για την επάρκεια των μονάδων αίματος για τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη παίζει και η κοινωνία των πολιτών. Έτσι, για την επάρκεια αίματος γίνονται εξορμήσεις σε συλλόγους και κοινωνικούς φορείς της Θεσσαλονίκης, σχεδόν καθημερινά, για τη συλλογή μονάδων αίματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 στη Θεσσαλονίκη έγιναν περισσότερες από 220 εξορμήσεις αιμοδοσίας των ειδικών συνεργείων σε συνεργασία με συλλόγους και φορείς, ενώ η τάση της συμμετοχής τους είναι αυξητική.
Η εμπειρία από το δυστύχημα στα Τέμπη
Το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη που σόκαρε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία κινητοποίησε χιλιάδες πολίτες για να προσέλθουν να δώσουν αίμα για τους σοβαρά τραυματίες. Ανάμεσά τους εκατοντάδες νέοι και νέες που ενδεχομένως έδιναν αίμα για πρώτη φορά.
Η πόλη της Θεσσαλονίκης πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών με 13 φοιτητές και φοιτήτριες της πόλης ανάμεσα στους νεκρούς. Η πανεπιστημιακή κοινότητα της Θεσσαλονίκης κινητοποιήθηκε άμεσα στις εκκλήσεις για αιμοδοσία.
«Υπήρχε άμεση και συγκινητική ανταπόκριση του κόσμου στην έκκληση για αίμα. Τις τρεις ημέρες του πένθους, 1-3 Μαρτίου, είχαμε περισσότερες από 800 αιμοδοσίες, κυρίως από νέο κόσμο και φοιτητές του ΑΠΘ» λέει στην ΑΥΓΗ η κ. Χατζηκύρκου, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία εκείνων των ημερών, πάνω από το 50% των ανθρώπων που προσήλθαν εκείνες τις ημέρες ήταν 18-25 ετών.
«Μόλις έγινε γνωστό το δυστύχημα κινητοποιηθήκαμε άμεσα όλο το προσωπικό της αιμοδοσίας. Καλέσαμε νοσηλεύτριες που είχαν ρεπό και ήρθαν εδώ για να ετοιμάσουμε το τμήμα για να υποδεχτούμε όλον αυτόν τον κόσμο που ήρθε. Είχε γεμίσει με φοιτητές όλο το προαύλιο, από την πύλη του ΑΧΕΠΑ μέχρι το κτήριο Αιμοδοσίας που είναι στην πίσω πλευρά» μας λέει, από τη μεριά της, η προϊσταμένη αιμοδοσίας του ΑΧΕΠΑ Ράνια Περπερίδου, ενώ η υπεύθυνη του εργαστηρίου αιμοδοσίας του ΑΧΕΠΑ Βασιλική Παπαγεωργίου επισημαίνει ότι στα 20 χρόνια που εργάζεται στο συγκεκριμένο εργαστήριο δεν έχει ξαναδεί τόσο μαζική προσέλευση κόσμου.
«Στις αιμοδοσίες θέλουμε να έχουμε μια καθημερινή ροή αιμοδοτών, για να μπορούμε να έχουμε επάρκεια αίματος όλον τον χρόνο, και το θέμα μας είναι πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτούς τους αιμοδότες να ξανάρθουν, να γίνουν σταθεροί εθελοντές αιμοδότες. Να μην χρειάζεται ένα τραυματικό γεγονός όπως στα Τέμπη για να προσέλθει ο κόσμος, αυτό προσπαθούμε, να έχουμε επάρκεια αίματος κάθε στιγμή», προσθέτει η διευθύντρια του Κέντρο κ. Χατζηκύρκου.
Εισάγουμε αίμα από το εξωτερικό
Σύμφωνα με την πρώην πρόεδρο του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας και γιατρό-αιματολόγο, διευθύντρια στο Αιματολογικό Τμήμα του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», Χάρις Ματσούκα, η Ελλάδα εισάγει σταθερά 20.000 μονάδες αίμα τον χρόνο από την Ελβετία για τις ανάγκες της μεσογειακής αναιμίας.
«Είναι μια ανάγκη που οφείλεται στην κακή λειτουργία του συστήματος», τονίζει στην ΑΥΓΗ, καθώς οι ανάγκες που έχουμε για τη μεσογειακή αναιμία της χώρας είναι περίπου 120.000 μονάδες αίματος τον χρόνο, σε μια χώρα που συλλέγει περίπου 500.000 μονάδες τον χρόνο.
Συλλέγουμε το διπλάσιο αίμα από αυτό που συλλέγει η Ελβετία, η οποία έχει παρόμοιο πληθυσμό με εμάς, ωστόσο η Ελβετία καταφέρνει και εξάγει αίμα, ενώ η Ελλάδα δεν καταφέρνει να καλύψει ούτε τις δικές της ανάγκες σε αίμα. «Αυτό οφείλεται στο ότι η κάθε Αιμοδοσία κρατάει το αίμα για τον εαυτό της. Ο στόχος της συγκεντροποίησης ήταν όλα τα αίματα να συγκεντρωθούν τα μισά στο Κέντρο Αίματος Βορείου Ελλάδος και στο ΕΚΕΑ και αυτοί να κάνουν τη διανομή», σχολιάζει η κ. Ματσούκα.
Μάλιστα, το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας έχει στην κατοχή του σύστημα εφοδιαστικής αλυσίδας αντίστοιχο με της Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο έχοντας υπόψη τις ανάγκες των νοσοκομείων μπορεί και φτιάχνει ένα μοντέλο ώστε να ξέρει το ΕΚΕΑ τι πρέπει να στείλει σε κάθε νοσοκομείο ανά εβδομάδα. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει.
«Στο εξωτερικό δεν νοείται να δίνεις αίμα για συγγενή σου. Το αίμα πρέπει να είναι 100% εθελοντικό, δεν γίνεται να καλούμαστε να δώσουμε αίμα για συγγενή μας ώστε να μπορέσει να κάνει χειρουργείο», τονίζει η κ. Ματσούκα, προσθέτοντας ότι τα κέντρα αιμοδοσίας πρέπει να βρίσκονται εκτός νοσοκομείων, σε έναν πιο ευχάριστο και κατάλληλα φτιαγμένο χώρο.
Το Κέντρο Αίματος Βορείου Ελλάδος που δεν έγινε ποτέ
Στα τέλη του 2017 ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη μια συζήτηση για τη δημιουργία Κέντρου Αίματος Βορείου Ελλάδος που στόχο θα είχε να βελτιώσει την ποιότητα και ασφάλεια των προϊόντων αίματος, να συμβάλει στην επάρκεια και να παραγάγει οικονομία κλίματος.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι είχαν γίνει συσκέψεις στο πρωθυπουργικό γραφείο Θεσσαλονίκης και είχε βρεθεί χώρος για την ανέγερση του συγκεκριμένου Κέντρου Αίματος, μετά τις εκλογές του 2019 το σχέδιο δεν προχώρησε από τη νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας.
Οπως δηλώνει στην ΑΥΓΗ η πρώην πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας Χάρις Ματσούκα, το Κέντρο Αίματος στη Θεσσαλονίκη είχε προβλεφθεί στο πλαίσιο της συνολικής αναδιοργάνωσης της αιμοδοσίας στη χώρα. «Η Ελλάδα είναι πολύ μακριά από την κατάσταση της υπόλοιπης Ευρώπης σε σχέση με την αιμοδοσία. Σε όλη την Ευρώπη υπάρχει η λογική για ένα συγκεντροποιημένο Εθνικό Σύστημα Αίματος».
Το σχέδιο αυτό περιελάμβανε δύο Κέντρα Αίματος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, τα οποία θα είχαν την ευθύνη για τις εξορμήσεις, για τη συλλογή του αίματος, για τον έλεγχο του αίματος για τα παθογόνα. Όπως σημειώνει η κ. Ματσούκα, το Κέντρο Αίματος του ΑΧΕΠΑ κλήθηκε να παίξει αυτό τον ρόλο ως του μεγαλύτερου νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης με τον απαραίτητο εξοπλισμό μοριακού ελέγχου, μέχρι να βρεθεί μια λύση για Κέντρο Αίματος στη Βόρεια Ελλάδα. Σύμφωνα με την ίδια, ένα σύγχρονο Κέντρο Αίματος πρέπει να βρίσκεται εκτός αστικού ιστού, πέριξ της Θεσσαλονίκης, ώστε να μην επηρεάζεται από τις λειτουργίες μιας μεγαλούπολης. Για τον σκοπό αυτό είχε βρεθεί έκταση που ανήκει στον δήμο Δέλτα, στη δυτική είσοδο της πόλης, για τη δημιουργία του Κέντρου Αίματος Β. Ελλάδος.
Σχολιάζοντας την ακύρωση του σχεδιασμού για το Κέντρο Αίματος στη Βόρεια Ελλάδα η κ. Ματσούκα δηλώνει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν ενδιαφέρθηκε συνολικά για την υλοποίηση του εθνικού σχεδιασμού για το σύστημα αιμοδοσίας παρά έκανε μόνο κινήσεις εντυπωσιασμού μπροστά στις κάμερες.
Οπως επισημαίνει στην ΑΥΓΗ ο πρώην διοικητής της 4ης ΥΠΕ Στρατής Πλωμαρίτης, η δημιουργία του Κέντρου Αίματος στη Θεσσαλονίκη θα έδινε λύση στα σοβαρά προβλήματα που προκύπτουν σε σχέση με τη διαχείριση του αίματος στα νοσοκομεία όχι μόνο της Θεσσαλονίκης αλλά κυρίως των περιφερειακών νοσοκομείων της Βόρειας Ελλάδας.
«Πολλές φορές έχουμε επάρκεια αίματος αλλά δεν διαχειρίζεται σωστά στον χρόνο που πρέπει, με αποτέλεσμα να αναγκαζόμαστε να εισάγουμε αίμα και από το εξωτερικό» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Πλωμαρίτης. Παράλληλα, τονίζει πως, παρά τις ώριμες συζητήσεις που υπήρξαν την περίοδο 2017-2018 για τη δημιουργία του Κέντρου Αίματος, με την αλλαγή της κυβέρνησης, το καλοκαίρι του 2019, όλα αυτά τα σχέδια ακυρώθηκαν, λόγω της αδιαφορίας της Νέας Δημοκρατίας για το δημόσιο σύστημα Υγείας.