Live τώρα    
28η Οκτωβρίου / «Μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων...»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

28η Οκτωβρίου / «Μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων...»

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα δέχτηκε την απρόκλητη επίθεση της φασιστικής Ιταλίας. Ο Μουσολίνι, υπολογίζοντας στην αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή τού ιταλικού στρατού, αλλά και στην τετράχρονη διαβρωτική εργασία του φασιστικού καθεστώτος στην Ελλάδα, προέβλεπε ότι το πολύ μέσα σε δέκα ή δεκαπέντε μέρες θα είχε εξουθενώσει πλήρως κάθε ελληνική αντίσταση. Το ίδιο προέβλεπε και η ελληνική πολιτική και στρατιωτική αρχή που, παρά τις διακηρύξεις της, είχε αφήσει τον στρατό απροετοίμαστο και προσανατολιζόταν σε μια γρήγορη συνθηκολόγηση. Έπεσαν όλοι έξω, καθώς, με πρωτοφανή πατριωτικό ενθουσιασμό και πείσμα, ο λαός και ο στρατός της Ελλάδας κατάφεραν να νικήσουν τρεις εχθρούς ταυτόχρονα: τις φασιστικές φάλαγγες του Μουσολίνι, τον βαρύ χειμώνα του 1940-1941 και την ηττοπάθεια της ηγεσίας του.

Ο προσανατολισμός της δικτατορίας Μεταξά

Η δικτατορία Μεταξά υπήρξε κατασκεύασμα των Άγγλων. Πέρα από τον βασιλιά Γεώργιο όμως, ο οποίος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο είχε μεταβληθεί σε εξάρτημα της βρετανικής πολιτικής, όλοι οι συντελεστές του πραξικοπήματος ήταν φανατικοί θαυμαστές του γερμανικού μιλιταρισμού και του φασισμού.

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας φασιστικής δικτατορίας και συνδεόταν τόσο ιδεολογικά όσο και πολιτικά και οικονομικά με τη χιτλερική Γερμανία. Από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας μέχρι τις παραμονές της 2ης Οκτωβρίου, κάθε εκδήλωση υπέρ των δυτικών δημοκρατιών ήταν απαγορευμένη, καθώς θεωρούνταν αντικαθεστωτική. Αντίθετα, σύσσωμη η μεταξική προπαγάνδα, οι εφημερίδες και το διαφωτιστικό υλικό, ακόμα και η σχολική διδασκαλία έβριθαν ύμνων προς τα φασιστικά καθεστώτα και απαξίωσης για τα παρηκμασμένα δυτικά πολιτεύματα.

Υπουργοί της δικτατορίας, όπως ο Θ. Νικολούδης, ο Α. Ταμπακόπουλος και ο Κ. Κοτζιάς δεν έκρυβαν τα φιλοφασιστικά τους αισθήματα. Το 1945, στη δίκη του Ιταλού αντιβασιλέα Φρανσέσκο Τζακομόνι, αποκαλύφθηκε ότι ο Κοτζιάς είχε διαβεβαιώσει τον Μουσολίνι ότι σε περίπτωση ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα θα διοργάνωνε μεγάλο αντιπολεμικό συλλαλητήριο για να ματαιώσει την επιστράτευση. Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία, όταν ο λαός εξέφραζε πλέον δημόσια τα αντιφασιστικά του αισθήματα, ο Μανιαδάκης απαγόρευσε τις αποδοκιμασίες στα κινηματογραφικά επίκαιρα και δήλωσε ότι οι παραβάτες θα παραπέμπονται στην επιτροπή δημόσιας ασφάλειας. Την ίδια περίοδο, η επίσκεψη στην Ελλάδα του Γκέμπελς και άλλων παραγόντων της ναζιστικής Γερμανίας έγιναν αφορμή για διακήρυξη των στενών ιδεολογικών δεσμών ανάμεσα στην 4η Αυγούστου και στο χιτλερικό καθεστώς.

Ολα αυτά δεν είχαν εμποδίσει την Αγγλία να ενισχύει με κάθε τρόπο τη φασιστική δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Ο Μεταξάς γνώριζε πολύ καλά ότι το όνειρό του να κυβερνήσει την Ελλάδα και να θεμελιώσει τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό» -προφανές δάνειο από το γερμανικό «Τρίτο Ράιχ»- δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς τη στήριξη των Άγγλων. Αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο περίφημο «Όχι» που είπε την παραμονή της ιταλικής επίθεσης στον Ιταλό πρέσβη Γκράτσι. Ο δικτάτορας ήξερε επίσης ότι ο συμβιβασμός με την ιταλική απαίτηση για άμεση συνθηκολόγηση της Ελλάδας θα δημιουργούσε εκρηκτική κοινωνική κατάσταση, που μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπή του καθεστώτος.

Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, άλλωστε, η δικτατορία Μεταξά ανησυχούσε σοβαρά για την εκδήλωση αντιφασιστικών αισθημάτων στον λαό ή τον στρατό. Κάθε πολίτης ή στρατιώτης που θα τολμούσε να μιλήσει κατά του φασισμού θεωρούνταν ύποπτος. Η λογοκρισία είχε δώσει οδηγίες στους διευθυντές των εφημερίδων να γελοιοποιούν τον λαό της Ιταλίας, αλλά όχι το φασιστικό της καθεστώς.

Η ανύπαρκτη προπολεμική προετοιμασία

Η δικτατορία εισέπραξε τεράστια ποσά από εράνους που διεξήγαγε και αναγκαστικές εισφορές που επέβαλλε για να εξασφαλίσει την πολεμική προπαρασκευή και την εξωτερική ασφάλεια της χώρας. Πέρα από τους πόρους αυτούς, την περίοδο 1936-1940 από τον προϋπολογισμό διατέθηκαν περίπου 12 δισ. δραχμές για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Με όλα αυτά αγοράστηκαν μερικές δεκάδες αντιαεροπορικά, 50.000 όπλα μάζουερ, 400 πολυβόλα, 200 οπλοπολυβόλα, 300 φορτηγά αυτοκίνητα και ένας μικρός αριθμός αεροπλάνων. Από τα ίδια ποσά χρηματοδοτήθηκε η γραμμή Μεταξά στη Μακεδονία -ένα σύνολο ασύνδετων μεταξύ τους οχυρών με σκοπό την αναχαίτιση βουλγαρικής επίθεσης- και επιδιορθώθηκε μέρος του παλιού πολεμικού υλικού. Το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού που αγοράστηκε ήταν γερμανικής προέλευσης, από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και σε μεγάλο βαθμό άχρηστο. Αποτέλεσμα ήταν οι μονάδες στο αλβανικό μέτωπο να βρεθούν χωρίς πυρομαχικά, εφόδια και μέσα.

Στο έμψυχο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων είχε γίνει επίσης συστηματική εκκαθάριση, όχι μόνο των δημοκρατικών αξιωματικών αλλά και κάθε στοιχείου που δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στο καθεστώς. Έναν χρόνο πριν από τη δικτατορία Μεταξά, το 1935, είχε γίνει το αποτυχημένο κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών στον στρατό. Η καταστολή του κινήματος ακολουθήθηκε από μια τεράστιας κλίμακας εκκαθάριση του στρατεύματος. Οι δημοκρατικοί αξιωματικοί που είχαν απομακρυνθεί ήταν μόνο τα πιο μορφωμένα στελέχη του στρατού, με εξαιρετική πολεμική εμπειρία αλλά και συνειδητοί πολέμιοι του Άξονα και του φασισμού. Στην θέση τους ευνοήθηκαν γερμανόφιλα και ηττοπαθή στοιχεία, που αποτέλεσαν, άλλωστε, και τον πυρήνα της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης. Οι αξιωματικοί που είχαν αποταχθεί ζήτησαν από το καθεστώς Μεταξά να σταλούν στο μέτωπο και να πολεμήσουν, αλλά πήραν την απάντηση ότι η πατρίδα δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες τους.

Λίγο αργότερα, υπό την πίεση των εξελίξεων στο ελληνοϊταλικό μέτωπο, η δικτατορία Μεταξά, έπειτα από απαίτηση και των επιτελείων, θα ανακαλούσε στο στράτευμα το μεγαλύτερο μέρος των απότακτων κατώτερων αξιωματικών μέχρι και τον βαθμό του ταγματάρχη και έναν μικρό αριθμό αντισυνταγματαρχών. Κανένας απότακτος συνταγματάρχης ή στρατηγός δεν επανήλθε, αντιθέτως κάποιοι αντισυνταγματάρχες που δεν ήταν της εμπιστοσύνης του καθεστώτος αποστρατεύτηκαν. Όπως σημειώνει ο στρατηγός Σαράφης στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ», περισσότεροι από 600 αξιωματικοί, νέοι, ικανοί και εμπειροπόλεμοι, έμειναν αχρησιμοποίητοι μέχρι το τέλος του πολέμου. Πολλοί από αυτούς στρατεύτηκαν αργότερα στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης.

Μεταξάς και Παπάγος το είπαν ξεκάθαρα

Πέρα όμως από την πλημμελή προετοιμασία για πόλεμο, από εκθέσεις και μαρτυρίες της εποχής επιβεβαιώνεται ότι τόσο η κυβέρνηση Μεταξά όσο και τα στρατιωτικά επιτελεία δεν είχαν σκοπό να αντιτάξουν σοβαρή αντίσταση στην ιταλική επίθεση. Στην επίσημη πολεμική έκθεση για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, που συνέταξε ο στρατηγός Γεωργούλης, αναφέρει ότι ο Παπάγος, αρχηγός του Στρατού, του είχε πει τις παραμονές του πολέμου:

«Επί των ελληοναλβανικών συνόρων συνεχίζονται συγκεντρώσεις ιταλικού στρατού. Δεν αποκλείεται να ευρεθώμεν προ αιφνιδιαστικής επιθέσεως των Ιταλών. Ένεκα τούτου ανασυνιστώμεν το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας εκ των Β και Γ Σωμάτων Στρατού. Θα πάτε επιτελάρχης εις το Τμήμα Στρατιάς και έχετε υπ’ όψιν σας ότι αν γίνει τίποτε, πρέπει να ρίξωμε μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων»…

Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα είναι και η διαταγή που έστειλε ο Παπάγος, στις 24 Αυγούστου 1940 στην 8η Μεραρχία Πεζικού, η οποία αναμενόταν να σηκώσει το κύριο βάρος μιας ενδεχόμενης ιταλικής επίθεσης:

«Αναγνωρίζεται η δυσχερής θέσις εις ην ευρίσκεται η Μεραρχία. Η κυβέρνησις δεν αναμένει βεβαίως παρά της Μεραρχίας νίκας, δεδομένης της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, αναμένει όμως εκ ταύτης να σώση την τιμήν των ελληνικών όπλων..»

Αλλά και ο ίδιος ο Μεταξάς, στο συμβούλιο αντιστράτηγων που συγκάλεσε τον Μάιο του 1940, φέρεται, σύμφωνα με μαρτυρίες, να είπε ότι «η σύρραξις η οποία θα μας επιβληθεί θα είναι βραχυχρόνιος και θα τελειώσει εντός ολίγων ημερών».

Το «Όχι» ανήκει στον ελληνικό λαό

Η δεξιά παράταξη διεκδίκησε αργότερα την πατρότητα του «Όχι» για λογαριασμό του Μεταξά προκειμένου να ξεπλύνει τον δικτάτορα με τις απροκάλυπτες φασιστικές αντιλήψεις, αλλά και τον εαυτό της για την απουσία από τις γραμμές της αντίστασης. Η πραγματικότητα είναι ότι το μεγάλο «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου, το έπος του ’40-’41 ανήκουν στον ελληνικό λαό. Στους φαντάρους του μετώπου, στους έφερδους και μόνιμους κατώτερους αξιωματικούς, στις γυναίκες της Πίνδου και της Ηπείρου, στους πολίτες των συνόρων και των μετόπισθεν. Σε όλους αυτούς που λίγο καιρό αργότερα, αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας, θα έγραφαν ακόμα μία λαμπρή σελίδα στην Ιστορία μας, αυτή της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης.

ΒΟΧ

«Η πατρίδα δεν χρειάζεται τις υπηρεσίες σας...»

Απόσπασμα από το βιβλίο του στρατηγού Στέφανου Σαράφη «Ο ΕΛΑΣ»

Στους αξιωματικούς που έφευγαν για τις συνοριακές μονάδες κατά το πλείστον, και μάλιστα ανώτερους και επιτελείς, καλλιεργήθηκε η γνώμη ότι εμείς, μικρό κράτος, δεν μπορούμε να τα βάλουμε με την Ιταλία, που διαθέτει Αεροπορία ισχυρή και θωρακισμένες μονάδες… Από τη γνώμη αυτή φαίνεται εμφορούνταν και η κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο Στρατού και δεν σκέπτονταν σοβαρά για πόλεμο πραγματικό και αντίσταση με όλα τα μέσα, αλλά για μια μικρή αντίσταση για την τιμή των όπλων και κατόπιν συνθηκολόγηση και αναχώρηση της κυβέρνησης με τον βασιλιά στο εξωτερικό. Έτσι, σε όλους και σε αυτούς, ακόμα και στους αντίπαλους, Γερμανούς και Ιταλούς, είχε σχηματιστεί η εντύπωση ότι η Ελλάδα δεν θα αντισταθεί πραγματικά, αλλά μονάχα «για τα μάτια»…

Ετσι φτάσαμε στις 28 Οκτώβρη, το ιταλικό τελεσίγραφο και το «Όχι» του Μεταξά. Το πραγματικό όμως «Όχι» το είπε ο ελληνικός λαός και οι τίμιοι Έλληνες αξιωματικοί… Έγινε ένα πράγμα που κανένας δεν το περίμενε. Σύσσωμο το έθνος βοήθησε τον αγώνα για να αποκρούσει την εχθρική εισβολή και το πέτυχε… Τη στιγμή εκείνη έγινε ένας αιφνιδιασμός. Όχι η ξαφνική ιταλική εισβολή, αλλά κάτι που κανείς δεν περίμενε, παρά μονάχα εκείνοι που πίστευαν στην ψυχή και τη δύναμη του ελληνικού λαού. Αιφνιδιάστηκαν όλοι, και Ιταλοί, και Γερμανοί, και κυβέρνηση, και Γενικό Επιτελείο, και σύμμαχοι ακόμα. Και τον αιφνιδιασμό αυτόν τον έκανε ο ελληνικός λαός, που δημιούργησε το αλβανικό έπος.

*Η κυβέρνηση έμεινε όπως ήταν, διόρισε αρχιστράτηγο τον γνωστό αντιστράτηγο Παπάγο, καίτοι ήξερε την αξία του και τούτο γιατί ήταν πιστός σ’ αυτή και άνθρωπος του παλατιού. Τόσο καλά τον ήξερε, ώστε ταυτόχρονα με τον διορισμό του έβγαλε και ανακοινωθέν με το οποίο απαγόρευε κάθε κριτική για τον αρχιστράτηγο.

Απόκλεισε από τον στρατό σχεδόν όλους τους αξιωματικούς απότακτους του 1935, από τους οποίους είχαν αφαιρεθεί τα φύλλα πορείας. Αν κανένας προσερχόταν γιατί δεν του είχαν πάρει το φύλλο πορείας, τον έδιωχναν με τη δικαιολογία ότι δεν χρειάζεται. Σε επιτροπές αξιωματικών που παρουσιάστηκαν και ζήτησαν την άμεση αποστολή τους στο μέτωπο, ο τότε υπουργός στρατιωτικών Ν. Παπαδήμας απαντούσε πως δεν είχε ανάγκη η πατρίδα από τις δικές τους υπηρεσίες και επιπλέον τους έβριζε λέγοντας πως ζητούν να επανέλθουν για να βελτιώσουν τη θέση και τη σύνταξή τους. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως υπήρχαν αξιωματικοί που ζητούσαν να πολεμήσουν μονάχα, χωρίς υστεροβουλία, χωρίς μελλοντικές απολαβές, παρά μόνο για να εκπληρώσουν το καθήκον τους προς την πατρίδα και γιατί αισθάνονταν ντροπή να γυρίζουν στον δρόμο και στα καφενεία τη στιγμή που κάθε άλλος Έλληνας είχε το δικαίωμα να αγωνίζεται και να σκοτώνεται για την πατρίδα του…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0