Καλοκαίρι του 1967, απογευματάκι. Είχε ένα ελαφρύ βοριαδάκι που έφερνε μια ανακούφιση και έσπαγε τη βαριά ατμόσφαιρα που είχε τόσες μέρες κυριεύσει το χωριό. Ήταν όλη η παρέα του μαχαλά μαζεμένη και έπαιζαν σκλέντζα.1 Έλειπε μόνο ο Τζίμης, ποιος ξέρει πού γυρνούσε, τι έψαχνε. Αμ δε! Ήρθε να τους πει τα άσχημα. Ο κάτω μαχαλάς είχε πετάξει αητούς που έφταναν ψηλά, μέχρι το φεγγάρι.
«Θα το χάσουμε, ρε μάγκες, το στοίχημα. Εμείς ούτε έναν αητό δεν ανεβάσαμε».
«Ρε χαμένο», λέει ο Σκάνταλος, «έχω καλάμια έτοιμα για αητούς, φημερίδις δεν έχω. Άμα είχαμι καμιά κοσαριά φημερίδις, να ιδείς τι αητούς θα πιτάγαμι. Όχι στου φεγγάρ', στουν ήλιου θανάφταναν. Πού να τσ' βρούμι, όμως;»
«Έχω εγώ εφημερίδες» λέει ο Τάκης, ο γιος του δάσκαλου.
«Άντε ρε μαλακιασμένο!» λέει ο Γιόρας. «Αφού τσ' έκαψι η θειά όταν έπιασαν τον πάππου σ'».
«Λίγες κάηκαν, τσ' πιο πολλές τσ' έκρυψα στο φουρναριό κάτω απ' τα ξύλα, όπως μου 'πε ο πάππος μου πριν τον πάρουν οι χωροφυλάκοι».
«Θα πας να τσ' φέρς; Όχι όλες, καμιά τριανταριά, να κάνουμι κι ουρές μιγάλες» είπε ο Σύκος.
«Άμα τσ' φερς», είπε ο Σκάνταλος, «να φερς εσύ, Σύκο, σπάγγο και συ Βασίλ', φέρι απ' το φουρναριό τσ' μάνα σ' αλεύρ', να κάνουμι αλευρόκολα. Θα τσ' φερς, ρε;»
«Πηγαίνω! Φτάνουν τριάντα ή θες παραπάνω;»
«Όσες θελς, άιντι!»
«Ποιος θα 'ρθει να βοηθήσ';»
«Ερχομι ιγώ» είπε ο Πίδας.
Πήγαν απέναντι και εξασφάλισαν ότι οι γυναίκες, που ήταν μαζεμένες στον ίσκιο της μουριάς, δίπλα στου Θωμά, δεν κινδύνευαν να τους πάρουν χαμπάρι, αρκεί να μην τύχαινε να 'ρθει στα ξαφνικά η μάνα ή η γιαγιά του Τάκη.
«Πίδα, βοήθα να σκώσουμι τα ξύλα, εδώ πίσω απ' τον φούρνο».
«Πού τσ' εχ'ς, ρε χαμένο, θα τσ' φαν' τα ποντίκια».
«Έλα, έλα, γρήγορα».
Σήκωσαν κάμποσα ξύλα, έβγαλαν όσες εφημερίδες χωρούσαν στην αγκαλιά τους, τις άφησαν παραδίπλα, έβαλαν ξανά τα ξύλα στη θέση τους, τις πήραν παραμάσχαλα και τις πήγαν εκεί που τους περίμενε η υπόλοιπη μαχαλοπαρέα. Είχε ξεκινήσει ήδη ο μεγάλος μάστορας των αητών, ο Σκάνταλος, να κατασκευάζει. Το τι κραυγές θαυμασμού, τι χειροκροτήματα και τι «κόλλα πέντε, μεγάλε» που πήρε ο Τάκης δεν περιγράφεται.
Ενώ η κατασκευή προχωρούσε, δίνει ο Σκάνταλος διαταγή:
«Τζίμη, κόσια2 να πεις στον Ρέτσο3 να κταξ' κατά τον μαχαλά μας για να καταλάβ' τι θα πει βερίκοκο. Κι άμα κιοτάει, ναρθ' ιδώ με τουν μαχαλά τ' να ομοιαστούμι. Θα τ' γαμήσουμι τα πρέκια να τ' πεις».
«Άμα τα πω ετσ', ρε μαλάκα, θα μι σακατέψουν στο ξύλο».
«Μη χαμπαριάζ'ς, ρε μαλακιασμένο, τίπουτα δεν θα σ' κάνουν. Κόσια τώρα κι έλα να πιτάξις κι συ τον δ'κό σ' τον αητό. Άιντι, ξικουμπίσ'».
Τι να κάνει κι ο Τζίμης... Διαταγή αρχηγού. Αν δεν την εκτελούσε, ποιος ξέρει πότε θα τον ξανάπαιζαν.
Μόλις έφυγε ο αγγελιοφόρος τους, είχαν ετοιμαστεί και οι αητοί. Είχαν έρθει και οι καλούμπες, είχαν και το βοριαδάκι σύμμαχο κι άρχισαν ένας-ένας να ανεβαίνουν στον ουρανό οι αητοί του πάνω μαχαλά. Και γέμισε ο ουρανός με τις προδικτατορικές ΑΥΓΕΣ.
Ανέβηκαν μάλιστα τόσο ψηλά, που τις είδαν οι μανάδες τους, που έπιναν τον απογευματινό τους καφέ κάτω απ' τη μουριά του μπαρμπα-Θωμά. Και μόλις συνειδητοποίησαν ότι ο ουρανός είχε γεμίσει από ΑΥΓΕΣ, έτρεξαν αλαφιασμένες να κατεβάσουν τους αητούς, μην τους πάρει χαμπάρι ο αστυνόμος του χωριού και τότε ποιος ξέρει τι θα τραβούσαν τα σπίτια τους. Είχαν κι έναν σωρό δικούς τους στην εξορία, στη Γυάρο. Σαν αλαφιασμένες έκαναν οι γυναικούλες.
Φώναζαν, τραβούσαν τις καλούμπες, όποιον έβρισκαν μπροστά τους του δίναν και καμιά ξεγυρισμένη.
«Σαφρακιασμένα, τι μας κάνιτι!»
«Κατεβάστι τα τώρα, χωρίς δεύτερ' κουβέντα».
«Ούι, τι μας βρήκι! Θα μας χώσουν ολ'νούς μέσα!»
«Παλιόπαιδα, δεν θα ξαναβγείτι απ' το σπίτ'».
Αυτά κι άλλα πολλά άκουσαν. Οι αητοί κατέβηκαν κι άντε να καταλάβουν τα παιδιά τι κακό έκαναν. Το χειρότερο όμως είναι ότι νικητής στο στοίχημα βγήκε ο κάτω μαχαλάς. Αν ήταν πιο μεγάλοι, θα τους χρεωνόταν μια μεγάλη πράξη αντίστασης στη χούντα. Τώρα απλώς είχαν χάσει το στοίχημα.
* Ο Χρήστος Ρώσσιος είναι γεωπόνος-γεωργοοικονομολόγος
1 Σκλέντζα: το παιχνίδι ξυλίκι
2 Κόσια: τρέξε
3 Ρέτσο: το όνομα του αρχηγού του κάτω μαχαλά