Όπως καίγεται μια φωτογραφία. Έτσι αφάνιζε το πράσινο από τις εκτάσεις η φωτιά στη Βαρυμπόμπη. Μια μεγάλη καμπύλη από φλόγες κατάπινε τη ζωή όπως είχε αποτυπωθεί στη μνήμη όσων ζούσαν εκεί επί χρόνια, αλλά κι όσων επισκέπτονταν την περιοχή για να δραπετεύσουν.
Οι μνήμες που ανασύρουν σήμερα οι πληγέντες πάνω από τα θρύψαλα των κατεστραμμένων τους επιχειρήσεων και σπιτιών δεν διαφέρουν πολύ απ’ όσα συγκρατούν οι φωτογραφίες. Στιγμές είναι, πρόσωπα και καταστάσεις που φαίνονται θαμπά, αλλά είναι ικανά να επαναφέρουν εκείνα τα συναισθήματα που έβγαζαν αβίαστα το χαμόγελο σε μια φωτογραφία.

Σ’ ένα σπίτι της Τατοΐου θυμούνται τα μαζέματα που έκαναν στο κηπάκι με το γρασίδι και τις ξύλινες πέργκολες. Θυμούνται που έπιναν τον καφέ τους και κοιτούσαν απέναντι στο δάσος. Άκουγαν τα κελαηδίσματα κι έβλεπαν ανά καιρούς τα ζωάκια του. Κυρίως χελώνες, αλεπουδίτσες, σκυλάκια και γάτες.
Μπορούσαν να το αντικρίσουν κι από τα παράθυρα που είχαν ακριβώς από πάνω. Ειδικά τον χειμώνα η αίσθηση να κοιτάζουν απ' έξω το κάθε τόσο χιονισμένο τοπίο ήταν μοναδική.

Στο τραπεζάκι που καθόντουσαν, η επιφάνεια έχει γίνει και πάλι υγρή από τα ποτήρια. Είναι απ’ τα ποτήρια με τους καφέδες και το νερό που μπόρεσαν να προσφέρουν στους δημοσιογράφους. Μετά την κατάρρευση της συρμάτινης περίφραξης, μ’ ένα απλό βήμα, πηδούν χωρίς ιδιαίτερες αναστολές μέσα στον κήπο του σπιτιού τους.
Εκτός της εύκολης πρόσβασης όμως για τους περαστικούς απ’ το σημείο, υπήρχαν πολλές ακόμη σημαντικές διαφορές μέσα και έξω από το σπίτι. Τα παράθυρα είχαν αποκτήσει πάνω από την τετράγωνη επιφάνειά τους ένα μεγάλο μαύρο αποτύπωμα από τον καπνό που επιχειρούσε να διαφύγει όταν βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο. Το ένα από αυτά, αλουμινένιο γαρ, έχει λιώσει. Οι πέργκολες είχαν καταρρεύσει. Τα σκέπαστρα με τα κεραμίδια είχαν γίνει κομματάκια, βλέποντας τον κόσμο πλέον απ’ το πάτωμα. Έναν κόσμο γεμάτο στάχτη, θραύσματα, πυρωμένες βίδες και μηχανισμούς.

Αν το βλέμμα των ανθρώπων στο τραπέζι τολμήσει να πάει μακρύτερα, θα βρεθεί αντιμέτωπο με καυτές λαμαρίνες. Στα αμάξια που κάηκαν κι έμειναν μόνο με το σχήμα που σχεδιάστηκαν. Τώρα όλα δείχνουν ίδια. Τα καντράν είναι σταματημένα με τον ίδιο τρόπο στα ακριβά αυτοκίνητα όπως και στα φθηνότερα.

Την τελευταία φορά που τα σταμάτησαν, γύρω τους υπήρχε ένα πυκνό δάσος. Ακούγονταν πουλιά. Πρόσεχαν οι οδηγοί τους μην και χτυπήσουν κάποιο ζωάκι ανοίγοντας την πόρτα. Τώρα τα δέντρα στέκουν όρθια, τα περισσότερα με την ίδια ευθυτενή περηφάνια, χωρίς όμως να έχουν πάνω στα κλαδιά τις βελόνες και τα φύλλα τους. Χωρίς να έχουν φωλιές που κουρνιάζουν στα πιο παχιά τους κλαδιά, χωρίς να θροΐζουν όταν φυσάει, χωρίς ν’ ακούγονται πίσω απ’ τα κουκουνάρια τους κελαηδίσματα. Περπατώντας τις εκτάσεις από τις Αδάμες έως το Τατόι και τη Βαρυμπόμπη η μόνη ζωή που σκουντουφλά επάνω σου είναι ένα μαύρο έντομο. Στο μέγεθος μιας μύγας που επιδιώκει την επαφή με την ίδια συχνότητα, καίγοντας σαν καύτρα.
Φωτο: Κώστας Παπαντωνίου