Το πρώτο, ότι η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να κατηγορεί τον Τσίπρα ότι νοίκιασε ένα σπίτι -μια δεύτερη, εξοχική κατοικία- όταν ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας αναφέρει στο πόθεν έσχες του 32 ακίνητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και προχωρούσε στην πολιτική ερμηνεία ότι στην ουσία το θέμα «σπίτι Τσίπρα» δεν είναι παρά αντιπερισπασμός, αφού η Ν.Δ. τα έχει κάνει θάλασσα, ιδίως με τη διαχείριση της πανδημίας. Γράφει: «Τι έγινε με τα στρέμματα στην Τήνο - λέω τυχαία ένα νησί. Τι έγινε με το σπίτι του Βολταίρου - λέω τυχαία έναν συγγραφέα. Και γιατί το κάνουν αυτό ειδικά τώρα; Γιατί επιλέγουν αυτή τη χρονική συγκυρία; Διότι τα έχουν κάνει μαντάρα, αγάπη μου. Το ένα λάθος μετά το άλλο, η μία γκάφα πάνω στην άλλη, φάσκουν και αντιφάσκουν και μας παν από το κακό στο χειρότερο».
Το δεύτερο, ότι η «έρευνα» για «το σπίτι του Τσίπρα», αν αγοράστηκε, αν ενοικιάστηκε και πόσο, σταματάει από την ώρα που ο ίδιος Τσίπρας έδωσε στη δημοσιότητα όλα τα σχετικά στοιχεία. Η δημοσιότητα μπορεί να συνεχιστεί μόνο εάν υπάρχουν τεκμήρια τα οποία να αποδεικνύουν το αντίθετο. Γράφει η Ακρίτα: «Κι εγώ σου λέω δεν νοικιάζεται 500 ευρώ. Κι εγώ σού λέω λέει ψέματα ο Τσίπρας. Μπορείς να το αποδείξεις; Διότι όταν αφήνεις τέτοιες αιχμές, θα πρέπει να ξέρεις πως ο κατήγορος και όχι ο ‘κατηγορούμενος’ φέρει το βάρος της απόδειξης του πραγματικού περιστατικού».
Η παρατήρηση αυτή, μάλιστα, επιβεβαιώθηκε με καταφανή τρόπο χθες, όταν Τα Νέα δεν είχαν κανένα στοιχείο να προσθέσουν στο «ρεπορτάζ» «σπίτι Τσίπρα» και επαναλάμβαναν αοριστίες από τα «Παραπολιτικά» για το ύψος των ενοικίων στην περιοχή.
Το τρίτο, ως υστερόγραφο, είναι μια παρατήρηση του ποινικολόγου Θ. Καμπαγιάννη, που αναφέρεται αυτούσια: «Όταν πεθαίνουν 100 άτομα τη μέρα και το μόνο πράγμα που απασχολεί ολόκληρη κυβέρνηση είναι αν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πρόεδρος αστικού κόμματος και πρώην πρωθυπουργός μπορεί να νοικιάζει εξοχικό με 500 ευρώ τον μήνα, καταλαβαίνεις ότι την πρωτοχρονιά, εν μέσω πανδημίας και τις ελλείψεις του συστήματος Υγείας, πιθανότερο είναι να συναντήσεις τον άγιο Πέτρο, παρά τον άγιο Βασίλη».
Παραίτηση με πάταγο
Η Έλενα Ακρίτα παραιτήθηκε μετά από είκοσι χρόνια στα Νέα και πολλά ακόμη προηγούμενα χρόνια στον Ταχυδρόμο. Στην επιστολή παραίτησής της στον διευθυντή της εφημερίδας Γ. Μαντέλα αναφέρει: «Από 18 χρόνων εργάζομαι στον ΔΟΛ και κανείς από τους πολλούς διευθυντές που συνεργάστηκα δεν άλλαξε ποτέ ούτε ένα ‘και’ από τα κείμενά μου. [...] Προσωπικά, τη δημοσιογραφία των ‘γειτόνων’ (ρεπορτάζ χωρίς στοιχεία, επώνυμες μαρτυρίες, έγγραφα, συμβόλαια) δεν την έμαθα ποτέ και δεν προτίθεμαι να τη μάθω τώρα. Όταν γράφω ένα κείμενο λογοδοτώ μόνο στους αναγνώστες μου και σε κανέναν άλλο. Πιστεύω στην αλήθεια, πιστεύω στην ελευθεροτυπία και δεν θα ανεχτώ λογοκρισία από κανέναν και για κανένα λόγο [...]»
Φίμωση κάθε κριτικής
Η είδηση ότι η Έλενα Ακρίτα υπέστη λογοκρισία κάνει τον γύρο του Διαδικτύου ήδη από το Σάββατο και προκάλεσε έναν σωρό αντιδράσεις, μεταξύ των οποίων μια καταγγελία από τον ΣΥΡΙΖΑ, μια καταγγελία από την ΕΣΗΕΑ, κινητοποίηση για αυτεπάγγελτη δίωξη από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ και ένα ολοήμερο αφιέρωμα στον ρ/σ 105,5 Στο Κόκκινο χθες για την ελευθερία της έκφρασης στη δημοσιογραφία.
Ο αυξανόμενος περιορισμός της ελευθερίας των δημοσιογράφων, η αυτολογοκρισία των δημοσιογράφων για να διατηρήσουν την εργασία τους, η δημιουργία «ιδιωτικών στρατών» ήδη από την εποχή της φούσκας στην Ελλάδα, η πολιτική στράτευση δημοσιογράφων και μέσων, οι εξαρτήσεις από την πολιτική εξουσία και οικονομικά συμφέροντα ήταν στο επίκεντρο της κριτικής όσων ακούστηκαν και γράφτηκαν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία επισημαίνει το κόστος για τον πλουραλισμό και την ελευθερία του Τύπου: «Η κ. Ακρίτα τόλμησε να πάρει θέση απέναντι στον κιτρινισμό για το σπίτι που νοικιάζει ο κ. Τσίπρας και να θέσει ερωτήματα για τα περιουσιακά στοιχεία του κ. Μητσοτάκη.
Η δυσανεξία της διεύθυνσης των Νέων σε οποιαδήποτε διαφορετική άποψη επιβεβαιώνει ότι μοναδικός στόχος της εφημερίδας είναι η φίμωση κάθε φωνής που διαφοροποιείται και η εκστρατεία συκοφάντησης των πολιτικών αντιπάλων του κ. Μητσοτάκη.
Είναι εξαιρετικά δυσάρεστο για μια εφημερίδα με ιστορία ελευθερίας έκφρασης των απόψεων των αρθρογράφων της να μετατρέπεται σε στρατευμένο μέσο της προπαγάνδας του Μεγάρου Μαξίμου. Αλλά είναι ένα ακόμη δείγμα για το πώς ο κ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται τον ρόλο των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων. Με προπαγάνδα και απόπειρα φίμωσης κάθε κριτικής».
Η ΕΣΗΕΑ κατακρίθηκε ότι εξέδωσε μια ανακοίνωση τυπική και κατώτερη των περιστάσεων: «Το Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ εκφράζει τη συμπαράστασή του στην Έλενα Ακρίτα, η οποία είδε έπειτα από 20 χρόνια να ‘κόβεται’ το άρθρο της στην εφημερίδα Τα Νέα. Η ΕΣΗΕΑ ζητεί από τη διεύθυνση της εφημερίδας να διασφαλίσει την ελευθερία της έκφρασης». Μπορεί η κριτική στην ΕΣΗΕΑ να έχει βάση, όμως η αντίδρασή της ήταν άμεση, ήδη από το Σάββατο, ενώ αναμένεται με πρωτοβουλία των εκπροσώπων της Συσπείρωσης το ζήτημα να τεθεί εκ νέου σήμερα στο προγραμματισμένο Δ.Σ. Πληροφορίες αναφέρουν επίσης την αυτεπάγγελτη κινητοποίηση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Στις επόμενες ημέρες, με πρωτοβουλία της ΕΣΗΕΑ αναμένεται η ενημέρωση των ευρωπαϊκών οργάνων και η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων.
Στο ολοήμερο αφιέρωμα του ρ/σ 105,5 Στο Κόκκινο για την ελευθερία της έκφρασης, στις εκπομπές του Νίκου Ξυδάκη, της Ευγενίας Λουπάκη, του Στάθη Σχινά, της Ναταλία Χατζηαντωνίου φιλοξενήθηκαν δημοσιογράφοι, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί. Μεταξύ αυτών ο Δημήτρης Τρίμης, πρώην πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, ο Παντελής Μπουκάλας, πρώην μέλος Δ.Σ. ΕΣΗΕΑ, συγγραφέας, αρθρογράφος στην Καθημερινή, ο Γιάννης Κουτζουράδης, δημοσιογράφος, πρώην πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού ΕΣΗΕΑ, ο Δημήτρης Ριζούλης, διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας Δημοκρατία, ο Ευάγγελος Αντώναρος, πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο Στέλιος Κούλογλου, δημοσιογράφος, ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, ο Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και ο μουσικοσυνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης.