Επιστροφή στον αναχρονισμό συνιστά εισήγηση στο Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία «δεν νοείται πολιτικός γάμος μεταξύ ομοφύλων». Παρά την πρόσφατη νομοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης και για τα ομόφυλα ζευγάρια, στο ανώτατο δικαστήριο υποστηρίχτηκε ότι δεν θα πρέπει να ασκηθεί αναίρεση στην απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου που έκρινε μη νόμιμο τον γάμο μεταξύ δύο ομοφυλόφιλων ανδρών.
Ο εισηγητής, επικαλούμενος τον αστικό κώδικα, υποστήριξε ότι θεωρείται αυτονόητη η διαφορετικότητα των φύλων των νεονύμφων και ότι ο νόμος αντιλαμβάνεται τον γάμο μόνο μεταξύ ετεροφύλων. Πρόσθεσε επίσης ότι η αναφορά των διατάξεων του Α.Κ. πλέον σε «συζύγους» και «μελλονύμφους» ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έγινε για να καταδείξει ότι εφεξής «αναγνωρίζει» πολιτικό γάμο και μεταξύ ομοφύλων, αλλά μάλλον ότι υιοθετήθηκε αυτή η φρασεολογία για λόγους νομοτεχνικούς.
Σύμφωνα με τον εισηγητή, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δεν απορρέει καταλυτικό επιχείρημα για την αναγνώριση του πολιτικού γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών αφού και εκεί διακρίνονται τα δύο φύλα. Πρόσθεσε, τέλος, ότι για να είναι νομικά αποδεκτός ο γάμος μεταξύ ομόφυλων, θα πρέπει υποχρεωτικά να θεσπιστεί νομοθετική ρύθμιση που να αναγνωρίζει τον γάμο μεταξύ ομοφυλόφιλων.
Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του, η οποία θα γίνει γνωστή το νέο έτος.