Να ανακαλέσει τις απολύσεις για να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της διοίκησης και των εργαζόμενων ζήτησε από τη διοίκηση της ELFE - Ελληνικά Χημικά Λιπάσματα, που εδρεύει στην Καβάλα, με ανακοίνωσή του το υπουργείο Εργασίας. Σημειώνεται ότι την περασμένη Παρασκευή έληξε η προθεσμία που είχε δοθεί από το υπουργείο ώστε να κλείσουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών με σκοπό "την εξεύρεση συνθετικής και δημιουργικής λύσης στη βάση των προτάσεων του υπουργού Εργασίας για την άρση - ανάκληση των απολύσεων".
Η ELFE είναι μία από τις πολλές επιχειρήσεις που τα τελευταία χρόνια παρουσίασαν ζημίες, παρότι είναι μοναδική στο είδος της στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 2015 η επιχείρηση ξεκίνησε να υλοποιεί τον σχεδιασμό για τη μεταβίβαση της δραστηριότητάς της σε άλλες εταιρείες και παρουσιάζει ενδιαφέρον ότι η μία από αυτές έχει έδρα στην Κύπρο. Τον Σεπτέμβριο του 2015 οι εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν με τρίμηνες συμβάσεις δανεισμού στις εταιρείες αυτές, ενώ θα έπρεπε να μεταφερθούν σε αυτές με το ίδιο συμβατικό καθεστώς και με τις ίδιες εργασιακές σχέσεις, όπως είχαν καθοριστεί από την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Τον περασμένο Μάρτιο, που τέλειωσε η ισχύς της ΕΣΣΕ, η εταιρεία ξεκίνησε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου με την παράλληλη δεσμευτική πρόταση προς τους εργαζόμενους να μεταφερθούν με 14μηνες συμβάσεις. Από τους 326 εργαζόμενους, οι 181 αρνήθηκαν την εθελούσια έξοδο, όπως και οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και παρέμειναν στην ELFE, ζητώντας τη μεταφορά τους στις νέες επιχειρήσεις με συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Η "μητρική" εταιρεία επιμένει στις απολύσεις 70 εργαζόμενων και στις μηνύσεις σε βάρος τους, που της δίνει το δικαίωμα να μην καταβάλει αποζημιώσεις. Παράλληλα, με τις άλλες τρεις εταιρείες προκρίνουν τις 14μηνες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ έχουν προχωρήσει σε προσλήψεις με 2μηνη ή 3μηνη δοκιμαστική περίοδο, αρνούμενες τις συμβάσεις αορίστου χρόνου που θα μπορούσαν να περιλάβουν δοκιμαστική περίοδο. Πίσω από αυτό, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας δεν κρύβεται μόνο μια σκληρή εργοδοτική στάση, αλλά και η προσπάθεια να αποκρυφθεί η μεταβίβαση αντικειμένου (οικονομικού και φυσικού) από τη "μητρική" εταιρεία στις άλλες τρεις, κάτι που δημιουργεί νομικά προβλήματα στην ιδιοκτησία της "μητρικής" εταιρείας.