Live τώρα    
Λογωγράφημα / Ενεργειακός κόμβος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Λογωγράφημα / Ενεργειακός κόμβος

Ο κυρ Βασίλης έζησε τη ζωή του ολόκληρη σε κάποιο λιμάνι. Για την ακρίβεια, τα πρώτα του χρόνια τα έζησε στο λιμάνι της Μυκόνου, τότε που δεν έδεναν πλοία σε κάποιο ντόκο αλλά φούνταραν αρόδου. Πέταγαν την άγκυρά τους, δηλαδή, στην είσοδο του λιμανιού και οι επιβάτες έφταναν στο λιμάνι με βάρκες.

Με βάρκες μεταφέρονταν και οι αποσκευές τους. Από τους εργάτες του λιμανιού που τις στοίβαζαν στην άκρη της προβλήτας και τις παρέδιδαν μετά στους ιδιοκτήτες.

Οι εργάτες του λιμανιού, που ονομάζονταν και αχθοφόροι, εισέπρατταν για λογαριασμό του λιμένα και ένα σχετικό αντίτιμο ανά αποσκευή. Τα λεγόμενα και φορτοεκφορτωτικά.

Οι ταξιδιώτες, που κατά κύριο λόγο ήταν φτωχοί άνθρωποι -η Μύκονος ακόμα δεν είχε ιδιαίτερη τουριστική ανάπτυξη-, παραλάμβαναν από τους αχθοφόρους τις βαλίτσες τους, πλήρωναν το αντίτιμο των φορτοεκφορτωτικών και στο τέλος έδιναν και κάνα φραγκάκι ρεγάλο στους εργάτες.

Εκεί ο κυρ Βασίλης έμαθε δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν πως όταν εργάζεσαι, αμείβεσαι για τη δουλειά που παράγεις. Το δεύτερο, πως αν κάποιος πρόκειται να σε βοηθήσει και να εκτιμήσει τον κόπο σου, τότε σίγουρα αυτός θα είναι ένας εξίσου φτωχός άνθρωπος. «Αν δεν βοηθήσουμε εμείς που είμαστε φτωχοί, ποιος θα βοηθήσει;» συνήθιζε να λέει.

Έπειτα ο κυρ Βασίλης, εσωτερικός μετανάστης, βρέθηκε να εργάζεται στο λιμάνι του Πειραιά και να κατοικεί σε μια παράγκα στο Πέραμα. Στη δουλειά του πια δεν πήγαινε με τα πόδια αλλά με το τραμ. Ένα φραγκάκι για να να πάει και ένα για να γυρίσει. Βάλε και κάτι ψιλά για τα ψώνια της ημέρας, το μεροκάματο έβγαζε φτερά και πέταγε.

Όταν κάποτε άλλαξε πόστο, το λιμάνι τον έστειλε από τις χειραποσκευές στον εφοδιασμό των πλοίων. Εκεί ο κυρ Βασίλης έπρεπε να φορτώνεται στην πλάτη σακιά με κάρβουνο και να φτυαρίζει ολημερίς για να γεμίσουν τα αμπάρια των πλοίων με ξηρό κοκ που οι θερμαστές πέταγαν μέσα στα καζάνια για να δουλεύει η μηχανή.

Όταν λίγο καιρό αργότερα τα ατμόπλοια αντικαταστάθηκαν από τα πλοία που έκαιγαν μαζούτ, ο κυρ Βασίλης βρέθηκε να κάνει μία από τις πιο εύκολες δουλειές του λιμανιού. Έπιανε το σπίντερ που του έριχνε ο ύπαρχος του πλοίου -εκείνη την μπαλίτσα που είναι φτιαγμένη από σκοινί με εκείνον τον ιδιαίτερο ναυτικό κόμπο-, το έδενε στη μάνικα και όταν το πλήρωμα την κλείδωνε στη βαλβίδα της δεξαμενής του πλοίου, ο κυρ Βασίλης άνοιγε τη βάνα για να γεμίζει το τάνκι (έτσι λένε τη δεξαμενή καυσίμων οι ναυτικοί).

Τότε ο κυρ Βασίλης, ως άρχων του εφοδιασμού, αυτοχρίστηκε και βασιλιάς των πετρελαίων.

Τίτλος που δεν ήταν καθόλου υπερφίαλος, μιας και ήταν εκείνος από τον οποίο εξαρτιόταν η τροφοδοσία του πλοίου.

Μαζί με την αναβάθμιση από το κάρβουνο στο πετρέλαιο αναβαθμίστηκε και το εισόδημά του. Το λιμάνι εξακολουθούσε να του δίνει έναν πενιχρό μισθό, αλλά ο πράκτορας του πλοίου που επόπτευε την τροφοδοσία τού έχωνε στην τσέπη ένα ταλιράκι για ρεγάλο.

Έτσι, εκτός από τον τίτλο, ο κυρ Βασιλης διέθετε πλέον και τους πόρους για να είναι ο βασιλιάς των πετρελαίων. Και δεδομένου ότι ήταν και κιμπάρης κέρναγε σε κάθε ευκαιρία, που κρίνοντας από τη γενικότερη οικονομική του κατάσταση στο τέλος κάθε μήνα, οι ευκαιρίες ήταν πάμπολλες.

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν μέρη στην Ελλάδα που τον κυρ Βασίλη τον θυμούνται και τιμούν τη φιλία τους με έναν βασιλιά που πλήρωνε τα χρέη του, που είχε φίλους και που έφτανε μέχρι εκεί που πήγαιναν τα πόδια του και η λεβεντιά του.

Σε αντίθεση με άλλους επικεφαλής που χρεώνουν και δεν πληρώνουν, που μοιράζουν υποσχέσεις και χαρίζουν ή πωλούν μπιρ παρά περιουσία που δεν είναι δική τους.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0