Με πρωτοφανή αυταρχισμό η κυβέρνηση επιχειρεί μια βίαιη μεταστροφή της χώρας στα πριν τη μεταπολίτευση χρόνια. Γιατί μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Μαρινάκης, επειδή δεν ήθελε να απαντήσει σε μια follow up ερώτηση του συναδέλφου Χ. Αβραμίδη, κατέφυγε στην προσωπική επίθεση στο δημοσιογράφο και στις απειλές με μηνύσεις.
Άλλωστε είναι κάτι που ούτε καν μπήκε στον κόπο να διορθώσει. Αντίθετα ενισχύθηκε από το “βαρύ” πυροβολικό της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση, το Μάκη Βορίδη με τις απειλές κατά κοινοβουλευτικού κόμματος και τη στοχοποίηση του βουλευτή της Νέας Αριστεράς, Ν. Ηλιόπουλου και του γραμματέα της Κ.Ε. Γ. Σακελλαρίδη.
Ποια συμπεράσματα όμως μπορούμε να βγάλουμε από αυτή την ακροδεξιά στροφή με όχημα το “νόμο”;
Πρώτο, ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. αδυνατεί να δεχθεί ότι υπάρχουν και δημοσιογράφοι που δεν τη ρωτούν το non paper της. Νομίζει έτσι ότι ζει στην παντοκρατορία του ανέλεγκτου απολαμβάνοντας αλαζονικά την εξουσία της βασισμένη σε συγκαλυμμένα σκάνδαλα, επί σκανδάλων. ο δείκτης της ελευθερίας του τύπου στη χώρα μας είναι μόνο μια ένδειξη του κυβερνητικού αυταρχισμού και της ποδηγεσίας της ενημέρωσης, τα αποτελέσματά του όμως είναι πολύ πιο σοβαρά απ’ όσο φαίνονται. Είναι η απόκρυψη όλων όσων δεν ευνοούν την κυβέρνηση, ή δεν προάγουν τη στρατηγική της. Είναι η παντοκρατορία του ενός μόνο αφηγήματος της.
Δεύτερο, ότι η κυβέρνηση έχει πολύ “λερωμένη” τη φωλιά της ως προς το έγκλημα στη Χίο, τόσο που μόνο αποπροσανατολιστικό είναι να χρησιμοποιείται η λέξη “ναυάγιο”. Επίσης έχει ένα γόητρο ιδιαίτερα πληγωμένο με σωρεία σκανδάλων να τη βαραίνουν και επιδιώκει πάση θυσία να "ξεπλυθεί", έστω πρόσκαιρα και επικοινωνιακά, λίγο πριν μια προεξοφλημένα αποτυχημένη συνάντηση με τον Ερντογάν.
Τρίτο, ότι το δόγμα της αποτροπής με προκάλυμμα τη φύλαξη των συνόρων θα είναι ένα κύριο αφήγημα “επιτυχίας”, το οποίο θα ακούμε συχνά την προεκλογική περίοδο ποντάροντας στην πόλωση ώστε να μη χάνει ψήφους προς την ακροδεξιά και τη διαρκώς παρερμηνευμένη Μ. Καρυστιανού.
Τέταρτο, ότι ο Μητσοτάκης προσπαθεί να επενδύσει στο αφήγημα Τραμπ γιατί έχει απόλυτη ιδεολογική κάλυψη. Δεν κρατά ούτε τα προσχήματα, πλέον, για την ελευθερία του Τύπου διολισθαίνοντας όλο και πιο πολύ στον αυταρχισμό και τις slapp μηνύσεις για να “κλείσει” στόματα. Άλλωστε δεν είναι μόνο ο Μαρινάκης. Είναι και όλη η ακροδεξιά που προσβάλλει την έννοια του νόμου για να επιδοθεί σε κυνήγι διαφωνούντων, αριστερών, ακτιβιστών και επιδιώκει να αναγάγει να δικαστήρια στο νέο πεδίο εμφυλιοπολεμικής “αναμόρφωσης”. Και αυτό πρέπει η Αριστερά να το απαντήσει με ενιαίο και μαζικό τρόπο.
Πέμπτο, ότι η κυβέρνηση δοκιμάζει τις αντοχές μας για να αυξηθεί ο πήχης της ασφυκτικής χειραγώγησης και ολοκληρωτικής εξάρτησης από ένα και μοναδικό κυβερνητικό αφήγημα που δεν χωράει αμφισβήτησης.
Έκτο, η χρήση του όρου “οπτική” από τον Π. Μαρινάκη, ουσιαστικά σημαίνει πολιτική επιλογή. Μια πολιτική επιλογή, όμως, την οποία στη follow up ερώτηση αρνείται να την ομολογήσει και επιλέγει με όρους τακτικισμού να καλυφθεί, για πολλοστή φορά, πίσω από μια επίθεση.
Ωστόσο, όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιτίθεται λεκτικά απειλώντας το δημοσιογράφο στην πραγματικότητα φέρεται εχθρικά και επιτίθεται στην έννοια του δημόσιου λόγου, και εν προκειμένω της διαφορετικής άποψης, που ο δημοσιογράφος εκπροσωπεί. Είναι ένας λεκτικός προπηλακισμός για να πετάξει “έξω” από τη δημόσια σφαίρα, όχι μόνο ένα λογικό ερώτημα, όπως το αν η επιχείρηση του Λιμενικού ήταν αποτροπή ή διάσωση, αλλά μια απορριπτέα άποψη, την οποία στοχοποιεί ως κακόβουλη θέλοντας να πείσει ότι είναι κάτι ακόμα χειρότερο, παράλογη.
Τέλος, δεν θα αναφερθώ στις αρχές της Ευρώπης, που και η ίδια τις έχει ξεχάσει και πέρα από το μεγάλο πλήγμα στη δημοκρατία, η κυβέρνηση αποκαλύπτει το φόβο της και άρα την ενοχή της. Ενοχή για ένα έγκλημα που δεν παραδέχεται, αλλά ο κόσμος μετά το Φαρμακονήσι και την Πύλο γνωρίζει, ότι αυτά έτσι συμβαίνουν… Και η δεξιά κυβέρνηση με τους ακροδεξιούς υπουργούς της, μας επιβάλλει να τα συνηθίσουμε. Να συνηθίσουμε δηλαδή στα εγκλήματα εις βάρος αθώων ανθρώπων, ακόμα και μικρών παιδιών.
Και μπορεί η ακροδεξιά προπαγάνδα να δαιμονοποιεί τον ξένο, αλλά για μας που οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας ήρθαν από την Ανατολή, ξέρουμε, και τι συμβαίνει αλλά και ποια είναι, εν τέλει, η πραγματική απειλή για τον πολιτισμό μας. Όταν χάνεται η απώλεια της έγνοιας για το συνάνθρωπο, η φτώχεια και η ανέχεια δεν αλλάζουν. Απλά αγριεύουν. Χωρίς καμία συλλογική κοινωνική δικλείδα ασφαλείας, σε αυτή την απόλυτη μοναξιά του φτωχού και απόλυτα εξατομικευμένου "είναι", πολιτικού και κοινωνικού, ξυπνούν τα τέρατα.. Και συνήθως είναι πάντα αργά...