Live τώρα    
23°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
21.1°C24.5°C
4 BF 40%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
16.3°C20.3°C
4 BF 42%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
18.8°C20.5°C
4 BF 65%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
19.9°C22.5°C
5 BF 59%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
22 °C
21.8°C23.5°C
4 BF 31%
Οι υπερ-παραγωγικοί ερευνητές δεν είναι απαραιτήτως υπερ-αξιόπιστοι
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Οι υπερ-παραγωγικοί ερευνητές δεν είναι απαραιτήτως υπερ-αξιόπιστοι

Η αξία ενός ερευνητή αποτιμάται μέσω διάφορων ποσοτικών δεικτών, ένας – και ίσως ο σημαντικότερος – εκ των οποίων είναι το πλήθος των επιστημονικών εργασιών που έχει καταφέρει να δημοσιεύσει σε επιστημονικά περιοδικά που εφαρμόζουν τη λεγόμενη διαδικασία κρίσης. Με βάση αυτό το σύστημα μία επιστημονική εργασία που υποβάλλεται για δημοσίευση σε ένα περιοδικό, ανατίθεται από τον εκδότη σε δύο ή τρεις ερευνητές που δραστηριοποιούνται στο ίδιο ή σε παρεμφερές ερευνητικό πεδίο με αυτό της εργασίας. Αυτοί οι ερευνητές, που θα παίξουν το ρόλο του κριτή, θα αποφασίσουν αν η συγκεκριμένη εργασία αξίζει να δημοσιευτεί ως έχει ή με συγκεκριμένες υποχρεωτικές ή προτεινόμενες αλλαγές και προσθήκες ή εάν θα πρέπει να απορριφθεί. Η συγκεκριμένη διαδικασία κρίσης προσφέρει το βασικότερο εχέγγυο της ποιότητας των εργασιών που δημοσιεύονται στα επιστημονικά περιοδικά.

Πρόσφατη εργασία, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της προ-δημοσίευσης (preprint), αναδεικνύει ότι έως και τέσσερις φορές περισσότεροι ερευνητές δημοσιεύουν περισσότερες από 60 εργασίες ετησίως σε σχέση με λιγότερο από μια δεκαετία παλιότερα (Ioannidis, J. P. A., Collins, T. A. & Baas, J. Preprint at bioRxiv https://doi.org/10.1101/2023.11.23.568476 (2023)). Μάλιστα, οι χώρες που σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση στον αριθμό τέτοιων «υπερ-παραγωγικών» ερευνητών τα τελευταία χρόνια είναι η Σαουδική Αραβία και η Ταϊλάνδη.

Για να αποκτήσουμε μία αίσθηση του πόσο πολλές είναι 60 δημοσιευμένες εργασίες ανά έτος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τέτοιοι ερευνητές θα πρέπει να δημοσιεύουν, κατά μέσο όρο, μία επιστημονική εργασία κάθε έξι ημέρες! Το συγκεκριμένο νούμερο φαντάζει ακόμα πιο εντυπωσιακό, εάν λάβουμε υπόψη τα παρακάτω. Πρώτον, ότι ο χρόνος που θα χρειαστεί για τη δημοσίευση μίας εργασίας, από τη στιγμή της υποβολής της σε ένα περιοδικό μπορεί να είναι μερικές εβδομάδες μέχρι και αρκετοί μήνες, μπορεί και ακόμα περισσότερο. Δεύτερον, ότι όλοι οι ερευνητές – ακόμα και οι πιο άριστοι – δεν έχουν μόνο επιτυχίες. Υπάρχουν πάντα οι περιπτώσεις της αποτυχίας, δηλαδή της άρνησης ενός περιοδικού να δημοσιεύσει μία εργασία. Συνεπώς, το πλήθος των εργασιών που υποβάλλεται σε περιοδικά από τέτοιους υπερ-παραγωγικούς ερευνητές θα πρέπει να ξεπερνάει το 60 σε ετήσια βάση.

Εάν καταφέρουμε να αντιπαρέλθουμε τον αυθόρμητο θαυμασμό που σίγουρα προκαλεί μία τέτοια εκπληκτικά πλούσια παραγωγή νέας γνώσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη κάποιες φωνές που υποστηρίζουν ότι υπάρχει και μία σκοτεινή πλευρά σε αυτό το λαμπρό αφήγημα. Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση αυτών των υπερ-παραγωγικών ερευνητών εγείρει ανησυχίες ότι ορισμένοι από αυτούς ενδέχεται να καταφεύγουν σε αμφίβολες μεθόδους, για να δημοσιεύουν όλο και περισσότερες εργασίες.

Με βάση την προαναφερθείσα εργασία του Ioannidis και συνεργατών, οι πιο παραγωγικοί συγγραφείς, εκτός του πεδίου της Φυσικής, δραστηριοποιούνταν στην Κλινική Ιατρική, η οποία παρείχε 700 από αυτούς τους υπερ-παραγωγικούς ερευνητές το 2022. Οι τομείς της Γεωργίας, της Αλιείας και της Δασοκομίας σημείωσαν την ταχύτερη ανάπτυξη σε υπερ-παραγωγικούς ερευνητές, αυξάνοντας το πλήθος τους κατά 14,6 φορές μεταξύ 2016 και 2022. Τα πεδία που ακολουθούν είναι η Βιολογία, τα Μαθηματικά και η Στατιστική.

Η άνοδος, όσον αφορά στην Ταϊλάνδη, θα μπορούσε να οφείλεται εν μέρει στο σύστημα χρηματοδότησης της έρευνας της συγκεκριμένης χώρας, το οποίο έχει στραφεί υπέρ της εύνοιας μεγάλων διεπιστημονικών ομάδων. Αυτό, θεωρητικά, θα μπορούσε να μειώσει το μέσο όρο του εργάσιμου χρόνου που θα πρέπει να αφιερώσει ένας ερευνητής για να καταφέρει να εκδώσει μία επιστημονική εργασία. Όπως αναφέρεται στο περιοδικό Nature (Surge in number of ‘extremely productive’ authors concerns scientists, Gemma Conroy, Nature 625 (2024)), η Ταϊλάνδη έχει αναθεωρήσει ριζικά τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην έρευνα, σε μια προσπάθεια να βελτιώσει την παραγωγικότητα νέας γνώσης.

Ένας άλλος παράγοντας που φαίνεται να συμβάλλει είναι η ιδιαίτερη σημασία που δίνεται στην Ταϊλάνδη στην κατάταξη των πανεπιστημίων, η οποία καθορίζεται, μεταξύ άλλων, από το πλήθος των επιστημονικών δημοσιεύσεων που παράγονται σε κάθε πανεπιστήμιο. Μάλιστα, πολλά πανεπιστήμια της συγκεκριμένης χώρας εφαρμόζουν χρηματικά κίνητρα για να ενθαρρύνουν τους ερευνητές τους να δημοσιεύουν σε φημισμένα επιστημονικά περιοδικά.

Γενικά, πολιτικές που επιτείνουν τις προσπάθειες για όσο το δυνατόν περισσότερες δημοσιεύσεις επηρεάζουν έντονα τον επαγγελματικό βίο και πολιτεία του συνόλου των ερευνητών σε όλες τις χώρες του κόσμου. Η, κατά πολλούς, νοσηρή κουλτούρα που τιτλοφορείται με το κυνικό «δημοσιεύστε ή αφανιστείτε» (publish or perish) δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την εφαρμογή μη ορθών ερευνητικών πρακτικών, που ξεκινούν από τις λεγόμενες αμφισβητήσιμες ερευνητικές πρακτικές (questionable research practices), όπως HARKing, p-hacking, επί τιμή συγγραφή, ghost authorship, salami slicing, και φτάνουν ως τις περιπτώσεις επιστημονικής απάτης (scientific fraud), όπως κατασκευή ή παραποίηση ερευνητικών δεδομένων και λογοκλοπή (βλέπε ΠΡΙΣΜΑ, τεύχος 101, σελίδα 4-5).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ταϊλάνδη αρχίζει να εξετάζει τις περιπτώσεις ερευνητών που έχουν έναν ύποπτα υψηλό αριθμό δημοσιευμένων εργασιών. Η έρευνα στοχεύει ερευνητές είτε με ασυνήθιστα υψηλή παραγωγικότητα επιστημονικών δημοσιεύσεων είτε με πολλές επιστημονικές δημοσιεύσεις εκτός της ειδικότητάς τους. Η έρευνα διαπίστωσε ότι 33 ερευνητές από οκτώ πανεπιστήμια είχαν πληρώσει για τη συγγραφή των εργασιών τους, με δεκάδες άλλους να είναι ύποπτοι ότι απαριθμούσαν τα ονόματά τους σε δημοσιεύσεις που παρήχθησαν με την απαράδεκτη πρακτική των paper mills (βλέπε ΠΡΙΣΜΑ, τεύχος 151, σελίδα 7).

Η επιστημονική κοινότητα που δραστηριοποιείται στο πεδίο της Ακεραιότητας της Έρευνας πιστεύει ότι, για να αναχαιτιστεί το αυξανόμενο ρεύμα των υπερ-παραγωγικών συγγραφέων, τα ερευνητικά ιδρύματα και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί της έρευνας θα πρέπει να αποτιμούν της αξία ενός ερευνητή όχι μόνο με ποσοτικά κριτήρια, αλλά και με κριτήρια που σχετίζονται τόσο με την ποιότητα της ερευνητικής εργασίας τους, όσο και με την ποιότητα δραστηριοτήτων που δεν σχετίζονται άμεσα με την παραγωγή νέας γνώσης, όπως η επίβλεψη νέων ερευνητών, η εφαρμογή πρακτικών Ανοιχτής Επιστήμης, η προώθηση πρακτικών που προωθούν την επαναληψιμότητα των ερευνητικών αποτελεσμάτων ή η άσκηση διοικητικών καθηκόντων.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL