Live τώρα    
18°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
18 °C
16.1°C19.4°C
2 BF 68%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
16.7°C21.1°C
3 BF 67%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
16 °C
14.4°C17.0°C
2 BF 72%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
20.6°C23.3°C
3 BF 77%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
17 °C
15.0°C17.2°C
1 BF 87%
Δημοσιεύσεις, κέρδη και «αρπακτικά»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δημοσιεύσεις, κέρδη και «αρπακτικά»

Το κυνήγι των δημοσιεύσεων και η ακαδημαϊκή επιτυχία

Η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας παίζει κεντρικό ρόλο στη σύγχρονη επιστημονική πρακτική με δύο τρόπους κυρίως. Ο πρώτος είναι προφανής: διότι με αυτόν τον τρόπο γνωστοποιούνται τα αποτελέσματα στην επιστημονική κοινότητα, η οποία τα αξιολογεί και διαμορφώνει τις κατευθύνσεις της έρευνας. Ο δεύτερος αφορά τον τρόπο με τον οποίο κρίνονται οι επιστήμονες και συνοψίζεται στη διάσημη φράση “publish or perish”. Η άμεση ερμηνεία αυτής της φράσης είναι “δημοσίευσε ή εξαφανίσου”, δηλαδή ένας ερευνητής/μελετητής πρέπει να δημοσιεύει συχνά ώστε τα αποτελέσματα της έρευνάς του, αλλά και ο ίδιος, να γίνονται γνωστά στην επιστημονική κοινότητα.

Μια σειρά από στατιστικά και μετρικές βασισμένες στον αριθμό των δημοσιεύσεων ενός ερευνητή (ή ομάδων ερευνητών) χρησιμοποιούνται συνήθως από τους φορείς που χρηματοδοτούν την έρευνα ώστε να αποφασίσουν ποιους ερευνητές ή ερευνητικές ομάδες θα χρηματοδοτήσουν, από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα για να αποφασιστεί ποιοι από τους ερευνητές θα κερδίσουν μια μόνιμη ή ημιμόνιμη θέση, από τα συμβούλια αξιολόγησης για να κρίνουν την πορεία των ιδρυμάτων κ.ο.κ. Επομένως, δεν θα ήταν υπερβολή αν χαρακτηρίζαμε τις δημοσιεύσεις ως το «χρηματιστήριο» του ακαδημαϊκού κόσμου. Σκοπός κάθε ερευνητή είναι η εξασφάλιση της χρηματοδότησης για έρευνά και η διεκδίκηση μια μόνιμης θέση ή κάποιας θέση υψηλού κύρους. Για να είναι αυτό εφικτό, απαιτείται σταθερά υψηλός αριθμός δημοσιεύσεων κάθε χρόνο (κάτι που ασφαλώς μπορεί να ποικίλλει στα διάφορα επιστημονικά πεδία). Οι δημοσιεύσεις αυτές πρέπει να έχουν γίνει σε περιοδικά υψηλού κύρους και να έχουν επίδραση στην επιστημονική κοινότητα. Για την αξιολόγηση των ερευνητών, εκτός από τον ίδιο τον αριθμό των δημοσιεύσεων, χρησιμοποιούνται και μετρικές που εκφράζουν το πόσο συχνά η δημοσιευμένη έρευνα αναφέρεται σε άρθρα άλλων ερευνητών, όπως οι δείκτες h, g, tori κ.λπ.

Πού δημοσιεύονται όμως τα αποτελέσματα, ποιος αποφασίζει τι θα δημοσιευτεί και πώς διασφαλίζει την ποιότητα της έρευνας η διαδικασία που ακολουθείται;

Οι επιστήμονες κρίνουν τους επιστήμονες

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύονται συνήθως σε εξειδικευμένα περιοδικά ως άρθρα η μορφή των οποίων είναι συνήθως τυποποιημένη, με μικρές διαφοροποιήσεις από περιοδικό σε περιοδικό. Οι συγγραφείς έχουν κάποια περιθώρια ελευθερίας στο πώς θα οργανώσουν το υλικό τους, αλλά θα πρέπει να περιγράψουν με σαφήνεια τη βιβλιογραφία, το κεντρικό ερώτημα στο οποίο απευθύνεται το άρθρο, τη μεθοδολογία που ακολούθησαν, τα δεδομένα/μετρήσεις που χρησιμοποιήθηκαν και τα αποτελέσματα. Τέλος, οφείλουν να συζητήσουν τις αρετές της εργασίας και τα ελαττώματά της, να σχολιάσουν τα αποτελέσματα υπό το πρίσμα της ήδη δημοσιευμένης έρευνας και να προτείνουν πιθανές νέες κατευθύνσεις της έρευνας.

Οι συντάκτες των επιστημονικών περιοδικών, οι οποίοι είναι συνήθως ενεργοί επιστήμονες υψηλού κύρους, αποφασίζουν σε ποιους επιστήμονες, εκτός της συγγραφικής ομάδας, θα ανατεθεί να κρίνουν αν το άρθρο είναι κατάλληλο για δημοσίευση και υπό ποιες προϋποθέσεις. Το σύστημα αυτό στηρίζεται στο ότι όλοι οι ερευνητές/επιστήμονες είναι εν δυνάμει κριτές και συγγραφείς και περιγράφεται με τον όρο “peer review” δεδομένου ότι στην ουσία το έργο τού κάθε ερευνητή κρίνεται από τους άλλους ερευνητές.

Προκειμένου ένα άρθρο να κριθεί αμερόληπτα, ο συντάκτης πρέπει να επιλέξει κριτές σχετικούς με το αντικείμενο της δημοσίευσης, ο οποίοι δεν θα έχουν συμφέρον από τη δημοσίευση ή μη της υπό κρίση εργασίας. Αφού μελετήσουν προσεκτικά το άρθρο, οι κριτές αποφασίζουν κατά πόσο η έρευνα που παρουσιάστηκε είναι επαρκώς τεκμηριωμένη με βάση την επιστημονική μεθοδολογία. Στη συνέχεια συστήνουν τη δημοσίευση ή μη του άρθρου, παραδίδοντας ταυτόχρονα μια αναφορά με παρατηρήσεις, πιθανές διορθώσεις και προτάσεις, τις οποίες οι συγγραφείς θα πρέπει να λάβουν υπόψη.

Φυσικά, οι επιστημονικές κοινότητες αποτελούνται από ανθρώπους πολλοί από τους οποίους καταλήγουν να γνωρίζονται μεταξύ τους (μέσω συνεδρίων και ερευνητικών ομάδων), έχουν τους δικούς τους ανταγωνισμούς και προτιμήσεις και, φυσικά, ατέλειες. Επομένως, η διαδικασία του “peer review”, αν και καθιερωμένη και καθολικά αποδεκτή ως σύστημα αξιολόγησης, έχει τις αδυναμίες της. Παρ’ όλο που μέχρι στιγμής φαίνεται να είναι το αποδοτικότερο και κατά μέσο όρο οι όποιες αστοχίες οφείλονται στην ανθρώπινη φύση φαίνονται να εξισορροπούνται, η κριτική του είναι απαραίτητη ώστε να βρεθούν τρόποι που να εξασφαλιστεί ένα, όσο γίνεται, πιο δίκαιο σύστημα αξιολόγησης.

Επιχειρήσεις, κέρδη και αρπακτικά

Τα εξειδικευμένα επιστημονικά περιοδικά εκδίδονται στην πλειονότητά τους από μεγάλους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι έχουν ετήσια κέρδη που συναγωνίζονται αυτά εταιρειών όπως η Google, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για μία από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις παγκοσμίως. Τα κέρδη αυτά προκύπτουν από τις συνδρομές που πληρώνουν οι βιβλιοθήκες των ιδρυμάτων ώστε να έχουν πρόσβαση στα άρθρα οι επιστήμονες. Σε πολλές περιπτώσεις οι συγγραφείς πληρώνουν το κόστος της δημοσίευσης στο περιοδικό χρησιμοποιώντας πόρους από τα ερευνητικά προγράμματα για τα οποία εργάζονται. Ενώ όμως σε ένα συμβατικό περιοδικό μεγάλο μέρος των εσόδων καλύπτει τις αμοιβές των αρθρογράφων και των συντακτών, την επιμέλεια των κειμένων, την εκτύπωση, τη διανομή κ.λπ., στα επιστημονικά περιοδικά το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εργασιών προσφέρεται εθελοντικά από τους επιστήμονες. Μάλιστα, η συμμετοχή τους σ’ αυτή τη διαδικασία είναι σημαντικό κομμάτι της καθημερινής τους ρουτίνας, αφού είναι στο πλαίσιο της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της δουλειάς τους για την οποία χρηματοδοτούνται.

Επομένως, οι φορείς που χρηματοδοτούν την έρευνα ταυτόχρονα χρηματοδοτούν μέρος του κόστους της δημοσίευσης και στη συνέχεια αγοράζουν αυτές τις δημοσιεύσεις προκειμένου οι επιστήμονες να έχουν πρόσβαση στα αποτελέσματα. Πρόκειται για την τέλεια επιχείρηση!

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου φαίνεται να υπάρχει μεγάλο περιθώριο κέρδους και, το κυριότερο, οι ερευνητές έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη να δημοσιεύουν όσο περισσότερο γίνεται, εμφανίζονται συμπεριφορές «αρπακτικών», όπως αρπακτικά περιοδικά (predatory journals) και αρπακτικά συνέδρια (predatory conferences).

Οι επιστήμονες βομβαρδίζονται καθημερινά με e-mail που τους προσκαλούν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους σε ένα νέο επιστημονικό περιοδικό, να μιλήσουν σε κάποια νέα σειρά συνεδρίων ή να βραβευτούν με βραβεία που δεν υπάρχουν. Στη συντριπτική τους πλειονότητα τα περιοδικά αυτά επικαλούνται ένα κύρος το οποίο δεν έχουν και ζητούν μεγάλα ποσά για δημοσίευση χωρίς να προσφέρουν ουσιαστικές υπηρεσίες επιμέλειας και χωρίς να ακολουθούν τις καθιερωμένες πρακτικές διασφάλισης ποιότητας δημοσιεύσεων. Δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που πέφτουν στις παγίδες των αρπακτικών, καθώς δελεάζονται από γρήγορες δημοσιεύσεις και ανύπαρκτα βραβεία. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουν αυξηθεί οι προσπάθειες ενημέρωσης των επιστημονικών κοινοτήτων δίνοντας έμφαση σε κάποια κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί κανείς να υποψιαστεί ότι ένα περιοδικό είναι αρπακτικό. Για παράδειγμα, συχνά οι συντάκτες είναι ειδικοί σε πεδία άσχετα με το αντικείμενο του περιοδικού, το όνομα του περιοδικού μοιάζει με αυτό άλλων καταξιωμένων εντύπων, έχουν εμφανιστεί πολύ πρόσφατα παρ’ όλο που ισχυρίζονται ότι είναι καθιερωμένα κ.λπ. Πάντως, η ευθύνη βαρύνει σε μεγάλο βαθμό τους ερευνητές, οι οποίοι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί διότι σε περίπτωση εξαπάτησης μπορεί να μπει σε κίνδυνο ακόμη και το ίδιο το εργασιακό τους μέλλον.

Επιστήμονες αρπακτικά: Μια άτυπη συμφωνία και σχέσεις εξουσίας

Ο Wolfgang Dreybrodt, γεωλόγος και ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης, αναφέρθηκε πρόσφατα και σε μια άλλη πτυχή της λογικής του αρπακτικού στον χώρο των επιστημονικών δημοσιεύσεων. Σε άρθρο του στο blog “For Better Science” εξηγεί την έννοια των «αρπακτικών συγγραφέων» (predatory authors) και των επιπτώσεων που έχουν στην αξιοπιστία της επιστημονικής έρευνας. Ενώ τα αρπακτικά περιοδικά βρίσκονται στο περιθώριο της κοινότητας, οι αρπακτικοί συγγραφείς βρίσκονται μάλλον στην καρδιά της.

Η πρακτική αυτή αντικατοπτρίζεται εν μέρει στη μεταβολή του αριθμού των συγγραφέων των δημοσιεύσεων τις τελευταίες δεκαετίες. Ενώ, για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1960 η πλειονότητα των άρθρων είχε μέχρι το πολύ τρεις συγγραφείς, σήμερα η κατάσταση είναι ακριβώς η αντίθετη, με τα περισσότερα άρθρα να υπογράφονται από πολλούς συγγραφείς. Η τάση αυτή εμφανίζεται σε όλα τα επιστημονικά περιοδικά, χαμηλού και υψηλού κύρους.

Σε μεγάλο βαθμό η αύξηση του αριθμού των συγγραφέων ανά επιστημονική δημοσίευση οφείλεται στο ότι η έρευνα δεν συντελείται από μεμονωμένους επιστήμονες, αλλά κυρίως από, συχνά εκτεταμένα, δίκτυα ερευνητών. Για παράδειγμα, για τη κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία τεράστιων ερευνητικών υποδομών, όπως π.χ. το CERN ή οι διαστημικές αποστολές, απαιτείται πράγματι η συνεργασία πολύ μεγάλου αριθμού τεχνικών και ερευνητών. Ταυτόχρονα, για τη μελέτη κάποιων φαινομένων απαιτούνται οι δεξιότητες πολλών επιστημόνων, ειδικευμένων σε διάφορες τεχνικές, είτε επεξεργασίας μετρήσεων ή αριθμητικών προσομοιώσεων και θεωρίας.

Ωστόσο, το ζήτημα που αναδεικνύει ο Dreybrodt στο άρθρο του αφορά τις, καθόλου λίγες, περιπτώσεις στις οποίες συμπεριλαμβάνονται στη λίστα των συγγραφέων μιας εργασίας, ερευνητές με πολύ μικρή ή καθόλου συνεισφορά, καθαρά για λόγους «διπλωματίας». Μια τέτοια πράξη γίνεται συνήθως στο πλαίσιο μιας άτυπης συναλλαγής και εξασφαλίζει στους συγγραφείς περισσότερες δημοσιεύσεις. Ταυτόχρονα, από το εκτεταμένο αυτό δίκτυο που δημιουργείται εξασφαλίζονται περισσότερες αναφορές (citations) σ’ αυτές τις εργασίες, αυξάνοντας με τη σειρά τους όλα τα στατιστικά των συγγραφέων. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Dreybrodt στο άρθρο του, αν οι δημοσιεύσεις αποτελούν το νόμισμα της επιστημονικής κοινότητας, οι συγγραφείς αρπακτικά συνιστούν τους παραχαράκτες που δρουν μέσω ιδιότυπων καρτέλ.

Ο γλαφυρός αυτός παραλληλισμός μπορεί να φαίνεται σκληρός και προφανώς δεν χαρακτηρίζει όλους όσοι συμμετέχουν σε μελέτες με πολλούς συγγραφείς, αλλά σύμφωνα με το άρθρο οι ερευνητές αρπακτικά εκμεταλλεύονται στο έπακρο τη δημιουργικότητα και τη φιλοδοξία των επιστημόνων που εξαρτώνται από αυτούς. Οι τελευταίοι, κυρίως υποψήφιοι διδάκτορες, είναι στην ουσία οι πιο αδύναμοι κρίκοι, καθώς η έκβαση των διδακτορικών τους σπουδών εξαρτάται από τη σχέση τους με τον επιβλέποντα καθηγητή και η μετέπειτα πορεία τους από τους επιστήμονες που θα τους παρέχουν συστάσεις όταν θα αναζητούν εργασία ως ερευνητές. Είναι επομένως αναγκασμένοι ή πρόθυμοι να συμπεριλάβουν στις δημοσιεύσεις τους άλλους ερευνητές με μικρή ή μηδαμινή συνεισφορά στην έρευνά τους. Οι νεαροί ερευνητές καταλήγουν να θεωρούν ότι αυτή η πρακτική είναι απολύτως αποδεκτή με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται οι μηχανισμοί αλληλοεξάρτησης και εξουσίας. Τόσο οι ίδιοι όσο και οι ερευνητές ανώτερης βαθμίδας και οι καθηγητές ακολουθούν την ίδια πρακτική προκειμένου να εξασφαλίζουν την απαραίτητη για την έρευνά τους χρηματοδότηση.

Η πρακτική αυτή είναι προς όφελος των επιστημονικών περιοδικών, καθώς δημοσιεύσεις με πολλούς συγγραφείς θα έχουν περισσότερες αναφορές στο μέλλον, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η επιρροή του περιοδικού (impact factor) και κατ’ επέκταση το κύρος του. Αυτό εξασφαλίζει περισσότερα κέρδη για τους εκδοτικούς οίκους.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Dreybrot, η πρακτική αυτή ενθαρρύνεται και από τους φορείς που υποστηρίζουν την έρευνα και ο ίδιος αναφέρεται στο παράδειγμα της Γερμανίας. Τα ινστιτούτα Max Planck, διάφορα πανεπιστήμια και ο κύριος κρατικός φορέας χρηματοδότησης της έρευνας της Γερμανίας (DFG) έχουν διατυπώσει κάποιες γενικές αρχές ορθής πρακτικής, τις οποίες οφείλει να σεβαστεί οποιοσδήποτε εργάζεται ως ερευνητής ή αναζητά χρηματοδότηση, οι οποίες όμως είναι διατυπωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήνουν «παραθυράκια», διαιωνίζοντας, στην ουσία, την κατάσταση.

Επιπτώσεις και πιθανές λύσεις

Αν και το να συμπεριλαμβάνονται συγγραφείς με μηδαμινή συνεισφορά σε δημοσιεύσεις εξυπηρετεί σε επίπεδο «επιστημονικής διπλωματίας», βλάπτει το επίπεδο της επιστημονικής έρευνας και πλήττει την εμπιστοσύνη στα παραγόμενα αποτελέσματα. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, των υποψήφιων διδακτόρων ελαχιστοποιείται η αξία της δουλειάς τους και η ευθύνη τους για το περιεχόμενο των δημοσιεύσεων. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο εκπαιδεύονται οι νέοι επιστήμονες. Ταυτόχρονα, με τη μαζική δημοσίευση άρθρων υπό αυτές τις συνθήκες η αξία των πραγματικά καλών μελετών χάνεται στον θόρυβο των δημοσιεύσεων. Κατά κάποιον τρόπο, οι περισσότερες από αυτές έχουν ως στόχο κυρίως τη βελτίωση των στατιστικών των ερευνητών και το περιεχόμενο περνά σε δεύτερη μοίρα.

Ασφαλώς, το σύστημα κρίσης των δημοσιεύσεων μπορεί να «φιλτράρει» τις δημοσιεύσεις χαμηλού επιπέδου. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορεί να εγγυηθεί την ορθότητα όλων των ευρημάτων. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των (αρπακτικών) συγγραφέων σε μια μελέτη τόσο ευκολότερο είναι αυτή να δημοσιευτεί, διότι ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων ωφελείται και το περιοδικό είναι πιο πρόθυμο να αγνοήσει τις όποιες σοβαρές ενστάσεις. Ένας τρόπος να βελτιωθεί το σύστημα κρίσης των δημοσιεύσεων είναι να συμπεριλαμβάνονται στη δημοσίευση οι αναφορές των κριτών καθώς και τα σχόλια που κάνουν άλλοι επιστήμονες για τη μελέτη. Αυτό θα μπορούσε να δίνει στον επιστήμονα που διαβάζει το άρθρο μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της αξιοπιστίας της εργασίας.

Το κυνήγι των δημοσιεύσεων και των υψηλών μετρικών παραμένει μονόδρομος για όσους κυνηγούν πρωτίστως μια σταθερή θέση εργασίας και δευτερευόντως πρόσβαση σε περαιτέρω χρηματοδότηση και σε θέσεις υψηλού κύρους. Επομένως, απαιτείται να αναθεωρηθεί ολόκληρη η νοοτροπία με την οποία κρίνεται η επιστημονική αξία. Τούτου λεχθέντος, είναι θετικό ότι σε πολλές περιπτώσεις οι επιτροπές κρίσεων δεν στέκονται μόνο στα στατιστικά, αλλά λαμβάνουν υπόψη τους και άλλα κριτήρια, σχετικά με το είδος της έρευνας, τη συνάφεια με το ίδρυμα και τις προοπτικές.

Κλείνοντας, αξίζει να τονιστεί ότι οι παθογένειες που εντοπίζονται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επιστήμη σήμερα δεν υπονομεύουν συλλήβδην την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων της έρευνας. Η επιστήμη είναι κάτι δυναμικό που συνεχώς διαμορφώνεται και ο εντοπισμός προβλημάτων σαν αυτά που περιγράφηκαν δείχνει τα αντανακλαστικά της επιστημονικής κοινότητας στην προσπάθειά της να βελτιώσει τις πρακτικές της.

Γιάννης Κοντογιάννης

Πηγή και περαιτέρω μελέτη:

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL