Live τώρα    
16°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
16 °C
14.0°C18.3°C
1 BF 67%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
13 °C
9.0°C17.2°C
2 BF 81%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
9 °C
7.8°C11.0°C
1 BF 87%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
18 °C
17.8°C18.9°C
1 BF 93%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
8 °C
8.0°C8.0°C
0 BF 87%
Η πανδημική κρίση και ο (δι)κομματικός ανταγωνισμός
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η πανδημική κρίση και ο (δι)κομματικός ανταγωνισμός

Άνδρες και γυναίκες φορούν μάσκες
Άνδρες και γυναίκες φορούν μάσκες (EUROKINISSI/ΚΑΡΛΗ ΙΣΜΗΝΗ)

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει πλέον αναδειχθεί σε ένα κρίσιμο ορόσημο, που αναδιαμορφώνει πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις στο επίπεδο της κοινής γνώμης και αναδιατάσσει τον κομματικό ανταγωνισμό. Είναι δεδομένο ότι ο ιός θα είναι παρών και για τους επόμενους μήνες, διατηρώντας τους πολίτες σε μια κατάσταση επιφυλακής και ανησυχίας. Η κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν το υγειονομικό επίπεδο και αγγίζουν πολλαπλές πλευρές της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής ζωής. Σε πολιτικό επίπεδο φαίνεται πως τα επίδικα του εγχώριου κομματικού ανταγωνισμού μεταβάλλονται σε σχέση με την προ της πανδημίας περίοδο, νέες θεματικές καθίστανται προεξέχουσες και τα ίδια τα κόμματα υποχρεώνονται υπό το βάρος της κοινωνικής αποστασιοποίησης να αναπτύξουν μια «εικονική» λειτουργία. Ο τρόπος διαχείρισης της κρίσης που επιλέχθηκε από την εκάστοτε κυβέρνηση, τα πραγματικά του αποτελέσματα στην απόκρουση της πανδημίας, αλλά και οι μορφές αντιμετώπισης της ανερχόμενης οικονομικής ύφεσης, ξαναφέρνουν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου ερωτήματα για τη σχέση κράτους και κοινωνίας, το περιεχόμενο της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής, το ρόλο του συστήματος δημόσιας υγείας και το εύρος των παρεμβάσεων του κοινωνικού κράτους.

Στο παρόν κείμενο θα επιχειρηθεί η ανάδειξη κάποιων πλευρών του κομματικού ανταγωνισμού -σε ό,τι αφορά κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση- με βάση ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε το ΕΝΑ σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών Prorata στο διάστημα 7-9 Ιουλίου 2020. Έμφαση θα δοθεί στη διασταύρωση των απαντήσεων σε διάφορα ερωτήματα με τις απαντήσεις σε δύο συγκεκριμένα ερωτήματα: «Ποιο κόμμα ψηφίσατε στις τελευταίες εκλογές», όπου εντοπίζεται η προηγούμενη πολιτική επιλογή των ερωτηθέντων και «ποιο κόμμα θα ψηφίζατε», όπου επισημαίνεται η μελλοντική τους επιλογή (η πρόθεση ψήφου) και εκδηλώνεται επί της ουσίας η επίδραση της πανδημικής κρίσης στη διαμόρφωσή της. Τα βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι δύο· γύρω από ποιες θεματικές εμφανίζεται μια σχετική σύγκλιση ανάμεσα σε ψηφοφόρους της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ και σε ποιες διατηρείται η πόλωση της κομματικής ευθυγράμμισης; Η έμφαση θα δοθεί σε θεματικές διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης, αλλά και πολιτικής διαχείρισης της επόμενης μέρας στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο.

2.1 Στάσεις γύρω από τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης

Στο πρώτο μέρος του παρόντος κειμένου προσεγγίζονται ερωτήματα που αφορούν τη διαχείριση της κρίσης σε υγειονομικό επίπεδο. Πρόκειται για μια διαδικασία που κρίνεται καταρχάς με όρους πολιτικής αποτελεσματικότητας και εν συνεχεία σε σχέση με τις θεσμικο-πολιτικές της κληρονομιές για την επόμενη μέρα.

Πρώτον, ως προς την υγειονομική διαχείριση της πανδημίας, το 92% των ψηφοφόρων της Ν.Δ. και το 58% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ την έκριναν θετικά (99% των μελλοντικών ψηφοφόρων της Ν.Δ. και το 45% του ΣΥΡΙΖΑ). Από την άλλη πλευρά, η αρνητική αποτίμηση προκύπτει κυρίως από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ (41% και 45% αντίστοιχα).[...]

Το σημαντικό ως προς αυτό το ερώτημα έγκειται στο ότι προκύπτει η υψηλή αποδοχή της διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης την άνοιξη, η οποία προφανώς απορρέει από τα τότε θετικά αποτελέσματά της και συνιστά ένα από τα ελάχιστα ερωτήματα που παρουσιάζει στις απαντήσεις του σαφή δια-κομματικά χαρακτηριστικά. Παραταύτα, είναι εξίσου σαφές ότι από ένα μέρoς των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζεται μία αρνητική στάση, η οποία φαίνεται πως εδράζεται σε κάποιες επιμέρους προβληματικές πτυχές της υγειονομικής διαχείρισης που είχε αναδείξει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά κυρίως συνιστά μία στάση κομματικής ευθυγράμμισης, που αντιστοιχεί μεταξύ άλλων και στην απόρριψη της πολιτικής του αντιπάλου. Φαίνεται πως επιβεβαιώνεται η ανάδειξη αυτού του γεγονότος σε στοιχείο δημοσκοπικής υπεροχής για το κυβερνών κόμμα, με ξεκάθαρη διείσδυση και στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η εν λόγω δημοσκοπική επίδραση οριοθετείται και από τη μελλοντική εξέλιξη της πανδημίας και τη διάρκεια της επιτυχούς διαχείρισής της.

Σε ό,τι αφορά το δίλημμα «νέο lockdown ή συνέχιση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής», σε περίπτωση νέας έξαρσης της πανδημίας, οι ψηφοφόροι Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ το 2019 απαντούν με μια σχετική ομοιογένεια: το 58% των ψηφοφόρων Ν.Δ. είναι υπέρ του lockdown καθώς και το 54% του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τη δεύτερη επιλογή είναι 41% και 42%. Από τους μελλοντικούς ψηφοφόρους της Ν.Δ., υπέρ του lockdown τοποθετείται το 65% και υπέρ της συνέχισης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής το 34%, ενώ γι’ αυτούς του ΣΥΡΙΖΑ τα αποτελέσματα είναι ισοκατανεμημένα - 47% αντίστοιχα [...].

Εδώ φαίνεται ότι το lockdown γίνεται αντιληπτό σαν μία κοινά αποδεκτή πρακτική διαχείρισης, η οποία μάλιστα στη συνάφεια της πανδημικής κρίσης υπερβαίνει την έντονα προωθούμενη αναγκαιότητα της οικονομικής επανεκκίνησης λόγω της διαφαινόμενης οικονομικής δυσπραγίας. Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι πλέον επίμονοι υποστηρικτές ενός ενδεχόμενου νέου lockdown είναι οι ψηφοφόροι της Ν.Δ., παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση επέμενε και εξακολουθεί να επιμένει τόσο στο οικονομικό άνοιγμα όσο και στην ανάγκη αποφυγής ενός νέου lockdown. Η στάση αυτή εξηγείται κυρίως από την εν γένει θετική αποτίμηση του προηγούμενου lockdown, το οποίο θεωρείται επιτυχία της κυβέρνησης και επομένως κριτήριο υποστήριξής της, όπως επίσης και αξιολόγησης της πρακτικής του lockdown ως του βασικού και πιο επαρκούς τρόπου για την αντιμετώπιση της πανδημίας σε ένα πιθανό δεύτερο κύμα. Ομοίως, στην περίπτωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, η υποστήριξη της πρακτικής του lockdown είναι απόρροια της αποτελεσματικότητάς του την άνοιξη, ωστόσο οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται είναι πιθανό να εξηγούνται και από φόβους για περιορισμό της δημοκρατίας και περιστολή δικαιωμάτων.

Συνεπώς, στα ερωτήματα εάν απειλούνται η δημοκρατία και οι ατομικές ελευθερίες από το lockdown, εμφανίζεται ένας σαφής διαχωρισμός των ψηφοφόρων (προηγούμενων και επόμενων) της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ: οι πρώτοι συντριπτικά απάντησαν αρνητικά (82% των προηγούμενων και 91% των επόμενων για τη δημοκρατία, 74% και 82% για τις ατομικές ελευθερίες) και οι δεύτεροι θετικά (62% και 74% για τη δημοκρατία και 72% και 82% για τις ατομικές ελευθερίες). Επιπρόσθετα, το 71% των ψηφοφόρων της Ν.Δ. το 2019 είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει μέρος της προσωπικής του ελευθερίας, αλλά το 69% των αντίστοιχων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ το αρνείται (τα ποσοστά των μελλοντικών ψηφοφόρων και στις περιπτώσεις είναι κατά τι αυξημένα) [...].

Εδώ φαίνεται εκ πρώτης όψεως η αποτύπωση της περίφημης κλίμακας «αυταρχισμού-ελευθεριακότητας», όπου κατανέμονται οι στάσεις των πολιτών βάσει της υψηλότερης ή χαμηλότερης αποδοχής του rationale των περιοριστικών μέτρων σε μια κανονιστική βάση. Φαίνεται πως η πόλωση των απαντήσεων διαμορφώνει μία πόλωση κεντρο-δεξιάς/κεντροαριστεράς, η οποία υποδεικνύει και ορισμένες ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Εντούτοις, κρίσιμη είναι και η σκοπιά της δυναμικής κυβέρνησης/αντιπολίτευσης, στο βαθμό που οι υποστηρικτές της κυβέρνησης αρνούνται να αποδεχθούν ότι οι ενέργειες της μπορούν δυνητικά κατατείνουν σε περιορισμό δημοκρατικών διαδικασιών και κατακτήσεων, ενώ αντίθετα οι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης υπερτονίζουν αυτή την τάση λόγω πεποίθησης, αλλά και λόγω αντικυβερνητικής προκατάληψης.

Τέλος, για τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ (γύρω στο 90%) (τόσο του 2019 όσο και των επόμενων), το σύστημα δημόσιας υγείας είναι αυτό μπορεί να αντιμετωπίσει μελλοντικά καλύτερα μια πανδημική κρίση έναντι του ιδιωτικού τομέα, ενώ για περίπου το 65% των ψηφοφόρων της Ν.Δ. και το 95% του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ενισχυθεί κατά προτεραιότητα στο μέλλον το ΕΣΥ [...].

Πρόκειται για το ερώτημα με την πλέον ισχυρή διακομματική συναίνεση, που αποτελεί ενδεχομένως και το πιο ισχυρό πολιτικό συμπέρασμα από την υγειονομική διαχείριση. Η αύξηση της εμπιστοσύνης προς το ΕΣΥ αποδεικνύει ότι η ειδική συνθήκη της πανδημίας έδειξε στους πολίτες ότι υπάρχουν δημόσια προβλήματα τα οποία κατά προτεραιότητα επιδέχονται κυρίως την παρέμβαση των κρατικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να τα διαχειριστούν σε επίπεδο ενός μεγάλου πληθυσμού και σίγουρα πιο αποτελεσματικά από τον ιδιωτικό τομέα. Η ένθερμη αποδοχή της υπεροχής του δημοσίου συστήματος υγείας υποδηλώνει ότι ο συνήθης αντικρατισμός, που απορρέει από τη νεοφιλελεύθερη «κοινή λογική», μπορεί να προβεί επιζήμιος, όταν προκύπτουν γεγονότα τέτοιας κλίμακας και σοβαρότητας που επηρεάζουν το σύνολο της κοινωνίας.

2.2 Στάσεις για την επόμενη μέρα

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι ερωτήσεις αφορούσαν τη διαχείριση της επόμενης ημέρας, ιδίως σε οικονομικό επίπεδο. Η οικονομική διαχείριση είναι προφανώς εν εξελίξει, ωστόσο η διαφαινόμενη δυσπραγία είναι αναμενόμενο ότι πολώνει έτι περαιτέρω τις απόψεις (προηγούμενων και επόμενων) ψηφοφόρων Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Για τα οικονομικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση (τουλάχιστον έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου, οπότε και έλαβε χώρα η έρευνα), η θετική αξιολόγηση προέρχεται από το 82% των προηγούμενων ψηφοφόρων της Ν.Δ. και το 94% των μελλοντικών, ενώ οι αρνητικές από το 76% και το 91% των αντίστοιχων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 23% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ το 2019 προέβαλε μια θετική αποτίμηση των μέτρων, όπως επίσης αρνητική εξέφρασε το 16% των αντίστοιχων ψηφοφόρων της Ν.Δ. [...].

 

Στο πλαίσιο αυτό, η πορεία της οικονομίας φαίνεται πως θα αποτελέσει μία κρίσιμη παράμετρο για τη διαμόρφωση των πολιτικών στάσεων στο επόμενο διάστημα. Η εν λόγω παράμετρος της οικονομικής κρίσης θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη σε συνάφεια με τη διαχείριση και εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης. Δεν θα πρέπει δηλαδή να θεωρείται η επιτυχία στο υγειονομικό πεδίο ως το στοιχείο που θα υπερκαλύψει τυχόν ανεπάρκειες στο οικονομικό, αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμάται η σημασία του υγειονομικού ζητήματος για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αγνόηση του οποίου θα συνιστά σφάλμα οικονομισμού. Επιπλέον, όλα αυτά αναπτύσσονται σε μία κοινωνία που βιώνει μια μόνιμη κρισιακή κατάσταση εδώ και μία δεκαετία, κάτι που σημαίνει ότι ναι μεν υφίστανται μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων στην κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα η διάψευση της προσδοκίας για «επιστροφή στην κανονικότητα» μπορεί να παράξει αντίθετες στάσεις.

Σε ό,τι αφορά τις πολιτικές πρωτοβουλίες τις οποίες πρέπει να προωθήσει την επόμενη μέρα η κυβέρνηση, για τους ψηφοφόρους της Ν.Δ. πρώτη έρχεται αυτή της «ανεργίας, των μισθών και των συνθηκών εργασίας», δεύτερη αυτή της «μείωσης της φορολογίας» και τρίτη αυτή της «ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους». Για τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ πρώτη έρχεται η «ανεργία, οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας», δεύτερη η «ενίσχυση του κοινωνικού κράτους» και τρίτη η «εισοδηματική στήριξη των αδυνάμων» [...].

Για το μεγαλύτερο μέρος των ερωτώμενων η οικονομική κρίση μεταφράζεται σε κρίση της εργασίας και γι αυτό το λόγο ορίζουν το εν λόγω πεδίο ως το πρώτο για τις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Από εκεί και πέρα, ο προσδιορισμός της μείωσης των φόρων εντάσσεται σε ένα προφίλ οικονομικού φιλελευθερισμού που προσήκει στους ψηφοφόρους της Ν.Δ., ενώ η εισοδηματική στήριξη των αδυνάμων προσιδιάζει στις προνοιακές προτεραιότητες των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Αμφότεροι οι ψηφοφόροι των δύο κομμάτων συνομολογούν στην ανάγκη στήριξης του κοινωνικού κράτους, κάτι που συνδέεται με τις θετικές αποτιμήσεις του ρόλου του δημοσίου συστήματος υγείας.

2.3 Συμπεράσματα

Σε γενικές γραμμές η πανδημική κρίση ανέδειξε αρκετές θεματικές οι οποίες άλλοτε δίχασαν και άλλοτε οδήγησαν τις εκλογικές βάσεις των δύο μεγάλων κομμάτων σε σχετική σύγκλιση. Το lockdown κρίθηκε ως μία επιτυχημένη και αποδεκτή πρακτική, προκαλώντας ωστόσο και κάποιες δικαιωματικού τύπου αντιρρήσεις εξ αριστερών. Το άνοιγμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής ήταν μεν επιθυμητό, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποδεκτό από το σύνολο της κοινωνίας. Το δημόσιο σύστημα υγείας αποτελεί το θεσμό-εχέγγυο για την επιτυχημένη διαχείριση της κρίσης.

Από τα παραπάνω προκύπτουν τρία συμπεράσματα: Πρώτον, οι εκλογικές βάσεις των κομμάτων εξακολουθούν να είναι πολωμένες μεταξύ τους, καθώς η ευθυγράμμισή τους με το κόμμα που υποστηρίζουν επηρεάζει προφανώς το σχηματισμό απόψεων για τις αποτιμήσεις κάποιων θεμάτων. Σίγουρα ανάμεσα στους προηγούμενους και στους επόμενους ψηφοφόρους υπάρχει ένα μικρό χάσμα, με τους τελευταίους να αποτελούν το σκληρό πυρήνα της υποστήριξης για κάθε κόμμα και να εκδηλώνουν τις πιο συνεκτικές κομματικές στάσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, για ένα κομμάτι της κοινής γνώμης έχει σημασία το τι λένε τα κόμματα και σε τι διαφοροποιούνται μεταξύ τους και αυτοί οι ψηφοφόροι δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην μέρος ενός ασαφούς «μεσαίου χώρου» χωρίς συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Δεύτερον, η πανδημική κρίση δημιούργησε κοινούς τόπους ανάμεσα στους ψηφοφόρους των δύο κομμάτων, τόσο στο επίπεδο της αποδοχής της αναγκαιότητας αλλά και της επιτυχίας του lockdown όσο και στο επίπεδο της αποτίμησης της συνεισφοράς και της χρησιμότητας του ΕΣΥ. Στην πρώτη περίπτωση επρόκειτο για έναν δεξιόστροφο κοινό τόπο που λειτούργησε εν πολλοίς δημοσκοπικά υπέρ του κυβερνώντος κόμματος και στη δεύτερη περίπτωση για έναν αριστερόστροφο και σίγουρα περισσότερο διευρυμένο κοινό τόπο, ο οποίος παραταύτα δεν έχει ακόμα επιφέρει τα αναμενόμενα οφέλη στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Φαίνεται, επίσης, πως δύο βασικά ιδεολογικά προτάγματα τόσο της φιλελεύθερης Δεξιάς όσο και της ελευθεριακής Αριστεράς -η ελευθερία ως αυταξία και ο αντι-κρατισμός- βρίσκονται σε μια συγκυριακή υποχώρηση στο επίπεδο της κοινής γνώμης.

Τρίτον, η Ν.Δ. έχει να διαχειριστεί το γεγονός ότι για την εκλογική βάση της η διατήρηση του οικονομικού ανοίγματος δεν προκρίνεται ως η βέλτιστη επιλογή, στην περίπτωση που υπάρξει ένα νέο ξέσπασμα της πανδημίας, όπως επίσης ότι για τους ψηφοφόρους της η στήριξη του κοινωνικού κράτους και η προστασία της εργασίας έχει τουλάχιστον ίδια σημασία με τη στήριξη της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Δεν μπορεί να επενδύει αποκλειστικά στην επιτυχημένη υγειονομική διαχείριση της άνοιξης -ιδίως όταν επίκειται και δεύτερο κύμα της πανδημίας- και δεν μπορεί επίσης να προσδοκά ισχυρή νομιμοποίηση σε μία business as usual οικονομική ανάκαμψη με περικοπή κρατικών δαπανών, ελαστικοποίηση εργασιακών, κ.ο.κ. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιμέτωπος με την πρόκληση της επαν-ιδιοποίησης πολιτικών προταγμάτων (όπως η δημόσια υγεία ή το κοινωνικό κράτος), τα οποία θεωρούνται μεν αριστερά, αλλά διαθέτουν στη συγκυρία μια πιο διευρυμένη αποδοχή, την οποία προς το παρόν δείχνει ότι δυσκολεύεται να εκμεταλλευτεί πολιτικά. Για το ΣΥΡΙΖΑ το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία του να προσδιορίσει τα αίτια της εκλογικής ήττας του το καλοκαίρι του 2019, τα οποία δεν του επιτρέπουν να εκμεταλλευθεί κάποια παράθυρα ευκαιριών στη συγκυρία, καθώς και στον οικονομισμό που διέπει ορισμένες από τις παρεμβάσεις του.

* Του Κώστα Ελευθερίου, συντονιστή του Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης του ΕΝΑ και διδάσκοντα πολιτικής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2020 στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL