Του Ιάσονα Ζαρικού*
Σαν μια παλιά ιστορία που δεν βαριόμαστε ποτέ να αφηγούμαστε, ιδεολόγοι κάθε απόχρωσης φρόντισαν να καταγγείλουν, στα πλαίσια της πανδημίας, τον επάρατο καταναλωτισμό.
Επεσήμαναν την πρόσκαιρη καθίζησή του, προέτρεψαν, για νιοστή φορά, σε στροφή μακριά από τα περιττά, κάλεσαν τους πολίτες να σκεφτούν τη ζωή τους αλλιώς. Άλλοι, κυρίως στο εξωτερικό, επικαλέστηκαν την προσωρινή μείωση της ρύπανσης και ευχήθηκαν η κρίση να πυροδοτήσει τον οικολογικό μετασχηματισμό των κοινωνιών.
Παρά τις καλές προθέσεις, η τελευταία ευχή μέλλεται να μην ευοδωθεί. Αυτό είναι εμφανές από τους όρους με τους οποίους γίνεται η σχετική συζήτηση εδώ και δεκαετίες, από τον ασαφή τρόπο με τον οποίον περιγράφεται ο καταναλωτισμός.
Πράγματι, τα ακριβή χαρακτηριστικά του καταναλωτισμού δεν διευκρινίζονται. Πως ορίζουμε την «υπερκαταναλωτική» συμπεριφορά, ποιο το όριο (αν υπάρχει) του πλούτου, ποια η σχέση της κατανάλωσης με τα οικολογικά διακυβεύματα, τελικά, τι διακρίνει τον δυσώνυμο «καταναλωτισμό» από την περιώνυμη «βελτίωση του επιπέδου ζωής», αυτά είναι ερωτήματα που απουσιάζουν από τις αναλύσεις.
Υπό το πρίσμα της οικολογικής κρίσης, ο «καταναλωτισμός» είναι αβαθής αναλυτική κατηγορία. Αν και γεννάει πλούσιους συνειρμούς, η χρήση της έννοιας αποκρύπτει τη θεμελιακή σύνδεση της κατανάλωσης με την οικονομική μεγέθυνση, επιτρέπει την α λα καρτ ανασημασιοδότηση της καταναλωτικής ευχέρειας σε «επίπεδο ζωής».
Ο καταναλωτισμός είναι, εδώ και δεκαετίες, η σημαντικότερη υπόσχεση της ιδεολογίας της μεγέθυνσης. Γι’ αυτό της μοιάζει: η μεγέθυνση θεωρείται από όλους πρακτικά απεριόριστη, ένας στόχος που η ανθρωπότητα θα επιδιώκει για όσο υπάρχει στον μάταιο τούτο κόσμο. Το ίδιο ισχύει και με την υπόσχεσή της, τη συσσώρευση υλικών αγαθών. Η απουσία ορίων στη βελτίωση του «επιπέδου ζωής» αφυδατώνει την έννοια του καταναλωτισμού, την υποβιβάζει σε μια καταγγελία χειρονομιών επίδειξης ή, αν σκεφτεί κανείς τη Black Friday, συλλογικής γραφικότητας.
Αποκαλύπτει έτσι τα όρια της: υπό το φως της μεγέθυνσης δεν υπάρχει υπερκαταναλωτισμός, παρά μόνο ένας διαρκώς υψούμενος πήχυς υλικής ευμάρειας.
Για να σκεφτούμε τον καταναλωτισμό, πρέπει να σκεφτούμε τη μεγέθυνση.
Και πρώτα, την σχέση της μεγέθυνσης με το οικολογικό ζήτημα, τον ιδιαίτερο Χρόνο που αυτή παράγει.
Ο Χρόνος της μεγέθυνσης είναι ανεξάντλητος και εμπροσθοβαρής. Είναι ο Χρόνος του αναπτυξιακού φιλελευθερισμού, της ιδεολογίας που υποσχέθηκε ότι τα οικολογικά προβλήματα θα λυθούν, όταν οι κοινωνίες γίνουν επαρκώς πλούσιες ή/και όταν η τεχνολογική πρόοδος καταστήσει ασύμφορες τις ρυπογόνες τεχνολογίες. Στην προοπτική των κλιματικών προθεσμιών, ο φιλελευθερισμός αντέταξε μια τελεολογία επιλύσεως των προβλημάτων: το μέλλον θα αποσοβηθεί, αν υπάρξει ως λελογισμένη, « βιώσιμη» εκδοχή του παρόντος. Η ρίζα της περίφημης «βιώσιμης» ανάπτυξης δεν βρίσκεται στη δεκαετία του 1980 και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, αλλά στην ήττα των αντι-αναπτυξιακών ιδεών, μια δεκαετία νωρίτερα.
Το φιλελεύθερο ποντάρισμα απέτυχε. Τα ορυκτά καύσιμα εξυπηρετούν σήμερα περίπου το 80% της παγκόσμιας ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου συνεχίζουν να αυξάνουν, τροφοδοτώντας την τελευταία ουτοπία του 20ου αιώνα, αυτή της αέναης μεγέθυνσης. Η τελευταία δέσμευση των κρατών στο Παρίσι να μειώσουν τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου περίπου κατά το ήμισυ μέχρι το 2030 ακούγεται σαν μελαγχολικό αστείο. Κι όμως, αυτή είναι η απαιτούμενη μείωση, ώστε να μην αυξηθεί η θερμοκρασία πάνω από 2 βαθμούς Κελσίου, κατώφλι που θεωρείται από όλους τους ειδικούς καταστροφικό.
Στα χρόνια που διέρρευσαν από το Παρίσι, κατέστη σαφές ότι τα εθνικά κράτη δεν θα υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους. Αυτές θεωρούνται επείγουσες, αλλά, τελικά, δευτερεύουσες έναντι της μεγέθυνσης που λύνει ή υπόσχεται ότι θα λύσει σοβαρά, πράγματι, προβλήματα: την παροχή ενός «σύγχρονου επιπέδου ζωής», τη σχετική χαλιναγώγηση της ανεργίας και της ανισότητας, τη διεθνή ισχύ. Τελικά, την ίδια την κλιματική κρίση.
Οριοθέτης των κλιματικών πολιτικών παραμένει ο εθνικισμός. Οι συγκρούσεις Βορρά - Νότου αποτελούν μείζονα λόγο αποτυχίας όλων των κλιματικών διασκέψεων. Συνυφαινόμενος με τα προαναφερθέντα διλήμματα, ο εθνικισμός τα παροξύνει μέχρι εξαφανίσεώς τους: κάθε φορά που έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις, η μέριμνα για την εθνική οικονομία επικράτησε αδίστακτα έναντι των κλιματικών προτεραιοτήτων.
Η απροθυμία των φιλελευθέρων να αντικρίσουν τις αντιφάσεις τους παράγει την στοχοποίηση του «καταναλωτισμού», ενός συνειρμού που δεν μπορεί να προσγειωθεί στην πολιτική. Στερούμενος αυτογνωσίας, ο φιλελευθερισμός εποπτεύει τη μετάβαση από το στάδιο της κλιματικής αλλαγής σε αυτό της κλιματικής κατάρρευσης.
Αλλά και η εμμονή των αντιπάλων του να καταγγέλλουν τον «καπιταλισμό» εν γένει μεταθέτει τη συζήτηση μακριά από τους ανθρώπους και τα διλήμματά τους, καταργεί ηρωικά τη δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης, αφού λησμονεί ότι τα προαναφερθέντα οφέλη της μεγέθυνσης είναι θεμελιακά αιτήματα των κοινωνιών. Ως τέτοια πρέπει να συζητηθούν με τρόπο συνεκτικό, δηλαδή ενσκήπτωντας στο διανοητικό σύμπαν των ανθρώπων, αφού άνθρωποι αποφασίζουν, για καλό ή για κακό, και όχι κάποιο « σύστημα».
Εξίσου άστοχη είναι και η απόδοση του πρωτεύθυνου στον αρχέκακο νεοφιλελευθερισμό: το 90% των βεβαιωμένων κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων ελέγχονται, εξάλλου, από κρατικές εταιρείες. Έτσι, ακόμα κι αν εθνικοποιηθεί (ως οφείλει) το σύνολο της ενεργειακής βιομηχανίας, το επίδικο της μεγέθυνσης παραμένει ανοιχτό.
Η Αριστερά αδυνατεί να κατανοήσει τον αντίπαλό της, δηλαδή να αναγνωρίσει ότι οι φιλελεύθερες αντιφάσεις δεν παράγονται από την κακία του Άλλου, αλλά από την αμφιρρέπεια ανάμεσα σε επιτακτικά διλήμματα.
Και μόνο η επωδός ότι η Γη φλέγεται, επειδή οι φιλελεύθεροι βάζουν «τα κέρδη» πάνω από τον «άνθρωπο», πιστοποιεί ότι τα συνθήματα του αμφιθεάτρου έχουν υποκαταστήσει την ανάλυση. Κι όμως, τα διλήμματα των φιλελευθέρων αφορούν και την Αριστερά, η οποία προσυπογράφει τόσο τη μεγέθυνση όσο και το πρωτείο του εθνικού κράτους.
Η επιστημολογική κρίση των μεγάλων ιδεολογιών παράγει αποτελέσματα μελαγχολικά: τα τελευταία σαράντα χρόνια, η ανθρωπότητα παραινεί διαρκώς τον εαυτό της να «αφυπνιστεί» και να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα του οποίου την υπαρξιακή σημασία όλοι (σχεδόν) αναγνωρίζουν, όλοι καταλαβαίνουν ότι η επίλυσή του περνάει, με κάποιον τρόπο, μέσα από την περιστολή του «καταναλωτισμού», αλλά κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι η υπέρβαση των δύο βαθμών Κελσίου είναι δεδομένη.
Δεν θα παρουσιάσουμε εδώ τι σημαίνει αυτό.
Αρκούμαστε στη σύνοψη των επιστημονικών προβλέψεων: ευρύτατα τμήματα του πλανήτη θα καταστούν μη κατοικήσιμα.
Και στην υπόμνηση του από δεκαετιών προφανούς: δεδομένων των στενότατων χρονικών περιθωρίων, η ταχεία αποδέσμευση από τα ορυκτά καύσιμα αντιφάσκει προς την προτεραιότητα της οικονομικής μεγέθυνσης.
Συνεπώς, η αντιμετώπιση του προβλήματος περνάει, πράγματι, μέσα από τον καταναλωτισμό. Αλλά ο αγαπημένος εχθρός όλων πρέπει να αποκτήσει σάρκα και οστά, δηλαδή έναν πολιτικά λειτουργικό ορισμό. Να συνδεθεί με συγκεκριμένα ζητούμενα.
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει όλοι να ζήσουμε με λιγότερα καταναλωτικά αγαθά.
Η Αριστερά θα πρέπει να αποπειραθεί να εξαμβλύνει τις ανισότητες, όχι ως μάχη οπισθοφυλακών όπως σήμερα, αλλά ενώ επιχειρεί συντονισμένη (δηλαδή κεντρικώς διευθυνόμενη) ανάταξη της οικονομίας προκειμένου να τηρηθούν οι προθεσμίες που όρισε η επιστήμη.
Θα πρέπει να αποδεχθεί ότι υπάρχει, πράγματι, σοβαρό ενδεχόμενο οι προσπάθειες δίκαιου επιμερισμού των βαρών να μην ευοδωθούν, τουλάχιστον αρχικά, αλλά η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα πρέπει να εξακολουθήσει, κυρίως για χάρη των ασθενέστερων που πλήττονται συντριπτικά από την κλιματική κατάρρευση.
Η διαμάχη για τη μορφή της νέας οικονομίας οφείλει να εκδιπλωθεί υπό το φως των κλιματικών προθεσμιών, άρα η μέριμνα της Αριστεράς για το κοινωνικό βάρος των μεταρρυθμίσεων δεν πρέπει να λειτουργήσει ως τροχοπέδη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων. Είναι καιρός να σταματήσει η Αριστερά να πριμοδοτεί την φιλελεύθερη αποτυχία και, αντίθετα, να ριζοσπαστικοποιήσει τις άχροες οικολογικές πρωτοβουλίες των φιλελευθέρων.
Η αρχή πρέπει να γίνει εν οίκω: οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ πρέπει πολύ σύντομα να κλείσουν και η Ελλάδα δεν πρέπει να κάνει έρευνα για υδρογονάνθρακες. Αλλά η μάχη είναι, πρωτίστως, διεθνής: το ευρωπαικό New Deal, υπόδειγμα της φιλελεύθερης αμφιρρέπειας, οφείλει να υφαρπαγεί από την Αριστερά και, ριζοσπαστικοποιούμενο, να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ενοποίηση της Ευρώπης.
Η διαμάχη για το περιεχόμενο της κοινωνικής δικαιοσύνης και το μέλλον της Ευρώπης οφείλει να εκδιπλωθεί, λοιπόν, στα πλαίσια μιας σταθερής ή και εκουσίως συρρικνούμενης οικονομίας.
Ίσως τότε το αίτημα για αναδιανομή του πλούτου γίνει πιο πειστικό. Ίσως η σημαντική παρατήρηση ότι «δεν καταναλώνουν όλοι το ίδιο» πάψει τότε να είναι μια τελετουργική έκφραση αντιδεξισμού, η οποία συμβάλλει στη ματαίωση του οικολογικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και, αντίθετα, επιτύχει να προσδιορίσει το περιεχόμενό του.
Αν γίνει κατανοητό ότι ο πλούτος είναι και απόλυτο μέγεθος τότε ίσως ορίσουμε, επιτέλους, τον καταναλωτισμό με έναν πολιτικά λειτουργικό τρόπο: ως την χρήση φυσικών πόρων πάνω από τα επιστημονικώς οριζόμενα όρια βιωσιμότητας των κοινωνιών.
Η δυνατότητα των ανθρώπινων κοινωνιών να επιλέξουν αυτές τον ρυθμό κοινωνικής αλλαγής έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί: στον 21ο αιώνα θα πληρώσουμε τους τόκους του 20ου. Από μόνο του αυτό δεν προεξοφλεί τη διανοητική αλλαγή, η οποία παραμένει απροδιάγραπτη: πράγματι, η κλιματική αγωνία τεσσάρων δεκαετιών δεν απέσεισε το πρωτείο της μεγέθυνσης, δεν εντάχθηκε με τρόπο λειτουργικό στις μεγάλες ιδεολογίες. Στερούμενες ιδεολογικής καθοδήγησης, οι κοινωνίες έμειναν να μετράνε αντίστροφα, να χαράζουν συνεχώς νέες κόκκινες γραμμές πριν τις καταργήσουν χάριν «ρεαλισμού».
Η αγωνία τεσσάρων δεκαετιών σπαταλήθηκε σε καταγγελίες του «καταναλωτισμού».
Έγκλειστοι μάρτυρες μιας φύσης που προσωρινά αναρρωνύει, επείγει να σκεφτούμε την οικολογική κρίση υπό το φως των αντιφατικών, τελικά, επιθυμιών μας. Να στοχαστούμε το επίπεδο ζωής και το όριο του πλούτου, την ελεύθερη και την διευθυνόμενη οικονομία, την ανισότητα - εθνική και διακρατική. Να σκεφτούμε, τέλος, τη μεγέθυνση και μέσω αυτής τον καταναλωτισμό.
Να τις σκεφτούμε με σεβασμό αυτές τις αντιφάσεις, τις οικείες αλλά και των αντιπάλων, γιατί είναι πραγματικές απορίες πραγματικών ανθρώπων, απαντήσεις σε διλήμματα επιτακτικά.
Με σεβασμό, αλλά χωρίς αναστολές: η προθεσμία γι’ αυτές έχει λήξει εδώ και χρόνια.
* Υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.