Julien Sartre
Χωρίς να μπορούν να εργαστούν και όντας στο περιθώριο των μηχανισμών βοήθειας και στήριξης, οι σεξεργάτριες βίωσαν την απόλυτη άρνηση της κυβέρνησης στο κάλεσμα τους για βοήθεια.
«Είμαστε άνθρωποι, θέλουμε να συσφίξουμε τους δεσμούς μας με την κοινωνία και να δώσουμε τη μάχη, όλοι μαζί ενάντια στον κορονοϊό». Αυτό το ξεκάθαρο και αιχμηρό μήνυμα προέρχεται από Κινέζες εκδιδόμενες στο Παρίσι, οι οποίες έχουν δημιουργήσει εδώ και καιρό μία συλλογικότητα τα «Ατσάλινα τριαντάφυλλα». «Πολλές γυναίκες σταμάτησαν να εργάζονται πριν από την καραντίνα, από το φόβο της ρατσιστικής βίας, της μόλυνσης, και λόγω των πολύ ανησυχητικών πληροφοριών που προέρχονταν από την Κίνα», αναφέρει η Ting, γαλλόφωνη εκπρόσωπος της οργάνωσης. «Έκτοτε δεν ξαναξεκινήσαμε τη δουλειά. Σεβόμαστε τους κανόνες της απομόνωσης και καμιά μας δεν τριγυρνάει στους δρόμους. Αντίθετα, είμαστε ιδιαίτερα ανήσυχες για την υγεία μας. Ένας μεγάλος αριθμός από εμάς διαβιεί σε κοιτώνες. Εάν κάποια κολλήσει κορονοϊό τι θα γίνει; Πιστεύουμε ότι οι γαλλικές αρχές δεν θα διστάσουν ιδιαίτερα να σώσουν τη ζωή ενός νέου λευκού Γάλλου, παρά εκείνη μιας ηλικιωμένης Κινέζας χωρίς χαρτιά και που δεν μιλάει γαλλικά».
Η ανησυχία είναι διάχυτη στα «Ατσάλινα τριαντάφυλλα», τα οποία συγκεντρώνουν το διπλό στίγμα του ρατσισμού, λόγω της καταγωγής τους από την Κίνα και του ότι είναι εργάτριες του σεξ, όμως γενικά οι δυσκολίες είναι πολλές στις εκδιδόμενες που βρίσκονται σε απομόνωση. «Η κατάσταση είναι αξιοθρήνητη, σε σύγκριση με άλλους εργαζομένους», υπογραμμίζει η Amar, σεξεργάτρια και γενική γραμματέας του συνδικάτου των εργαζομένων στο σεξ (Strass). Δεν έχουμε καμία αναγνώριση, δεν λαμβάνουμε καμία βοήθεια. Είμαστε βυθισμένοες σε μια ακραία επισφάλεια, χωρίς κάποιο στάτους, χωρίς πρόσβαση σε στέγη. Ορισμένες βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση και πρέπει να ξαναξεκινήσουν τη δουλειά για να πληρώσουν το ενοίκιο τους. Όμως, βρίσκονται αντιμέτωπες με άλλα προβλήματα: είτε υγειονομικά είτε με τα πρόστιμα της αστυνομίας. Βρισκόμαστε σε μία φάση που το επάγγελμά μας μετατρέπεται πάλι σε έγκλημα».
Εγκαταλελειμμένες ή στην καλύτερη περίπτωση καταδικασμένες σε αδιαφορία, οι σεξεργάτριες είναι απογοητευμένες από την αντίδραση των δημοσίων αρχών στα προβλήματά τους. «Πρόκειται πάντα για την ίδια απάντηση: μία αντίδραση αναξιοπρεπής και ιδεολογικοποιημένη που μας καθιστά αόρατες και που μας εκθέτει σε κίνδυνο», τονίζει η Giovanna Rincon, υπεύθυνη της οργάνωσης «Acceptess-T», που βοηθάει τρανς άτομα, ορισμένα από τα οποία έχουν περάσει από την πορνεία.
Η Giovanna Rincon καθοδηγεί δράσεις αντιμετώπισης ανθρωπιστικών κρίσεων από την αρχή της καραντίνας. Μαζί με άλλα μέλη της οργάνωσης διανέμει είδη πρώτης ανάγκης και προσπαθεί να βρει λύσεις στέγασης για έναν αυξανόμενο αριθμό ατόμων. Αισθάνθηκε προσβεβλημένη από την απάντηση της αρμόδιας υφυπουργού για την ισότητα των φύλων και την πάλη ενάντια στις διακρίσεις. «Εξ’ ορισμού είναι δύσκολο για το κράτος να αποζημιώσει ένα άτομο που ασκεί μία αδήλωτη δραστηριότητα, όπως η πορνεία», δήλωσε η Marlène Schiappa, σε μία απάντησή της προς μία ομάδα 12 βουλευτών της πλειοψηφίας. Με επικεφαλής την Laurence Vanceneubrock, βουλευτή του κόμματος του Μακρόν, οι βουλευτές αυτοί ζητούσαν πολύ συγκεκριμένα, το πλαίσιο που αφορά τη «διαδικασία εξόδου από την πορνεία», όπως θεσμοθετήθηκε από το νόμο του Απριλίου του 2016 (ο οποίος νόμος κατά τα άλλα ποινικοποιεί την πορνεία), να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση αυτών των ανθρωπιστικών αναγκών. «Αυτά τα ποσά συνήθως δεν χρησιμοποιούνται, παρόλο που είναι δεσμευμένα γι αυτό το λόγο. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει την ανάγκη και πρέπει να ξεμπλοκάρει τα χρήματα για να απαντήσει στις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αυτά τα άτομα», επιχειρηματολογεί η Laurence Vanceneubrock.
Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με το γραφείο της υφυπουργού, μας μεταφέρθηκε ότι η ίδια δεν επιθυμεί να επανέλθει στο θέμα, διότι είναι «απασχολημένη με τη μάχη ενάντια στο πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας». Εντούτοις, οι εργάτριες του σεξ θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι τους αφορά το θέμα της βίας ενάντια στις γυναίκες, «διότι έχουμε παρατηρήσει εδώ και δύο χρόνια ότι υπάρχει μία ξεκάθαρη αύξηση των επιθέσεων και των φόνων ενάντια σε ανθρώπους που πρέπει να βοηθήσουμε», προειδοποιεί η Nora Martin-Janko, συντονίστρια του «Lotus Bus», εκ μέρους των Γιατρών του Κόσμου. Η κρίση αυτή εξελίσσεται σε ένα πλαίσιο επιδείνωσης της κατάστασης των εργατριών του σεξ, ήδη από τον νόμο του 2016, με την ποινική δίωξη των πελατών. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξαν 11 δολοφονίες Κινέζων σεξεργατριών σε ένα χρόνο. Στα 15 χρόνια λειτουργίας μας δεν το έχουμε ξαναδεί αυτό.
Καταδικάζοντας έναν πολύ μεγάλο αριθμό εκδιδομένων στο κοινωνικό περιθώριο, ο νόμος περί ποινικοποίησης των πελατών καταγγέλλεται ομόφωνα από τους φορείς στο πεδίο και από τις οργανώσεις ως ένας παράγοντας επικινδυνότητας για τις εργάτριες του σεξ. Η ραγδαία πτώση των εισοδημάτων και η υγειονομική κρίση που πλήττουν το σύνολο του συγκεκριμένου πληθυσμού αποτέλεσαν μία ευκαιρία για την ευαισθητοποίηση και για την αλληλεγγύη προς την κοινότητα, χωρίς όμως να προκαλέσουν και μία συνολική πολιτική παρέμβαση. «Οι καμπάνιες συλλογής χρημάτων και οι έρανοι είναι απαραίτητα μέσα, όμως αυτή η κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει την ευκαιρία ευρύτερων διεκδικήσεων», τονίζει η Morgane Merteuil, ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος και παλαιό μέλος της οργάνωσης «Strass». Ένα εισόδημα καραντίνας και μία αναστολή των ενοικίων για όλους τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στην παράτυπη οικονομία θα ήταν ένα καλό πρώτο ξεκίνημα. Αντίστοιχες δράσεις υπήρξαν στην Ιταλία, αλλά δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα κάποια τέτοια πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Εξαιρετικά ανήσυχες με την ιδέα της εξόδου από την καραντίνα, η οποία θα τις έθετε αντιμέτωπες εκ νέου με ρατσιστικές επιθέσεις και με υγειονομικούς κινδύνους, τα «Ατσάλινα τριαντάφυλλα» κινούνται στη λογική της επιβίωσης στο σήμερα. Ακολουθώντας, επίσης, μία επικοινωνιακή στρατηγική ετών, προσπαθούν κι αυτές από την πλευρά τους να βοηθήσουν τους πολίτες του Παρισιού. «Μερικές γυναίκες συμμετείχαν στην αγορά μασκών, σε εράνους μέσω διαδικτύου για την στήριξη των υγειονομικών ή των πυροσβεστών», υπενθυμίζει η Ting. «Όμως, μία κινεζική οργάνωση που είχε προμηθευτεί και διένειμε μάσκες στην αρχή της κρίσης είχε προβλήματα με την αστυνομία. Στη συνέχεια, κυκλοφόρησαν διάφορα μηνύματα και συνεπώς έπρεπε να υπάρξει προσοχή στη διανομή των μασκών, καθώς αυτό θα μπορούσε να παρεξηγηθεί. Σε αυτές τις στιγμές μοναξιάς και οικονομικής αβεβαιότητας έχουμε ακόμα μεγαλύτερο φόβο της απόρριψης από την κοινωνία». Μία απόρριψη που ήδη έχουν βιώσει όμως από την κυβέρνηση...
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο Médiapart στις 11 Απριλίου 2020
Μετάφραση: Νικόλας Κουντούρης
Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.