Live τώρα    
Τριπλές εκλογές και εκπαιδευτικά επίδικα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τριπλές εκλογές και εκπαιδευτικά επίδικα

Eχει αρμοδιότητες η τοπική αυτοδιοίκηση στα θέματα της παιδείας και της εκπαίδευσης; Ποιος είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών μελών της; Τι απομένει, τελικά, στην ευθύνη μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής στις σύγχρονες κοινωνίες; Τα ερωτήματα αυτά βρίσκονται τούτες τις μέρες στο προσκήνιο με αφορμή τις επικείμενες τριπλές εκλογές, καθώς οι συνδυασμοί προκαλούνται να εκθέσουν, ανάμεσα σε άλλα, και την εκπαιδευτική πολιτική που προτίθενται να ακολουθήσουν.

Οι συνήθεις απαντήσεις σπάνια ξεπερνούν τα όρια της γενικολογίας και κατά κανόνα δείχνουν ανεπαρκή κατανόηση των σχετικών προβλημάτων. Είναι χρήσιμη, συνεπώς, μια πιο συστηματική προσέγγιση και ανάλυσή τους, που θα μπορούσε να οδηγήσει στις βαθύτερες επιδιώξεις και στις τελικές απολήξεις των πολιτικών που κατά περίπτωση επιλέγονται. Σε αυτή την κατεύθυνση σκοπεύουμε να κινηθούμε παρουσιάζοντας κάποιες αρχικές σκέψεις.

Ο ρόλος του παραδοσιακού «εθνικού» κράτους στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής εξακολουθεί να είναι σημαντικός, αλλά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η τάση σημαντικές αρμοδιότητές του να μεταφέρονται σε υπερεθνικά πλαίσια – και αυτό χαρακτηρίζει και την περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί, όπως είναι ο ΟΟΣΑ, η Διεθνής Τράπεζα κ.ά., επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις κρατικές εκπαιδευτικές πολιτικές. Το πρόγραμμα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών επιτευγμάτων PISA, που προωθεί ο ΟΟΣΑ τα τελευταία χρόνια – και συνεκτιμά στη διαμόρφωση της πολιτικής της η Ευρωπαϊκή Ένωση -, αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα. Έτσι, μέχρι τη δεκαετία του '80 οι αλλαγές στην εκπαίδευση στο χώρο της Ευρώπης μπορούσαν να κατανοηθούν κυρίως σε σχέση με παράγοντες εσωτερικούς σε κάθε χώρα. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερο οι ευρύτερες αναδιαρθρώσεις που προωθούνται στο χώρο της εκπαίδευσης φαίνεται να ερμηνεύονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υπό το πρίσμα της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» και σε συσχέτιση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κυριαρχούν στο διεθνή χώρο.

Σε αυτές τις συνθήκες, όπως υποστηρίζει η Susan Robertson, η παραδοσιακή προσέγγιση, που θεωρούσε τα εκπαιδευτικά συστήματα ως αποκλειστικά «εθνικά», αναφέρεται σε μια κλίμακα που «…όλο και περισσότερο αδυνατεί να συλλάβει τις ανακατατάξεις που απορρέουν από την παγκοσμιοποίηση και, κυρίως, το μεταβαλλόμενο ρόλο και πεδίο δράσης τόσο της εκπαίδευσης όσο και της εργασίας των εκπαιδευτικών». Άλλωστε, βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο στην άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής είναι η μετάθεση της κλίμακας είτε προς την κατεύθυνση της περιφέρειας και της τοπικότητας ή, αντίθετα, προς την κατεύθυνση της υπερεθνικής διάστασης (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση). Δεν είναι ορθό όμως να υποτιμηθούν, ακόμα και σε αυτό το πλαίσιο, οι παράγοντες που αφορούν την εθνική κλίμακα, δεδομένου ότι, σε τελευταία ανάλυση, οι υπερεθνικές πολιτικές προωθούνται και υλοποιούνται κατά κύριο λόγο μέσω των εθνικών κρατών.

Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι η μετάθεση κλίμακας στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι μια διαδικασία κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερη, αλλά αξιοποιείται –συνήθως αποτελεσματικά- από τις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες για την προαγωγή των συμφερόντων τους. Έτσι, συχνά, με το πρόσχημα της μετάθεσης εκπαιδευτικών αρμοδιοτήτων προς την τοπική αυτοδιοίκηση και την εφαρμογή «αποκεντρωτικών» πολιτικών (π.χ. σχετικά με την ευθύνη για τα σχολικά κτίρια), ανατίθεται σε αυτή και η ευθύνη της εξασφάλισης των απαιτούμενων πόρων μέσω της περαιτέρω φορολόγησης των δημοτών. Ταυτόχρονα ενισχύονται οι όροι για μια «ανταποδοτική» -άρα άνιση- παροχή εκπαίδευσης κατά περιοχή, που υπερβαίνει τα όρια μιας κεντρικά σχεδιαζόμενης εκπαιδευτικής πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά, η μετάθεση αρμοδιοτήτων προς υπερεθνικές οντότητες (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) έχει χρησιμοποιηθεί κατ' επανάληψη ως «άλλοθι» για να επιβληθούν σε εθνική κλίμακα μέτρα που συναντούν έντονη αντίδραση των πολιτών, όπως π.χ. συνέβη στην περίπτωση της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα.

Στόχος αυτών των πολιτικών, σε τελική ανάλυση, είναι μέσω της μετάθεσης της κλίμακας μια νέα ιεραρχική δομή και νέα πλαίσια δράσης, λειτουργίας και παρέμβασης του επιχειρηματικού κόσμου –και στην εκπαίδευση- σε παγκόσμια κλίμακα. Το βασικό δίλημμα, συνεπώς, δεν είναι κεντρικά προσδιοριζόμενη ή αποκεντρωμένη εκπαιδευτική πολιτική, αλλά πώς θα διασφαλιστούν οι όροι μιας αποτελεσματικής και κοινωνικά δίκαιης εκπαιδευτικής παροχής είτε στην κεντρική είτε στην περιφερειακή / τοπική κλίμακα.

Ειδικότερα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου εφαρμόζονται ακραία νεοφιλελεύθερα μέτρα στο πλαίσιο των μνημονίων, η αποδυνάμωση των πολιτικών του παραδοσιακού κράτους πρόνοιας, σε συνδυασμό με την τρομακτική ενίσχυση της ανεργίας και των ποικίλων μορφών υποαπασχόλησης και εργασιακής περιπλάνησης, δημιουργεί ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει τραγικές συνέπειες και στην εκπαίδευση. Οι πολιτικές αυτές ευνοούν την αποχή από την εκπαιδευτική διαδικασία, τις ποικίλες μορφές σχολικής αποτυχίας, και την καθήλωση των παιδιών που προέρχονται από τα πιο υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα (ή που ανήκουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στο σημερινό σχολείο) σε χαμηλού επιπέδου εκπαιδευτικά εφόδια και πιστοποιήσεις, που δεν προσφέρουν αξιόλογες επαγγελματικές εγγυήσεις για την αγορά εργασίας.

Παράλληλα, οι αλλαγές που προωθούνται το τελευταίο διάστημα στην ίδια την εκπαίδευση, με αιχμή τη λυκειακή βαθμίδα και προμετωπίδα το λεγόμενο «νέο σχολείο», δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την ομαλή εκπαιδευτική πορεία των νέων και ενισχύουν τα εξεταστικά εμπόδια στην πορεία τους προς την απόκτηση μόρφωσης υψηλού επιπέδου.

Ζητούμενο, συνεπώς, για τη σύγχρονη, ριζοσπαστική Αριστερά είναι ένα συνεκτικό σχέδιο στοχευμένων, αλληλοσυμπληρούμενων παρεμβάσεων σε όλα τα επίπεδα, από εκείνο της τοπικής κοινωνίας ως το αντίστοιχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την αποδυνάμωση αυτών των πολιτικών και το ριζικό αναπροσανατολισμό της εκπαίδευσης προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας και της προαγωγής της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Παύλος Χαραμής είναι Πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΟΛΜΕ και υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Αθηναίων με την «Ανοιχτή Πόλη»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0