Η κινητοποίηση ήταν παλλαϊκή με την πλήρη σημασία της λέξης. Ήμασταν όλοι εκεί, μικροί και μεγάλοι, σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, μικρές και μεγάλες. Πρέπει να πάμε δεκαετίες πίσω για να θυμηθούμε μια τόσο μεγάλη κινητοποίηση. Δύσκολο να θυμηθεί κανείς τόσο μεγάλη διαμαρτυρία και απαίτηση για το δίκιο. Δύσκολο να θυμηθεί κανείς τόσο μεγάλη συμπαράσταση στον συνάνθρωπο, στον διπλανό.
Και μάλιστα κόντρα στη φθηνή προπαγάνδα των κυβερνητικών στελεχών περί δημιουργίας κλίματος αστάθειας της χώρας, περί εργαλειοποίησης. «Τι θ’ απογίνουμε αν πέσει ο Μητσοτάκης;» ρωτάει ο Άδωνης Γεωργιάδης. Κανένα απ’ όλα αυτά τα δήθεν επιχειρήματα δεν εισακούστηκε. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πέταξε την… υπόγεια απειλή του: «Η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα» είπε, υπονοώντας μάλλον ότι υπάρχουν και οι εκλογές.
Η απάντηση όμως δόθηκε και ήταν μεγαλοπρεπής και απόλυτη. Μπορούμε και χωρίς την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Προέχει το δίκιο, προέχει η αξιοπρέπεια, προέχει η έντιμη σχέση κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Είναι μόνο η υπόθεση των Τεμπών που προκαλεί αυτή την ώρα τόσο ισχυρά αντανακλαστικά; Μάλλον όχι. Είναι η ζωή με το σταγονόμετρο για τους νέους αλλά και για τους συνταξιούχους. Είναι η διαρκής ανασφάλεια, που δεν περιορίζεται μόνο στο τρένο. Ανασφάλεια για την επόμενη μέρα ακόμα και γι’ αυτούς που δεν ζουν στο όριο.
Οσο κι αν η κυβερνητική προπαγάνδα προσπαθεί να υποβαθμίσει τη μεγαλειώδη κινητοποίηση στη μέρα μνήμης, δεν φαίνεται ότι θα έχει αποτέλεσμα. Διότι όλοι και ο καθένας ξεχωριστά ξέρουν γιατί βγήκαν από το σπίτι τους και κατέβηκαν μαζί με όλους τους άλλους στην πλατεία.
Το επόμενο βήμα είναι ευθύνη όλων μας, είναι και ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης και πρωτίστως της Αριστεράς. Δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο. Είναι όμως αναγκαίο.