Θα μπορούσε να γίνει μεγάλη συζήτηση για το κατά πόσο η κοινότοπη πλέον φράση ότι «η Αριστερά έχει στο DNA της τις διασπάσεις» μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για ένα κόμμα που δοκιμάζεται. Για όσους αποφασίσουν να φύγουν αλλά και για εκείνους που θα αποφασίσουν να παραμείνουν…
Σε κάθε περίπτωση, μια διάσπαση, ακόμη κι αν λογίζεται ως λύτρωση, είναι πάντα μια τραυματική εμπειρία. Τα γεγονότα δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δύσκολα αποφεύγει, αν όχι μια νέα διάσπαση, μια μαζική αποχώρηση μελών και στελεχών του. Μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης οφείλει να συζητήσει γιατί έφτασε ως εδώ, πρωτίστως όμως να κοιτάξει μπροστά, να σχεδιάσει την επόμενη ημέρα και να επουλώσει το συντομότερο δυνατό τις εσωτερικές του πληγές.
Ο ΣΥΡΙΖΑ με ηγέτη τον Αλέξη Τσίπρα έζησε δύο διασπάσεις, που κουβαλούσαν μέσα τους εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στο Συνέδριο του 2010, ένα μεγάλο κομμάτι της τότε ανανεωτικής πτέρυγας του κόμματος αποχώρησε κατά την έναρξη των εργασιών του για να συγκροτήσει έναν μήνα αργότερα τη Δημοκρατική Αριστερά. Η ΔΗΜ.ΑΡ. το 2012 μπήκε στη Βουλή, εισήλθε όμως και στην τρικομματική, απ’ όπου δραπέτευσε το καλοκαίρι του 2013, και στη συνέχεια ακολούθησε μια πτωτική πορεία, που οδήγησε στη διάσπασή της. Τα περισσότερα από τα τότε μέλη της ΔΗΜ.ΑΡ. επέστρεψαν στον ΣΥΡΙΖΑ (κάποια βρίσκονται στο ΠΑΣΟΚ) και συμμετείχαν στη διαδικασία διεύρυνσης του κόμματος, που μετονομάστηκε επισήμως το 2022 σε ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.
Το 2015 πάλι, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβερνών κόμμα είδε να αποχωρούν από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του περί τους 30 βουλευτές, στην πλειονότητά τους από τη λεγόμενη Αριστερή Πλατφόρμα, αντιδρώντας στην ψήφιση του τρίτου Μνημονίου. Οι αποχωρήσαντες συγκρότησαν τη Λαϊκή Ενότητα, ένα κόμμα που στην πορεία του διασπάστηκε χωρίς να έχει καταφέρει καν να μπει στη Βουλή.
Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και δεν συνδέονται με θυμοσοφικές παρατηρήσεις του τύπου «η Ιστορία μας διδάσκει». Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ασχέτως της όποιας τροπής της Κεντρικής του Επιτροπής, έχει χρέος να ανασυνταχθεί και να δικαιώσει τους ψηφοφόρους του, που έχουν εναποθέσει σ’ αυτόν τις ελπίδες τους για την απομάκρυνση της Δεξιάς του Κυριάκου Μητσοτάκη.