Η άσκοπη αντιπαράθεση για την Ουκρανία δεν λειτουργεί μόνο ως αναβίωση του ψυχρού πολέμου ανάμεσα σε Δύση και Ρωσία, αλλά το κάνει και με μια επικίνδυνη μορφή. Το επίκεντρο δεν είναι πια στο Βερολίνο, είναι στα σύνορα της Ρωσίας, με την επίσημη ρητορική και τις στρατιωτικές χειρονομίες και στις δύο πλευρές να προσιδιάζουν στην πυραυλική κρίση της Κούβας του 1962.
Αυτό που επείγει σήμερα είναι να σταματήσει η κατρακύλα προς έναν θερμό πόλεμο. H προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία από τον Βλαντιμίρ Πούτιν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αν και είναι δύσκολο να σταθεί το επιχείρημα επί της αρχής, καθώς και η Ουάσινγκτον έχει κάνει ουκ ολίγες παραβιάσεις (με πιο πρόσφατες αυτές του Κοσόβου και του Ιράκ, με το τελευταίο να μετρά την 11η επέτειο της παράνομης εισβολής και κατοχής των ΗΠΑ). Η επιβολή κυρώσεων οικονομικής φύσεως, αλλά και για τη βίζα, αν και έχουν κόστος, δεν θα αποτρέψουν τη Μόσχα. Όπως υποστήριξε ο Πούτιν στην ομιλία του στις 18 Μαρτίου στη ρωσική Ομοσπονδιακή Συνέλευση, η Ρωσία νιώθει "στριμωγμένη" και έχει κατ' επανάληψη "εξαπατηθεί" από τη Δύση -κυρίως από την Ουάσινγκτον- από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ προ εικοσαετίας, ειδικά μετά την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα σύνορά της.
Η μόνη λύση, η μόνη πιθανή επιστροφή στη σταθερότητα και τη συνεργασία Ανατολής - Δύσης είναι μέσω της διπλωματικής οδού. Για να συμβεί αυτό, η Ουάσινγκτον και η Μόσχα πρέπει να αναγνωρίσουν πως η άλλη πλευρά έχει δικαιολογημένα παράπονα και συμφέροντα. Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί από την Ουάσινγκτον, όπου τέτοιες ομολογίες γίνονται σπάνια.
Αντ' αυτού, ο γερουσιαστής Τζον Μακέιν και ο συνάδελφός του από τους Δημοκρατικούς Ντικ Ντέρμπιν, καθώς και ένα σύνολο πολιτικών και από τις δύο πλευρές απερίσκεπτα υποδαυλίζουν τις προκλήσεις. Έχουν απαιτήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες να οπλίσουν τη νέα κυβέρνηση στο Κίεβο, με τον Μακέιν να καλεί για την εγκατάσταση συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας στην Πολωνία και την Τσεχική Δημοκρατία. Μια τέτοια πολεμοχαρής διάθεση καθησυχάζει τα ζητήματα στο εσωτερικό, αλλά εξοργίζει το πολεμικό κόμμα στη Μόσχα, που προτρέπει τον Ρώσο πρόεδρο να αντισταθεί να ενδώσει στη Δύση.
Εν μέσω των ένθερμων ομιλιών των απογοητευμένων μαχητών του ψυχρού πολέμου, όπως είναι ο Μακέιν και ο Χέλμουτ Κολ, ο πατέρας της ενοποιημένης Γερμανίας, παραδέχθηκε πως υπήρξαν "μεγάλες παραλείψεις" στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ουκρανία. Επεσήμανε "έλλειψη ευαισθησίας" στις σχέσεις της Ε.Ε. με τον Πούτιν και τη Ρωσία, προειδοποιώντας ενάντια σε κάποιο απερίσκεπτο κάλεσμα στα όπλα.
Σε ένα τόσο πολωμένο περιβάλλον, είναι ολοένα και πιο σημαντικό να δώσουμε προσοχή στις διπλωματικές πρωτοβουλίες, ακόμη κι αν έρχονται από το Κρεμλίνο. Ενώ μπορεί να μην είναι η ιδανική λύση, υπάρχουν θετικά στον "οδικό χάρτη" του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών που καλεί να θεσπιστεί μια διεθνής ομάδα υποστήριξης με την Ε.Ε., τις ΗΠΑ και τη Ρωσία ως μέλη, για να βοηθήσουν την Ουκρανία να σταθεροποιηθεί.
Ανάμεσα στα άλλα δύσκολα σημεία υπάρχουν και οι προτάσεις για ουκρανική Εθνική Συνέλευση, η οποία θα συντάξει ένα σύνταγμα που θα δημιουργήσει νέο ομοσπονδιακό σύστημα, στο οποίο οι περιφέρειες θα έχουν έναν εύλογο βαθμό αυτονομίας, θα ορίζονται τα ρωσικά ως δεύτερη επίσημη γλώσσα και θα διατηρεί τη γεωπολιτική ανεξαρτησία της Ουκρανίας από τη Ρωσία, αλλά και τη Δύση, πράγμα που θα απαιτήσει να μπει ένα τέλος στην επέκταση του ΝΑΤΟ.
Μια διευθέτηση είναι δυνατή εάν ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας όλων των χωρών. Αυτό θα σήμαινε ότι η Ουκρανία θα διεξήγαγε εκλογές με τη συμμετοχή και την εγγυημένη προστασία των Ρώσων, θα είχε μια αδέσμευτη κυβέρνηση (χωρίς νεοφασίστες), θα δεσμευόταν να μην ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και θα ανέπτυσσε οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία και την Ε.Ε. (αναπόφευκτη αν η Ουκρανία είναι να επιβιώσει οικονομικά).
Είναι καλό σημάδι ότι η κυβέρνηση του Κιέβου φαίνεται έτοιμη να λάβει σοβαρά υπόψη την κοινή λογική. Ο εκτελών χρέη πρωθυπουργού Αρσένι Γιατσένιουκ, ο οποίος επισκέφθηκε το Λευκό Οίκο, δήλωσε στις 18 Μαρτίου -σε δηλώσεις που στόχο είχαν να καθησυχάσουν τη Ρωσία και μεγάλο μέρος του ρωσικού πληθυσμού της Ουκρανίας- ότι η χώρα δεν θα επιδιώξει την ένταξη στο ΝΑΤΟ και ότι η αποκέντρωση της κρατικής εξουσίας αποτελεί βασικό στοιχείο της πλατφόρμας της προσωρινής κυβέρνησης.
Υπάρχoυν επίσης σοβαροί λόγοι να σκεφτεί κανείς ότι ο Πούτιν -ο οποίος τόνισε πως η Ρωσία δεν έχει σχέδια για άλλες περιοχές της Ουκρανίας- είναι έτοιμος να διαπραγματευτεί. Ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει την αναγνώριση από τη Μόσχα μιας νόμιμης κυβέρνησης του Κιέβου, αποχώρηση στρατευμάτων, επανέναρξη των εκπτώσεων στο φυσικό αέριο, καθώς και ευνοϊκές εμπορικές σχέσεις για την αποφυγή της οικονομικής κατάρρευσης της Ουκρανίας και ίσως ακόμη και τη θέσπιση ειδικής σχέσης μεταξύ Κριμαίας που τώρα προσαρτήθηκε στη Ρωσία, και Ουκρανίας (χωρίς να επηρεάζεται η ναυτική βάση της Ρωσίας στη Σεβαστούπολη).
Διακυβεύονται ακόμη περισσότερα σε αυτή τη βαθιά κρίση. Η Ουάσιγκτον χρειάζεται τη συνεργασία της Ρωσίας στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων και περιφερειακών ζητημάτων, όπως τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας που συνεχίζεται για τρίτο χρόνο, τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, την αποχώρηση από το Αφγανιστάν, τον αγώνα εναντίον της Αλ Κάιντα και άλλων τρομοκρατών, τις σχέσεις με την Κίνα και τη διαχείριση της Βόρειας Κορέας.
Δεν έχουμε τα περιθώρια για νέο ψυχρό πόλεμο. Αυτή η κρίση δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως ο τελικός "ΗΠΑ - Ρωσίας", ή ως "λιποψυχία" ή "αδυναμία" των ΗΠΑ. Η επίλυση θα χρειαστεί δυνατές ηγεσίες εκατέρωθεν. Ο Ομπάμα και ο Πούτιν πρέπει να αφήσουν τους πολεμοχαρείς πίσω -όπως έκανε ο Ρίγκαν από το 1985 ώς το 1988, όταν τα βρήκε με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη μέση- και να δείξουν ηγετικές ικανότητες ώστε να αναδειχθεί ένα ευρύ πλουραλιστικό και δημοκρατικό κέντρο στην Ουκρανία, με στόχο να θεσπίσει νέα συνταγματική τάξη, ικανή να συμφιλιώσει τα συμφέροντα και τις ανησυχίες όλων των μερών της χώρας.