Live τώρα    
Eurostat / Ένας στους τρεις Έλληνες (34,6%) αντιμέτωπος με τη φτώχεια
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Eurostat / Ένας στους τρεις Έλληνες (34,6%) αντιμέτωπος με τη φτώχεια

Ρεπορτάζ: Κάκη Μπαλή

Τουλάχιστον κατάθλιψη προκαλεί η δημοσίευση των στοιχείων της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό στην πλούσια γηραιά ήπειρο. Το 2012, το ένα τέταρτο του πληθυσμού στα 28 κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απειλούνταν, σύμφωνα με τη Eurostat, από τη φτώχεια. Αυτό το 24,8% μεταφράζεται σε 125 εκατομμύρια ανθρώπους. Έναν χρόνο πριν, το ποσοστό ήταν 24,3% -ή 5,5 εκατομμύρια άνθρωποι λιγότερο-, ενώ το 2008 ήταν 23,7%. Είναι προφανές ότι η κρίση αφήνει πίσω της συντρίμμια - και ότι η διαχείρισή της δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί επιτυχημένη.

Για να βγάλει τα ετήσια στοιχεία της, η Eurostat μετράει τρεις παράγοντες: α) τον κίνδυνο να πέσει κανείς κάτω από το όριο της φτώχειας ενώ εργάζεται, β) το πόσα βασικά αγαθά στερείται και γ) πόσο απειλείται ένα νοικοκυριό από την υποχρεωτική μερική απασχόληση.

Να σημειωθεί ότι ένας από τους βασικούς στόχους της στρατηγικής της Ε.Ε. «Ευρώπη 2020» είναι να μειωθεί το ποσοστό των ανθρώπων που εμφανίζονται σ' αυτή τη στατιστική.

Για την ώρα, πάντως, αυτός ο στόχος μοιάζει ανέφικτος, το ποσοστό αυξάνεται αντί να υποχωρεί. Και διαφέρει πολύ από χώρα σε χώρα.

Το 2012 οι πιο ευάλωτοι στη φτώχεια και στον κοινωνικό αποκλεισμό ήταν οι πολίτες της Βουλγαρίας (49%), της Ρουμανίας (42%), της Λετονίας (37%) και της Ελλάδας (34,6%). Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα απειλείται περισσότερο από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, αλλά και σχεδόν όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που ξεκίνησαν την πορεία τους στην Ε.Ε. το 2004 από πολύ χαμηλή βάση. Επιπλέον, το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα το 2011 ήταν 31%, ενώ το 2008 28,1%. Και για μην ξεχνιόμαστε, πίσω από το σημερινό 34,6% κρύβονται 3,8 εκατομμύρια άνθρωποι.

Στον αντίποδα, τους μικρότερους κινδύνους να βυθιστούν στη φτώχεια αντιμετωπίζουν οι πολίτες της Ολλανδίας (15%) και της Τσεχίας (επίσης 15%), ενώ ακολουθούν η Φινλανδία (17%), η Σουηδία (18%) και το Λουξεμβούργο (επίσης 18%).

Η ελληνική πρωτιά

Τον μεγαλύτερο κίνδυνο να βυθιστούν στη φτώχεια, ενώ έχουν δουλειά, αντιμετώπιζαν το 2012 οι Έλληνες (23%) και οι Ρουμάνοι (επίσης 23%). Τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα ο κίνδυνος της φτώχειας για τους εργαζόμενους ήταν πολύ μικρότερος. Να σημειωθεί ότι, για να βγουν τα στοιχεία, υπολογίζεται ο μισθός που θεωρητικά παίρνει ο εργαζόμενος, όχι εάν πραγματικά πληρώνεται. Για τις καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων των μισθωτών δεν υπάρχει ακόμη εργαλείο μέτρησης.

Να σημειωθεί επίσης ότι το όριο της φτώχειας είναι σε κάθε χώρα και κάθε χρόνο διαφορετικό - και πάντα το 60% του μέσου εισοδήματος.

Σε ελάχιστα καλύτερη θέση από τους Έλληνες εργαζόμενους είναι οι Ισπανοί (το 22% απειλείται από τη φτώχεια), οι Βούλγαροι και οι Κροάτες (σχεδόν από 21%).

Αντίθετα, στην Τσεχία και την Ολλανδία μόνο ο ένας στους δέκα εργαζόμενους απειλείται από τη φτώχεια, και ακολουθούν με 13% η Δανία, η Φινλανδία και η Σλοβακία. Στην ισχυρή Γερμανία και στη Βρετανία το ποσοστό είναι 16%, υψηλότερο απ' ό,τι στη Γαλλία (14%) ή την Κύπρο (14,7%).

Κατά μέσο όρο τον κίνδυνο της φτώχειας στην Ε.Ε. τον αντιμετωπίζει το 17% των εργαζόμενων.

Έκτη στις στερήσεις

Στην κατηγορία των στερήσεων βασικών καθημερινών αγαθών η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση, με ένα 19,5% του πληθυσμού να έχει πρόβλημα να πληρώσει το νοίκι του, να ζεσταθεί, να αντιμετωπίσει μια έκτακτη ανάγκη ή να πάει μια βδομάδα διακοπές. Σε χειρότερη θέση από μας βρίσκονται η Βουλγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Αντίθετα, μηδαμινό είναι το ποσοστό των ανθρώπων που στερούνται τα στοιχειώδη στις χώρες της Σκανδιναβίας, στο Λουξεμβούργο και στην Ολλανδία.

Τέλος, στην κατηγορία της υποχρεωτικής μερικής απασχόλησης, η Ελλάδα μοιράζεται τη δεύτερη θέση με την Ισπανία και το Βέλγιο, ενώ πρώτη είναι η Κροατία. Εδώ η Eurostat μετράει τα νοικοκυριά που δεν έχουν παραδοθεί απόλυτα στην ανεργία, αλλά των οποίων τα ενήλικα μέλη δούλεψαν λιγότερο από 20% σε σχέση με την πλήρη απασχόληση τη χρονιά που πέρασε.

Η κατηγορία αυτή έχει και τις μικρότερες διακυμάνσεις από χώρα σε χώρα. Στην πρωταθλήτρια Κροατία το ποσοστό αυτών των ανθρώπων ήταν 16%, ενώ στις δύο «καλύτερες» χώρες, το Λουξεμβούργο και την Κύπρο, ήταν 6%. Στην Ελλάδα ήταν 14%.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0