Ρεπορτάζ: Κάκη Μπαλή
Δύο είναι οι πονοκέφαλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που αντιμετωπίζει με λιγότερη αισιοδοξία από τους πολιτικούς την εξέλιξη της ευρωκρίσης. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ποιότητα του ενεργητικού των περίπου 130 συστημικών τραπεζών της Ευρωζώνης, που θα τεθούν υπό την εποπτεία της ΕΚΤ στην πορεία προς την τραπεζική ένωση. Κι ο δεύτερος έχει να κάνει με την απροθυμία των εμπορικών τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία, παρά το εξαιρετικά φθηνό χρήμα που δίνει η ΕΚΤ.
Ο πρώτος πονοκέφαλος για την υγεία των συστημικών τραπεζών γίνεται ισχυρότερος μετά την έκθεση που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η εταιρεία λογιστικού ελέγχου PriceWaterhouseCoopers. Η εταιρεία εκτιμά ότι τα τεστ αντοχής που θα κάνει η ΕΚΤ θα αποκαλύψουν ένα κεφαλαιακό κενό, ύψους 280 δισεκατομμυρίων ευρώ στις ευρωπαϊκές τράπεζες, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί εντός του 2014.
«Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι αντιμέτωπες με άλλα δύο ταραχώδη χρόνια» επισήμανε ο Μάιλς Κένεντι, στέλεχος της διεύθυνσης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών της PWC, προσθέτοντας ότι και για τις τράπεζες, εκτός της εποπτείας της ΕΚΤ, οι προκλήσεις δεν είναι λιγότερο έντονες.
Για τον δεύτερο πονοκέφαλο, τώρα, η ΕΚΤ ψάχνει εδώ και καιρό τη μαγική ασπιρίνη και φαίνεται να καταλήγει στην ιδέα ενός νέου τεράστιου πακέτου πιστώσεων (LTRO) προς τις τράπεζες, το οποίο όμως θα διαφέρει από τα δύο προηγούμενα (τον Δεκέμβριο του 2011 και τον Φεβρουάριο του 2012, μέσω των οποίων έρρευσε σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο ευρώ στις τράπεζες, χωρίς να λύσει το πρόβλημα ρευστότητας στις επιχειρήσεις).
Σύμφωνα με πληροφορίες της Sueddeutsche του Μονάχου, αυτή τη φορά θα μπορούν να διεκδικούν φθηνές πιστώσεις μακράς διάρκειας μόνο οι τράπεζες, που θα είναι έτοιμες να τις μετακυλίσουν σε βιομηχανίες, βιοτεχνίες, εμπορικές επιχειρήσεις ή εταιρείες παροχής υπηρεσιών. Μέχρι τώρα η ΕΚΤ δεν είχε θέσει ποτέ τέτοιους όρους στις τράπεζες, ωστόσο ο δανεισμός «ειδικού σκοπού» συνάδει με το καταστατικό της.
Η ιδέα δεν έχει ακόμη ωριμάσει στον πύργο της ΕΚΤ στη Φραγκφούρτη, καθώς υπάρχουν πολλοί πολέμιοί της τόσο εντός της κεντρικής τράπεζας όσο και στην πολιτική. Οι πρώτοι υπενθυμίζουν την αποτυχία ενός αντίστοιχου εγχειρήματος που έκανε στο παρελθόν η Τράπεζα της Αγγλίας, οι δεύτεροι επιμένουν ότι δεν μπορεί η ΕΚΤ να υποκαθιστά τον ρόλο της πολιτικής.
Οι υπέρμαχοι αυτού του φθηνού δανεισμού «ειδικού σκοπού», αντίθετα, θυμίζουν ότι οι μέχρι τώρα κινήσεις της ΕΚΤ για την ενίσχυση της ρευστότητας δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, ακριβώς διότι δεν είχαν προαπαιτούμενα για τη χρήση των πόρων. Κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, που έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη να στηρίξουν την πραγματική οικονομία τους, οι φθηνές πιστώσεις της ΕΚΤ το 2011 και το 2012 έγιναν από τις εμπορικές τράπεζες κρατικά ομόλογα, διότι αυτή ήταν η πιο εύκολη και κερδοφόρα επιλογή.
Οι τράπεζες δανείζονταν με 1% και αγόραζαν ομόλογα με επιτόκιο πάνω από 4%, καθώς τα spread της Ισπανίας και της Ιταλίας, για παράδειγμα, είχαν ξεφύγει προς τα πάνω. Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη στα χαρτοφυλάκια των ιταλικών τραπεζών: Το 2011 περιείχαν ιταλικά κρατικά ομόλογα ύψους 240 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ τώρα έχουν πάνω από 415 δισ. Την ίδια ώρα το κόστος δανεισμού για τις ιταλικές επιχειρήσεις είναι στην καλύτερη περίπτωση διπλάσιο από αυτό των γερμανικών ανταγωνιστριών τους.
Εκτός από ένα νέο LTRO ειδικού σκοπού -η ιδέα είναι η διάρκειά του να περιοριστεί στους 9 ή 12 μήνες, αντί των 36 μηνών των δύο προηγούμενων- η ΕΚΤ θα μπορούσε να ορίσει αρνητικά επιτόκια για τις τράπεζες που «παρκάρουν» τη νύχτα τα λεφτά τους στην ΕΚΤ. Να απαιτήσει, δηλαδή, ένα είδος φυλάκτρων. Σε τι θα βοηθούσε αυτό;
Η ΕΚΤ πιστεύει ότι θα υποχρεώνονταν κυρίως οι τράπεζες από τις «στιβαρές» χώρες να δανείζουν τους πόρους που τους περισσεύουν στις τράπεζες του Νότου - κι αυτές με τη σειρά τους στις επιχειρήσεις του Νότου. Το αν θα λειτουργήσει πραγματικά κάτι τέτοιο μένει να φανεί.