Περίπου τη… συμπόνια του εκφράζει αυτές τις μέρες ο γερμανικός Τύπος στον υπουργό Οικονομικών της χώρας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος αναμένεται στην Πέμπτη στη «διακεκαυμένη ζώνη» της Αθήνας, όπως γράφεται. Δεκάδες ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα για τη σημερινή γενική απεργία, για τις δύσκολες συζητήσεις στην ελληνική Βουλή, αλλά και για τις διαδηλώσεις που αναμένονται ανήμερα της επίσκεψης Σόιμπλε, δημοσιεύονται στις εφημερίδες και το Ίντερνετ, με κοινό παρονομαστή τη διαπίστωση της αυστριακής Die Presse: «Χειρότερη περίοδο δεν θα μπορούσε να επιλέξει ο Σόιμπλε για το ταξίδι του στην Αθήνα». Κι όλοι πιστεύουν ότι ο Σόιμπλε, όσο περιχαρακωμένος κι αν θα είναι ως επίσημος επισκέπτης, θα νιώσει την οργή του ελληνικού λαού, «ο οποίος τον θεωρεί κύριο υπεύθυνο των δεινών του».
Ο ίδιος ο Σόιμπλε, πάλι, στις μάλλον προεκλογικές συνεντεύξεις που δίνει αφειδώς από τότε που έκλεισε για διακοπές το πολιτικό Βερολίνο, προσπαθεί να πείσει ότι το ελληνικό πρόγραμμα είναι «σε καλό δρόμο», ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει να βγει από την κρίση, άρα δεν θα χρειαστεί δεύτερο κούρεμα του ελληνικού χρέους, κούρεμα που για πρώτη φορά θα σημάνει αληθινές απώλειες για τον Γερμανό φορολογούμενο. Τουλάχιστον 15 δισεκατομμυρίων ευρώ, όπως υπολόγισε ένας -από τους πολέμιους του κουρέματος- σύμβουλος της γερμανικής κυβέρνησης, ο Λαρς Φελντ.
Η εμμονή του Σόιμπλε στην επανάληψη αυτών των δηλώσεων δείχνει, ωστόσο, ότι δεν πείθει. Τουλάχιστον δεν πείθει τους οικονομικούς αναλυτές, αλλά και την αντιπολίτευση, που εν χορώ του ζητάνε να πει επιτέλους στους Γερμανούς την πικρή αλήθεια. Ότι, δηλαδή, οι Έλληνες δεν θα καταφέρουν ποτέ να επιστρέψουν στο σύνολό τους τα δανεικά, τα οποία, άλλωστε, όπως παντού επισημαίνεται, στη συντριπτική πλειοψηφία τους πήγαν στα ταμεία των τραπεζών.
Με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων, επανορθώσεων κ.λπ. οι Γερμανοί αναλυτές δεν ασχολούνται- ούτε άλλωστε η γερμανική κυβέρνηση. Βέβαια, η ανοιχτή επιστολή του Μανώλη Γλέζου προς τον Σόιμπλε συνεχίζει για δεύτερη μέρα να αναδημοσιεύεται, πρωτίστως όμως για να αναδείξει πόσο εκρηκτικό είναι το κλίμα στην Ελλάδα εν όψει της έλευσης Σόιμπλε και χωρίς να συνοδεύεται από αναλύσεις επί της ουσίας του ζητήματος των επανορθώσεων.
Το «καυτό» θέμα είναι το κούρεμα, ως προοπτική να τεθεί επί τάπητος μετά τις γερμανικές εκλογές, προοπτική που τη θεωρεί εξαιρετικά πιθανή -για την ακρίβεια, περίπου αναπόφευκτη, αλλά όχι καλοδεχούμενη- η γερμανική αντιπολίτευση.
Η διολίσθηση προς την… απαισιοδοξία
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι… φιλολογικές αναλύσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τις απαντήσεις που δίνει ο Σόιμπλε τα τελευταία χρόνια στην ίδια «απλή» ερώτηση, «μπορείτε να εγγυηθείτε στους Γερμανούς πολίτες ότι δεν θα πρέπει να ξεγράψουν τα δάνεια που έδωσαν στην Ελλάδα», που του θέτει η εφημερίδα Bild.
Πριν από δύο χρόνια ο Σόιμπλε είχε απαντήσει: «Βεβαίως και το εγγυώμαι. Δεν αναμένουμε απλώς ότι θα πάρουμε τα λεφτά μας πίσω. Θα τα πάρουμε πίσω και με κέρδος». Πριν από εννιά μήνες, η απάντηση του Σόιμπλε ακριβώς στο ίδιο ερώτημα διαμορφώθηκε ως εξής: «Ναι, μπορώ να το εγγυηθώ. Θα κρατήσει λίγο περισσότερο η επιστροφή των δανεικών, διότι οι εντυπωσιακές προσπάθειες που κάνουν οι Έλληνες φίλοι μας δυσκολεύονται από την παγκόσμια ύφεση. Αλλά βρίσκονται σε καλό δρόμο και οι Γερμανοί φορολογούμενοι μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι».
Πριν από πέντε μέρες, πάλι, η απάντηση του Σόιμπλε ήταν πολύ διαφορετική: «Εγγυώμαι ότι θα κάνω τα πάντα για να πετύχει το ελληνικό πρόγραμμα. Οι πρώτες πρόοδοι είναι ορατές», είπε. Ο Σόιμπλε δεν φημίζεται για τις προσεκτικές του διατυπώσεις. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν κάτι παραπάνω από προσεκτικός. Απέφυγε συστηματικά να εγγυηθεί στον Γερμανό ψηφοφόρο- φορολογούμενο ότι θα πάρει πίσω τα δανεικά. Ίσως επειδή δεν ήθελε να πει ψέματα. Και στο ερώτημα εάν θα πρέπει «να δώσουμε κι άλλα λεφτά στην Ελλάδα», ο Σόιμπλε απάντησε ότι το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω στήριξης θα συζητηθεί το 2014.
Κάποιοι Γερμανοί αναλυτές ερμήνευσαν τη συνέντευξη Σόιμπλε ως εξής: Αυτό που ήθελε να πει είναι ότι δεν έχει πλέον τον έλεγχο της κατάστασης στην ευρωκρίση, ότι προσπαθεί να την εξωραΐσει, αφενός για να αποφευχθεί ένα ατύχημα στις αγορές, αφετέρου για να μη χάσει η Μέρκελ τις εκλογές. Και θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τα χρήματα των φορολογούμενων, μέχρι να τεθεί και πάλι η κατάσταση υπό έλεγχο.
«Πουλώντας» ιδέες για την ανάκαμψη
Ώς ένα σημείο, θεωρείται περίπου βέβαιο ότι η νυν κυβέρνηση στη Γερμανία -και ενδεχομένως μια διαφορετική επόμενη, με τη συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών σε έναν «μεγάλο» συνασπισμό- θα επιμείνει μέχρι τέλους στα προγράμματα στήριξης, γιατί πλέον δεν μπορεί να κάνει πίσω.
Παράλληλα, θα βάζει -λίγο- νερό στο κρασί της και θα παίζει την πρωταγωνίστρια και στα όποια προγράμματα ανάπτυξης, καθώς ούτε το αντιγερμανικό κλίμα στη Νότια Ευρώπη αψηφά, ούτε τους κινδύνους διάλυσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τη μαζική ανεργία. Γι' αυτό και θα «πουλάει» κάθε τρεις και λίγο ιδέες και πρωτοβουλίες του τύπου «ίδρυση αναπτυξιακών τραπεζών για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα, στα πρότυπα της γερμανικής KfW» -αυτό το πεσκέσι φέρνει ο Σόιμπλε την Πέμπτη στην Αθήνα- ή του τύπου «προγράμματα για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων» -ολόκληρη σύνοδο έστησε η Μέρκελ στο Βερολίνο γι' αυτό το θέμα στις αρχές Ιουλίου- ή του τύπου «Ταμείο αλληλεγγύης», κάποτε στο μέλλον.
Τέλος, θα προσεύχεται να συνεχίσουν οι αγορές να αγνοούν την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας - όπως έγινε χθες, παρά τη στέρηση του «άριστα» και από τον Fitch-, να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης στην κλυδωνιζόμενη Πορτογαλία μέχρι την Κυριακή και βεβαίως να αντέξει η κυβέρνηση Σαμαρά στην Ελλάδα και να μην κάνει καμιά στραβή ο Έλληνας πρωθυπουργός να δοκιμάσει την τύχη του σε πολύ πρόωρες εκλογές.
Η κακιά έκπληξη από την Κίνα
Μέσα σ' αυτό το εύθραυστο και ενίοτε εκρηκτικό σκηνικό, μια από τις παραμέτρους «ασφαλείας» της Γερμανίας ήταν η στιβαρή ανάπτυξη της Κίνας, που μπορούσε να απορροφά όλο και περισσότερες γερμανικές εξαγωγές, ισοφαρίζοντας τις απώλειες από τις τσακισμένες αγορές του ευρωπαϊκού Νότου.
Όμως, η κινεζική στατιστική υπηρεσία φρόντισε χθες να ανησυχήσει όχι μόνο το Βερολίνο, αλλά ολόκληρο τον κόσμο, με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα για τον ρυθμό ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας το δεύτερο τρίμηνο του 2013. Ήταν… μόνο 7,5%, ο χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης εδώ και 23 χρόνια. Αυτή η επιβράδυνση για τα κινεζικά δεδομένα ήταν αυτό που δήλωνε ότι επιθυμούσε η νέα κινεζική ηγεσία, που θέλει να μεταρρυθμίσει την οικονομία και ποντάρει λιγότερο στις εξαγωγές και περισσότερο στην ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης. Από την άλλη πλευρά, η μείωση των κινεζικών εξαγωγών ήταν και αναπόφευκτη, καθώς στη μεγαλύτερη αγορά τους, στην Ευρώπη, η ζήτηση έχει υποχωρήσει, πνιγμένη από την ύφεση.