Live τώρα    
Κίνα - Ρωσία / Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Πεκίνο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κίνα - Ρωσία / Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Πεκίνο

135690430a.jpg

«Είναι εξαιρετικά σπάνιο στη μεταψυχροπολεμική εποχή μια χώρα να φιλοξενεί μέσα στην ίδια εβδομάδα τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Ρωσίας». Η επισήμανση της κινεζικής εφημερίδας Global Times δεν ήταν απλώς ακόμα ένα δείγμα κρατικής προπαγάνδας. Αποτύπωνε με αρκετή ακρίβεια μια νέα πραγματικότητα που αρχίζει να διαμορφώνεται στη διεθνή σκηνή. Μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ υποδέχθηκε πρώτα τον Αμερικανό ομόλογό του Ντόναλντ Τραμπ και αμέσως μετά τον ισχυρό άνδρα του Κρεμλίνου Βλαντίμιρ Πούτιν. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες η εικόνα δεν ήταν εκείνη ηγετών που σπεύδουν στην Ουάσιγκτον για να ζητήσουν στήριξη, διαμεσολάβηση ή πολιτικές εγγυήσεις. Ήταν ο Αμερικανός Πρόεδρος εκείνος που πέρασε από το Πεκίνο λίγες μόλις ημέρες προτού εμφανιστεί εκεί και ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Το γεγονός δείχνει πόσο γρήγορα μεταβάλλει τις διεθνείς ισορροπίες ο πόλεμος στο Ιράν και η κρίση στο Στενό του Ορμούζ. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ αποτελούσαν το αδιαμφισβήτητο κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας. Οι πόλεμοι, οι κυρώσεις, οι ενεργειακές ισορροπίες, ακόμη και οι μεγάλες εμπορικές συμφωνίες κινούνταν σχεδόν πάντα γύρω από αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Όμως ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν έχει αρχίσει να παράγει ένα πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα από εκείνο που περίμενε η Ουάσιγκτον. Αντί να επιβεβαιώσει την αμερικανική κυριαρχία, αποκάλυψε τα όριά της. Αντί να απομονώσει την Κίνα, έφερε το Πεκίνο ακόμη πιο κοντά στο κέντρο των διεθνών εξελίξεων.

Ο πόλεμος που γύρισε μπούμερανγκ

Η κυβέρνηση Τραμπ και το Ισραήλ μπήκαν στον πόλεμο θεωρώντας ότι η τεράστια στρατιωτική τους υπεροχή θα οδηγούσε γρήγορα στην στρατιωτική εξουδετέρωση του Ιράν και την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Όμως πίσω από τη ρητορική περί «πυρηνικής απειλής» υπήρχε και ένας ευρύτερος γεωπολιτικός υπολογισμός. Το Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς εταίρους της Κίνας και βασικό κρίκο στη συνολική κινεζική παρουσία στη Μέση Ανατολή. Μια αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τις ενεργειακές ισορροπίες στην περιοχή και να πλήξει άμεσα την κινεζική ενεργειακή ασφάλεια. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση δεν αφορούσε μόνο την Τεχεράνη. Αφορούσε και τον έλεγχο των ενεργειακών ροών που τροφοδοτούν τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Όμως το σχέδιο δεν εξελίχθηκε όπως θα περίμενε η Ουάσιγκτον. Το Ιράν δεν επικράτησε στρατιωτικά αλλά κατάφερε να μετατρέψει το Ορμούζ σε εφιάλτη για την παγκόσμια οικονομία. Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη ενεργοποίησε αυτό που αρκετοί αναλυτές αποκαλούν «τριγωνικό εξαναγκασμό». Αντί να επιχειρήσει άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ, πίεσε τις πιο ευάλωτες πετρελαϊκές μοναρχίες του Κόλπου -χτυπώντας ενεργειακές εγκαταστάσεις και απειλώντας κρίσιμες εμπορικές ροές- ώστε το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης να επιστρέψει τελικά στην ίδια την Ουάσιγκτον και στους συμμάχους της.

Οι επιπτώσεις εξαπλώθηκαν σχεδόν αμέσως. Οι τιμές της ενέργειας εκτινάχθηκαν. Τα ασφάλιστρα μεταφοράς αυξήθηκαν κατακόρυφα. Ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού άρχισαν να πιέζονται. Από την Αφρική μέχρι την Ασία κυβερνήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με νέες κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις εξαιτίας ενός πολέμου που αρχικά παρουσιαζόταν ως σύντομη «χειρουργική επιχείρηση». Η αποτυχία του αμερικανικού «Project Freedom» υπήρξε ίσως η πιο ταπεινωτική στιγμή της κρίσης. Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε με τυμπανοκρουσίες ότι θα διασφάλιζε τη ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ. Λίγα 24ωρα αργότερα το σχέδιο πάγωνε και περισσότερα από χίλια πλοία παρέμεναν εγκλωβισμένα. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες η εικόνα ήταν εκείνη μιας υπερδύναμης που δεν μπορούσε να εγγυηθεί ούτε την ομαλή λειτουργία του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος του πλανήτη. Οι διαδοχικές απειλές του Τραμπ, οι δηλώσεις περί «συντριπτικών χτυπημάτων», οι αιφνίδιες στρατιωτικές ανακοινώσεις και στη συνέχεια οι γρήγορες αναδιπλώσεις δημιούργησαν την αίσθηση μιας αμερικανικής ηγεσίας που αυτοσχεδιάζει αντί να λειτουργεί βάσει σχεδίου. Και ακριβώς εκεί βρήκε χώρο το Πεκίνο.

Η «ήρεμη δύναμη»

Την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν όλο και πιο επιθετική και απρόβλεπτη, η Κίνα φρόντιζε να παρουσιάζεται ως η δύναμη της ψυχραιμίας, της σταθερότητας και της αποκλιμάκωσης. Έτσι, στο πλευρό του Πούτιν, ο Σι Τζινπίνγκ μίλησε και αυτή την εβδομάδα για τον κίνδυνο επιστροφής στον «νόμο της ζούγκλας» και υπογράμμισε την ανάγκη να αποφευχθεί μια νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η κοινή ανακοίνωση Μόσχας και Πεκίνου εξαπέλυσε σαφείς αιχμές κατά των «μονομερών εξαναγκασμών», των επιχειρήσεων αλλαγής καθεστώτων και των «δολοφονιών πολιτικών ηγετών» - μια διατύπωση που φωτογράφιζε τις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις εναντίον της ιρανικής ηγεσίας. Το μήνυμα δεν περιοριζόταν, φυσικά, μόνο στο θέμα του Ιράν. Ήταν ταυτόχρονα μια ανοιχτή πολιτική διαφοροποίηση από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ ασκεί εξωτερική πολιτική. Την ώρα που οι ΗΠΑ εμφανίζονται να μετακινούνται από κρίση σε κρίση μέσα από κυρώσεις, στρατιωτικές πιέσεις και απειλές, η Κίνα επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας και υπεράσπισης των διεθνών κανόνων. Προβάλλει την εικόνα μιας δύναμης πολύ πιο αξιόπιστης και πιο χρήσιμης από μια Ουάσιγκτον που κινείται ολοένα και πιο απρόβλεπτα. Και το κάνει με ιδιαίτερα προσεκτικό τρόπο.

Η επίσκεψη Πούτιν ανέδειξε πολύ καθαρά αυτή τη στρατηγική. Την ώρα που ο Ρώσος Πρόεδρος επιχειρούσε να παρουσιάσει τη ρωσοκινεζική σχέση ως στρατηγικό αντίβαρο απέναντι στη Δύση, το Πεκίνο επιβεβαίωνε επισήμως τη συμφωνία αγοράς 200 αεροσκαφών Boeing. Το μήνυμα ήταν σαφές. Αντί να ανακοινώσει τη συμφωνία κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Τραμπ που επιδίωκε διακαώς κάποια επιτυχία, το Πεκίνο το έκανε στη διάρκεια της επίσκεψης Πούτιν.

Η Κίνα συνεργάζεται στενά με τη Ρωσία, στηρίζει εμμέσως το Ιράν, συγκρούεται εμπορικά με τις ΗΠΑ αλλά διαπραγματεύεται με όλους. Και αποφεύγει τις συγκρούσεις. Σε αντίθεση με τη λογική των στρατοπέδων που επιστρέφει ολοένα περισσότερο στην Ουάσιγκτον, το Πεκίνο προσπαθεί να μετατραπεί σε αναντικατάστατο παίκτη για ολόκληρο το διεθνές σύστημα.


Μόσχα: Από την ισότιμη συμμαχία, στην εξάρτηση

Η Μόσχα προσπάθησε να παρουσιάσει την επίσκεψη Πούτιν ως επιβεβαίωση μιας «ιστορικής στρατηγικής συμμαχίας». Όμως πίσω από τις τελετές και τις μεγαλόστομες δηλώσεις φαινόταν όλο και πιο καθαρά η νέα ανισορροπία στη σχέση μεταξύ των δύο πλευρών. Ο Πούτιν εμφανίστηκε στο Πεκίνο ως ηγέτης μιας χώρας με τεράστια στρατιωτική ισχύ αλλά ολοένα μικρότερα οικονομικά περιθώρια. Σε αρκετές στιγμές έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο που χρειάζεται επειγόντως κινεζικά χρήματα, πρόσβαση στην κινεζική αγορά και κινεζική πολιτική κάλυψη.

Η Ρωσία παραμένει στρατιωτικά ισχυρή, όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κυρώσεις και η αποκοπή από την ευρωπαϊκή αγορά έχουν μετατρέψει την Κίνα σε σχεδόν αναντικατάστατο οικονομικό εταίρο. Το πιο αποκαλυπτικό στιγμιότυπο ήρθε από τον Γιούρι Τρούτνεφ, αντιπρόεδρο της ρωσικής κυβέρνησης και ειδικό απεσταλμένο του Πούτιν για την Άπω Ανατολή. Επισκεπτόμενος εμπορική έκθεση, παραδέχτηκε δημόσια την τεχνολογική απόσταση ανάμεσα στις δύο χώρες. «Όταν είδα ότι εμείς είχαμε μόνο μέλι και καβούρια ενώ οι φίλοι μας παρουσίαζαν drones και ρομπότ, ομολογώ ότι στεναχωρήθηκα» είπε στους δημοσιογράφους. Η φράση αποτύπωσε ίσως καλύτερα από κάθε επίσημη ανακοίνωση τη νέα πραγματικότητα της ρωσοκινεζικής σχέσης. Το ίδιο συνέβη σε γενικές γραμμές και με το Power of Siberia 2. Ο Πούτιν πήγε στο Πεκίνο ελπίζοντας σε οριστική συμφωνία για το μεγαλύτερο ενεργειακό σχέδιο της Ρωσίας τα τελευταία χρόνια. Έφυγε εξασφαλίζοντας μόνο «γενική κατανόηση» από το Πεκίνο.

Η μάχη της ενέργειας

Πίσω από όλα αυτά, φυσικά, βρίσκεται η μάχη για τον έλεγχο της ενέργειας και των παγκόσμιων εμπορικών διαδρομών. Η κρίση στο Ορμούζ λειτούργησε σαν στρατηγική προειδοποίηση για το Πεκίνο. Η κινεζική οικονομία εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές του Κόλπου και το Πεκίνο γνωρίζει ότι σε μια μελλοντική κρίση γύρω από την Ταϊβάν οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν αυτή την εξάρτηση. Γι’ αυτό το Power of Siberia 2 δεν αφορά απλώς φυσικό αέριο. Αφορά τη δημιουργία ασφαλών χερσαίων ενεργειακών διαδρομών που δεν θα μπορούν εύκολα να μπλοκαριστούν από αμερικανική ναυτική ισχύ. Για δεκαετίες η Ουάσιγκτον κυριαρχούσε ακριβώς επειδή έλεγχε τις μεγάλες θαλάσσιες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου και της ενέργειας. Όμως η κρίση στο Ορμούζ έδειξε ότι ακόμη και αυτή η κυριαρχία αρχίζει πλέον να αμφισβητείται. Και η Κίνα προσπαθεί ήδη να χτίσει τον κόσμο που θα έρθει μετά από αυτή την εποχή.
 

Ο πολυπολικός κόσμος είναι ήδη πραγματικότητα

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι η Κίνα αντικαθιστά τις ΗΠΑ ως νέος πλανητάρχης. Το τοπίο που διαμορφώνεται μοιάζει πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο ασταθές. Η Ρωσία εξαρτάται ολοένα περισσότερο από το Πεκίνο. Το Ιράν απέδειξε ότι ακόμη και μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να προκαλέσει τεράστιες αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία. Οι χώρες του Κόλπου προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο. Και η ίδια η Κίνα επιχειρεί να επεκτείνει την επιρροή της χωρίς να οδηγηθεί σε ανοιχτή ρήξη με τη Δύση. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η αμερικανική ισχύς παραμένει τεράστια. Όμως για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να μετατρέψει τη στρατιωτική της υπεροχή σε σταθερό πολιτικό έλεγχο. Και μέσα σε αυτή την αστάθεια, η Κίνα εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως η δύναμη που κανείς δεν μπορεί πλέον να παρακάμψει. Το γεγονός ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Πούτιν βρέθηκαν διαδοχικά στο Πεκίνο δείχνει πόσο δύσκολο είναι πλέον να αγνοήσει κανείς την Κίνα στη νέα διεθνή πραγματικότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο για την Ουάσιγκτον. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε με στόχο να επιβεβαιώσει την αμερικανική ισχύ καταλήγει μέχρι στιγμής να ενισχύει τη διεθνή επιρροή του βασικού στρατηγικού της ανταγωνιστή.

Ο αγωγός που στρέφει τη Ρωσία προς την Ασία

Το Power of Siberia 2 είναι μέρος μιας μεγαλύτερης αναδιάταξης δυνάμεων στο πλαίσιο της οποίας η Κίνα επιχειρεί να οικοδομήσει ένα σύστημα λιγότερο εξαρτημένο από τις θαλάσσιες διαδρομές και την αμερικανική στρατιωτική κυριαρχία

Για χρόνια οι τεράστιες ενεργειακές αρτηρίες της Ρωσίας κατέληγαν στη Δυτική Ευρώπη. Από τα κοιτάσματα της Γιαμάλ στη Σιβηρία μέχρι τη Γερμανία οι αγωγοί φυσικού αερίου λειτουργούσαν σχεδόν σαν η υλική αποτύπωση της μεταψυχροπολεμικής εποχής με μια Ρωσία που τροφοδοτούσε ενεργειακά την Ευρώπη και μια Ευρώπη που, παρά τις πολιτικές εντάσεις, παρέμενε βαθιά συνδεδεμένη με τη ρωσική οικονομία. Σήμερα η εικόνα αυτή αλλάζει ραγδαία. Και ίσως τίποτα δεν αποτυπώνει καλύτερα τη μετατόπιση από το Power of Siberia 2, τον γιγαντιαίο αγωγό φυσικού αερίου που βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των συνομιλιών ανάμεσα στον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο.

Το έργο προβλέπει τη μεταφορά έως και 50 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως από τη Δυτική Σιβηρία προς την Κίνα μέσω Μογγολίας. Πρόκειται για μέγεθος σχεδόν αντίστοιχο με εκείνο του Nord Stream 1, του αγωγού που συμβόλιζε επί χρόνια τη στρατηγική ενεργειακή σχέση Ρωσίας και Γερμανίας πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η σύγκριση δεν είναι τυχαία. Το Power of Siberia 2 δεν αφορά απλώς ακόμη έναν αγωγό φυσικού αερίου αλλά τη βαθιά αναδιάταξη των διεθνών ενεργειακών και γεωπολιτικών ισορροπιών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Ρωσία επιχειρεί πλέον να αντικαταστήσει τον ευρωπαϊκό χώρο, που επί δεκαετίες αποτελούσε τον βασικό προορισμό των εξαγωγών της, με την κινεζική και ασιατική αγορά.

Για τη Μόσχα το σχέδιο έχει τεράστια σημασία. Μετά το 2022 οι δυτικές κυρώσεις και η κατάρρευση των ρωσοευρωπαϊκών ενεργειακών σχέσεων άφησαν τη Ρωσία χωρίς τη σημαντικότερη αγορά φυσικού αερίου που διέθετε επί δεκαετίες. Το Κρεμλίνο χρειάζεται επειγόντως νέους αγοραστές και η Κίνα είναι ο μόνος παίκτης που μπορεί να απορροφήσει τέτοιες ποσότητες ενέργειας. Η Ρωσία χρειάζεται το Power of Siberia 2 πολύ περισσότερο απ’ όσο το χρειάζεται η Κίνα. Το Πεκίνο διαθέτει εναλλακτικές: υγροποιημένο φυσικό αέριο από το Κατάρ, νέες συμφωνίες με αφρικανικές χώρες, τεράστιες επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και δυνατότητα διαφοροποίησης των προμηθευτών του. Αντίθετα, η Μόσχα έχει περιορισμένες επιλογές. Αυτό επιτρέπει στην Κίνα να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος, πιέζοντας τη Ρωσία τόσο στις τιμές όσο και στους τελικούς όρους της συμφωνίας. Και είναι ενδεικτικό ότι, παρά τη στρατηγική σημασία του αγωγού, το Πεκίνο εξακολουθεί να αποφεύγει να δεσμευτεί σε ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες του σχεδίου, κάτι που αποτυπώθηκε και από την αδυναμία να επιτευχθεί οριστική συμφωνία κατά την επίσκεψη Πούτιν.

Παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος στο Ιράν και η κρίση στο Στενό του Ορμούζ δίνουν στον νέο αγωγό ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ο αποκλεισμός του Ορμούζ ήταν μια προειδοποίηση για το πόσο ευάλωτη παραμένει η κινεζική οικονομία απέναντι σε θαλάσσιους αποκλεισμούς και ενεργειακές κρίσεις. Για το Πεκίνο οι χερσαίες ενεργειακές διαδρομές από τη Ρωσία λειτουργούν πλέον σαν στρατηγική ασφάλεια σε έναν κόσμο όπου οι θαλάσσιες οδοί μπορεί να μετατραπούν σε πεδίο σύγκρουσης - είτε στον Περσικό Κόλπο είτε γύρω από την Ταϊβάν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πραγματικό βάρος του αγωγού. Το Power of Siberia 2 δεν αφορά μόνο το φυσικό αέριο. Είναι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης αναδιάταξης δυνάμεων που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Μιας μετάβασης όπου το οικονομικό και ενεργειακό κέντρο βάρους μετακινείται σταδιακά από τη Δυτική Ευρώπη προς την Ασία και όπου η Κίνα επιχειρεί να οικοδομήσει ένα σύστημα λιγότερο εξαρτημένο από τις θαλάσσιες διαδρομές και την αμερικανική στρατιωτική κυριαρχία. Ο αγωγός που κάποτε θα έμοιαζε απλώς με ακόμη ένα ενεργειακό σχέδιο μετατρέπεται πλέον σε σύμβολο ενός νέου κόσμου που διαμορφώνεται μέσα από πολέμους, κυρώσεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, αλλά και τη σταδιακή φθορά της αμερικανικής ηγεμονίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0