Η δήλωση του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν την περασμένη εβδομάδα ότι είναι κοντά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, προκάλεσε αίσθηση. Είναι ίσως η πρώτη φορά που δεν μίλησε για «επίτευξη όλων των στόχων της Ρωσίας» ως προϋπόθεση για να σιγήσουν τα όπλα. Η δήλωση αυτή, που επαναλήφθηκε και από τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, προβλημάτισε.
Από το ξέσπασμα του πολέμου, το Κρεμλίνο μιλά με απόλυτους όρους για τη συνθήκη που θα επέτρεπε το τέλος του: «Αποστρατιωτικοποίηση» της Ουκρανίας, εγκατάλειψη της ιδέας ένταξης στο ΝΑΤΟ, πολιτική αλλαγή στο Κίεβο.
Ο Πούτιν σπάνια μιλούσε για συμβιβασμούς. Ωστόσο, τώρα δήλωσε πρόθυμος να συναντήσει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι σε τρίτη χώρα, αν και μόνο για να υπογράψει μαζί του την ειρηνευτική συμφωνία. Και ο κόσμος -κυρίως η Ευρώπη- αναρωτιέται: Είναι πραγματικά ορατό το τέλος του πολέμου; Ή μήπως η Μόσχα απλά αναδιατάσσει τη θέση της για την επόμενη φάση της αντιπαράθεσης;
Η γεωπολιτική συγκυρία
Για τους πολιτικούς αναλυτές, η απάντηση δεν βρίσκεται τόσο στα τεκταινόμενα στο πεδίο της μάχης όσο στη γεωπολιτική δυναμική της συγκυρίας. Αυτό που σηματοδοτεί η Μόσχα δεν είναι η ετοιμότητά της για μακρές ειρηνευτικές συνομιλίες. Είναι η επιθυμία της να επισημοποιηθεί μια διευθέτηση με όρους που θεωρεί ότι είναι ολοένα και πιο εφικτοί στη δεδομένη στιγμή. Η διατύπωση του Πούτιν αντικατοπτρίζει το ρωσικό διαπραγματευτικό δόγμα, ότι η πολιτική διευθέτηση έρχεται μόνο αφού έχουν εξασφαλιστεί ουσιαστικές παραχωρήσεις κεκλεισμένων των θυρών. Μια σύνοδος κορυφής, κατά την άποψη του Κρεμλίνου, δεν θα είναι η αρχή της διπλωματίας αλλά η τελετή λήξης του πολέμου.
Είναι σαφές ότι η αλλαγή ρητορικής της Μόσχας γεννά αισθήματα καχυποψίας στους Ευρωπαίους. Ακόμη και η υπόδειξη του Πούτιν ότι ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μεσολαβητής, απορρίφθηκε ασυζητητί.
Αν ο Πούτιν είναι διατεθειμένος να συζητήσει τώρα τη διευθέτηση του Ουκρανικού -και ίσως αύριο την εκ νέου τροχιοδρόμηση των «ακινητοποιημένων» ευρω-ρωσικών σχέσεων- η αφήγηση για τον εξ ανατολών κίνδυνο και τα σχέδια επανεξοπλισμού χάνουν βασικά στηρίγματά τους. Μια πιθανή υποχώρηση των ανεβασμένων ρωσικών αντιδυτικών παλμών της τελευταίας τετραετίας, θα μπορούσε να δοκιμάσει και πάλι την ευρωπαϊκή συνοχή. Πόσο μάλλον όταν γίνεται ξεκάθαρα κατανοητό από τον σκληρό ευρωπυρήνα πως δεν μπορεί να υπάρξει ασφάλεια στην Ευρώπη δίχως κάποιου είδους διευθέτηση και συνεννόηση με τη Ρωσία.
Οι στρατιωτικές μηχανές
Βέβαια, το «τάιμινγκ» της ρωσικής αλλαγής ρητορικής υποδηλώνει σημαντικά στοιχεία. Ο Ρώσος Πρόεδρος βάζει στο κάδρο το τέλος του πολέμου εν μέσω αυξανόμενων ενδείξεων ότι υπάρχει μπροστά το τέλμα της στρατηγικής εξάντλησης. Η Ρωσία εξακολουθεί να κατέχει περίπου το ένα πέμπτο του ουκρανικού εδάφους αλλά η προέλασή της έχει επιβραδυνθεί. Μια προγραμματισμένη ρώσικη εαρινή επίθεση φέρεται να έχει καθυστερήσει, καθώς οι Ουκρανοί αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι ο ρυθμός των ρωσικών απωλειών συνεχίζει να ξεπερνά τον ρυθμό των νέων στρατολογήσεων. Οι αναλυτές θεωρούν ότι ο χρόνος μπορεί να μην ευνοεί τη Μόσχα.
Παράλληλα, οι ασύμμετρες τακτικές της Ουκρανίας επιβάλλουν κόστος στην αχανή Ρωσία. Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones μεγάλης εμβέλειας έχουν διεισδύσει βαθιά στο ρωσικό έδαφος στοχεύοντας κόμβους logistics, διυλιστήρια και στρατιωτικές υποδομές. Ακόμη και οι εορτασμοί της Ημέρας της Νίκης στη Μόσχα πραγματοποιήθηκαν στη σκιά πιθανών ουκρανικών επιθέσεων. Το Κίεβο φαίνεται να στοχεύει όχι μόνο στην ψυχολογική πίεση αλλά και στη συστηματική αποδυνάμωση των οικονομικών θεμελίων της ρωσικής στρατιωτικής μηχανής.
Ο αντίκτυπος αυτής της στρατηγικής είναι ήδη ορατός. Το Reuters εκτιμά ότι οι ουκρανικές επιθέσεις με drones μεγάλης εμβέλειας έχουν μειώσει την ικανότητα εξαγωγής πετρελαίου της Ρωσίας κατά 40%, συμβάλλοντας σε μια απότομη πτώση των εσόδων και σε ένα διευρυνόμενο έλλειμμα στον προϋπολογισμό. Ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη σύγκρουση, ο πόλεμος στην Ουκρανία παραπέμπει στη σκέψη πως οι πόλεμοι τελειώνουν, όταν όλες οι πλευρές καταλήξουν στο συμπέρασμα πως το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης υπερβαίνει τους κινδύνους του συμβιβασμού. Αυτό το σημείο μπορεί να πλησιάζει σήμερα στην Ουκρανία.
Η διπλωματική δυναμική που αναπτύσσεται δείχνει προς μια μάλλον άβολη, έντονα διαμεσολαβημένη διευθέτηση, η οποία προφανώς δεν βασίζεται στη συμφιλίωση αλλά υπαγορεύεται από την εξάντληση και αφήνει πολλούς υπαινιγμούς για το μετέπειτα δύσκολο στάδιο διαχείρισης μιας ανεπίλυτης διένεξης.
