Δύο εβδομάδες από την έναρξη της “Επικής Οργής”, της μεγαλύτερης στρατιωτικής επιχείρησης των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ το 2003, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπισαν κι όσοι προκάτοχοί του ενεπλάκησαν σε πολέμους πολύ μακριά από την αμερικανική ήπειρο: Το πως να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά αυτό που ισχυρίζεται ότι πέτυχε στρατιωτικά στο Ιράν.
Εντός του Λευκού Οίκου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό κάθε άλλο παρά έχει βρεθεί.
Οι σύμβουλοί του βρίσκονται στα χαρακώματα, με αντιμέτωπους από τη μια πλευρά τους οικονομικούς πραγματιστές και τους πολιτικούς στρατηγιστές κι από την άλλη τα γεράκια που έχουν μείνει πίσω στο χρόνο και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του μονοπολισμού της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Πιστεύουν, και επιμένουν, πως η συγκυρία απαιτεί διαρκή ασφυκτική πίεση στο Ιράν, όχι υποχώρηση ή αναδίπλωση.
Η έντονη ενδοκυβερνητική συζήτηση που έχει χαρακτήρα εν μέρει στρατηγικής “συνεδρίας”, εν μέρει ιδεολογικής διαμάχης, φαίνεται πως είναι ο κύριος παράγοντας πίσω από το σύνδρομο της διαρκώς μεταβαλλόμενης ρητορικής του προέδρου αναφορικά με τους στόχους του πολέμου και το πιθανό τέλος του.
Το σύνδρομο αυτό προκαλεί ευρύτερη σύγχυση εντός και εκτός Αμερικής αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως σκόπιμη προσπάθεια πρόκλησης στρατηγικής ασάφειας εκ μέρους της Ουάσιγκτον. Δεν πρόκειται για συγκροτημένη επιδίωξη αλλά για αντανάκλαση της ίδιας της έλλειψης στρατηγικού προσανατολισμού της.
«Συμπτώματα» αυτού του συνδρόμου είναι οι αντιφατικές και αλληλο-ακυρούμενες δηλώσεις του προέδρου για την τροπή και την πορεία του πολέμου. Έτσι, σε μια συγκέντρωση οπαδών του αυτή την εβδομάδα στο Κεντάκι ο Τραμπ διακήρυξε ότι «κερδίσαμε» τον πόλεμο αλλά λίγο αργότερα επέμεινε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να «τελειώσουν τη δουλειά»...
Τα αντιφατικά αυτά μηνύματα αντανακλούν μια βαθύτερη ένταση: Έναν πρόεδρο που αναζητά έξοδο από μια σύγκρουση την οποία προκάλεσε σαν να έβαζε στοίχημα, η οποία όμως έχει επεκταθεί τώρα σε όλη τη Μέση Ανατολή, απειλεί να τινάξει στον αέρα όλο το παγκόσμιο δίκτυο ροής ενέργειας, να καταφέρει τη χαριστική βολή στα εισοδήματα της κατώτερης τάξης και δυνητικών ψηφοφόρων του Τραμπ, και φυσικά να δοκιμάσει την αντοχή της εσωτερικής συνοχής της κυβέρνησής του.
Προειδοποιήσεις κινδύνου
Σύμφωνα με το Reuters, οι κυβερνητικοί σύμβουλοι τραβούν τον Τραμπ σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι οικονομικοί αξιωματούχοι και οι πολιτικοί στρατηγιστές τον προειδοποιούν ότι οι συνέπειες του πολέμου, ιδιαίτερα οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου και κατ’ επέκταση της βενζίνης, θα μπορούσαν να διαβρώσουν γρήγορα την υποστήριξη των ψηφοφόρων του, ακόμη και των πιο πιστών του «Πρώτα η Αμερική».
Αξιωματούχοι του Υπουργείου Οικονομικών και βοηθοί στο Εθνικό Οικονομικό Συμβούλιο έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι μια παρατεταμένη αναστάτωση στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή πολιτική ζημιά ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Μεταξύ εκείνων που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου είναι η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς και ο αναπληρωτής προσωπάρχης Τζέιμς Μπλερ, οι οποίοι φέρονται να έχουν προτρέψει τον πρόεδρο να ορίσει μια “νίκη” σε στενό χρονικό ορίζοντα και να σηματοδοτήσει τη τελική ευθεία της στρατιωτικής εκστρατείας στο Ιράν.
Το επιχείρημά τους είναι απλό: Να πιστωθεί στην κυβέρνηση η επιτυχής έκβαση του πολέμου καθόσον η δυναμική στο πεδίο της μάχης εξακολουθεί να ευνοεί την Ουάσιγκτον.
Αντικειμενικά και με βάση την υπεροπλία τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πρέπει να έχουν προκαλέσει σημαντικό περιορισμό των στρατιωτικών ικανοτήτων του Ιράν καθώς έχουν εξοντώσει ανώτερους διοικητές του, έχουν καταστρέψει τμήματα του οπλοστασίου των βαλλιστικών πυραύλων του και έχουν παραλύσει τις ναυτικές δυνάμεις του στον Περσικό Κόλπο. Ωστόσο, αυτά τα “επιτεύγματα” επισκιάζονται από μια νέα στρατηγική πραγματικότητα: Τα αντίποινα του Ιράν είναι πλέον εκείνα που καθορίζουν το πολιτικό κόστος του πολέμου. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο με το θρίλερ που εκτυλίσσεται στο Στενό του Ορμούζ.
Η απόφαση της Τεχεράνης να διακόψει τις διελεύσεις πετρελαιοφόρων από τη στενή δίοδο από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, έχει μετατρέψει τη σύγκρουση από περιφερειακή στρατιωτική αντιπαράθεση σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Τα δεξαμενόπλοια έχουν δεχθεί επιθέσεις στη περιοχή και το κόστος ασφάλισης τους έχει εκτοξευθεί. Το ίδιο και οι τιμές του πετρελαίου που διαπραγματεύονται σε νευρικές αγορές βυθισμένες στην αβεβαιότητα. Για τους πολιτικούς συμβούλους του Τραμπ, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές. Η αύξηση των τιμών της βενζίνης έχει τιμωρήσει τους Αμερικανούς προέδρους, ιδιαίτερα σε περιόδους εκλογών.
Φράξιες και ασάφεια
Για τα γεράκια εντός και εκτός της κυβέρνησης, ωστόσο, η αναστάτωση αυτή είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η Ουάσιγκτον πρέπει να κλιμακώσει τον πόλεμο αντί να αναδιπλωθεί.
«Σκληροί» Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές όπως ο Λίντσεϊ Γκράχαμ και ο Τομ Κότον συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που προτρέπουν τον Λευκό Οίκο να επιμείνει στην πίεση ως ότου το Ιράν παραλύσει στρατιωτικά.
Συντηρητικοί σχολιαστές, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκ Λέβιν του Fox News, επαναλαμβάνουν ατέρμονα αυτό το μήνυμα, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε πρόωρη απόσυρση της Ουάσιγκτον από τον πόλεμο θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να διεκδικήσει στρατηγική νίκη. Για αυτόν τον κύκλο πολιτικών παραγόντων και διαμορφωτών της κοινής γνώμης, ο πόλεμος αντιπροσωπεύει μια σπάνια ευκαιρία να αποδυναμωθεί μόνιμα η στρατιωτική ικανότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Αλλά για τους πολιτικούς συμβούλους του προέδρου, η προσκόλληση σ΄ αυτή την οπτική ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει μια σύντομη, προεκλογικού χαρακτήρα, επίδειξη ισχύος σε μια σκληρή, παρατεταμένη σύγκρουση, δηλαδή ακριβώς αυτό που ο Τραμπ υποσχέθηκε κάποτε να αποφύγει.
Η ιδεολογική διαμάχη στα ενδότερα του Λευκού Οίκου περιπλέκεται από μια τρίτη παράταξη που φέρει σημαντικό πολιτικό φορτίο στο πλαίσιο του κινήματος «Πρώτα η Αμερική» και δεν είναι άλλη από τους λαϊκιστές υποστηρικτές του Τραμπ.
Εξέχουσες προσωπικότητες αυτού του στρατοπέδου όπως οι διάσημοι στρατηγιστές στους οποίους ο Τραμπ χρωστά πράγματι πολλά, ο Στιβ Μπάνον και ο Τάκερ Κάρλσον, έχουν προειδοποιήσει κατά της επανάληψης των λαθών των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Η ανησυχία τους δεν έχει να κάνει βέβαια με τη στρατιωτική, οικονομική ή ανθρωπιστική διάσταση του πολέμου αλλά με την διαφύλαξη της πολιτικής ταυτότητας του τραμπικού κινήματος.
Ο Τραμπ επέστρεψε στο Λευκό Οίκο το 2025 υποσχόμενος να τερματίσει τους «ηλίθιους πολέμους», ανάμεσα τους και της Ουκρανίας. Τώρα, μια παρατεταμένη σύγκρουση στο Ιράν υπό την διεύθυνση μάλιστα των ΗΠΑ, κινδυνεύει να υπονομεύσει αυτό το μήνυμα και να αποξενώσει τους ψηφοφόρους που τον βοήθησαν να ξαναπάρει την εξουσία.
Μέχρι στιγμής, ο πρόεδρος φαίνεται ότι κατορθώνει να κινείται και να ισορροπεί αριστοτεχνικά μεταξύ αυτών των τριών παρατάξεων δημιουργώντας σκόπιμη ασάφεια.
Όπως το περιέγραψε κατ' ιδίαν ένας σύμβουλος του, ο Τραμπ «επιτρέπει στα γεράκια να πιστεύουν ότι η εκστρατεία συνεχίζεται, θέλει οι αγορές να πιστεύουν ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει σύντομα και η βάση του να πιστεύει ότι η κλιμάκωση θα είναι περιορισμένη».
Αυτή το άτυπο παιχνίδι εξισορρόπησης που παίζει μπορεί να εξηγήσει γιατί η ρητορική του ταλαντεύεται τόσο έντονα τις τελευταίες μέρες μεταξύ κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης.
Αναζητώντας την αφήγηση της «νίκης»
Όσο η σύγκρουση παρατείνεται, ο γρίφος για το πως θα γραφτεί το τέλος της, γίνεται δυσκολότερος. Ακόμη και με σημαντικές στρατιωτικές απώλειες, το Ιράν διατηρεί την ικανότητα του να διαταράσσει τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές με σχετικά χαμηλό κόστος. Φθηνά drones, πύραυλοι και νάρκες μπορούν να κρατήσουν τον Περσικό σε μια συνεχή κατάσταση αστάθειας. Οι στρατιωτικοί αναλυτές λένε ότι το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ με τη βία θα είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Ακόμα κι αν το Ναυτικό των ΗΠΑ κατάφερνε να ασφαλίσει προσωρινά το πέρασμα, πιθανότατα θα απαιτούνταν αποστολές συνοδείας δεξαμενόπλοιων για μεγάλο διάστημα κάτι που θα μπορούσε να επιβαρύνει τους ήδη περιορισμένους ναυτικούς πόρους της Δύσης.
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει ο Λευκός Οίκος δεν είναι απλώς στρατιωτική. Είναι αφηγηματική. Από την αρχή, η κυβέρνηση του Τραμπ δεν διατύπωσε σαφείς στόχους, ίσως διότι δεν είχε σαφή δικαιολογία για να επιτεθεί. Οι αξιωματούχοι της έχουν περιγράψει ποικιλοτρόπως την “Επική Οργή” ως μια προσπάθεια αποτροπής μιας επικείμενης ιρανικής επίθεσης, διάλυσης του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, καταστροφής των πυραυλικών δυνατοτήτων της ή ακόμα και αλλαγής καθεστώτος. Αυτή η ασάφεια καθιστά δύσκολο και το να οριστεί η “νίκη”.
Δίλημμα και ρίσκο
Όπως σχολιάζει το CNN, ο πόλεμος αυτός έχει μετατραπεί σε μια δοκιμασία πολιτικού χρονισμού για τον Τραμπ.
Αν αυτοανακυρηχθεί νικητής πολύ νωρίς, η διασωθείσα στρατιωτική ισχύς του Ιράν θα μπορούσε να του χαλάσει τη φιέστα. Αν παραμείνει στον πόλεμο πολύ καιρό, το αυξανόμενο κόστος - οικονομικό και ανθρώπινο - θα μπορούσε να υπονομεύσει την πολιτική και εκλογική υποστήριξη του στο εσωτερικό.
Έτσι, στην πράξη φαίνεται να κινείται προς έναν πιο μετριοπαθή ορισμό της «νίκης»: Υποβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, αποφεύγοντας παράλληλα το ενδεχόμενο χερσαίας επιχείρησης. Αυτή η διατύπωση θα επέτρεπε στον Τραμπ να διεκδικήσει έναν στρατηγικό θρίαμβο ακόμη και αν η ηγεσία του Ιράν επιβιώσει και στοιχεία του πυρηνικού του προγράμματος παραμείνουν άθικτα.
Το πολιτικό ένστικτο του προέδρου, διαμορφωμένο από την μακρά επιχειρηματική δραστηριότητά του, συμπυκνώνεται στην ικανότητα του να προβάλλει εμπιστοσύνη ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, λένε οι ειδικοί που αναλύουν τις προσωπικότητες.
Μόνο που η έκβαση των πολέμων σπάνια καθορίζεται από τη ρητορική και την επικοινωνιακή δεινότητα. Ακόμη και συγκρούσεις που αρχίζουν με σαφή πλεονεκτήματα για την επιτιθέμενη πλευρά μπορούν να οδηγηθούν σε στρατηγικό αδιέξοδο αν οι πολιτικοί στόχοι τους παραμένουν ασαφείς. Υπάρχουν περισσότερα από ένα σχετικά παραδείγματα στις σελίδες της σύντομης αμερικανικής ιστορίας- Βιετνάμ, Ιράκ, Αφγανιστάν.
Μπορεί ο Τραμπ να έχει υποσχεθεί στους οπαδούς του ότι δεν θα επαναλάβει αυτά τα λάθη αλλά όσο περισσότερο επιμένει στον πόλεμό του στο Ιράν τόσο πιο δύσκολο γίνεται να τηρήσει την υπόσχεσή του.