Μια σκιά πλανάται πάνω από τη γαλλική Δικαιοσύνη: η σκιά του Ντόναλντ Τραμπ! Σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, η κυβέρνησή του σκέφτηκε να επιβάλλει κυρώσεις κατά των Γάλλων δικαστών που καταδίκασαν τον περασμένο Μάρτιο την Μαρίν Λεπέν σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και πενταετή στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, κρίνοντάς την ένοχη για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος (μαζί με 8 ευρωβουλευτές του κόμματός της, καταχράστηκαν 2,9 εκατ. ευρώ της Ευρωβουλής για πληρωμή υπαλλήλων του κόμματος στη Γαλλία). Η αποκάλυψη ήρθε λίγα μόλις εικοσιτετράωρα πριν ξεκινήσει στο Εφετείο του Παρισιού η δίκη της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Από την Τρίτη 13 Ιανουαρίου έως τις 12 Φεβρουαρίου, οι δικαστές θα αποφανθούν αν τελικά η Λεπέν θα μπορέσει να πάρει μέρος στις προεδρικές εκλογές του 2027. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη με δεδομένη τη στήριξη Τραμπ στη Λεπέν. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Στηβ Μπάνον, πρώην συμβούλου του Τραμπ και καθοδηγητή του κινήματος MAGA, την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου σε ρεπορτάζ του δεύτερου γαλλικού καναλιού: Eυχήθηκε «νίκη της Λεπέν» στις προεδρικές εκλογές.
Δικαστές και κυβέρνηση
Δύο μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου πρωτοδικών Παρισιού, Πεμάν Γκαλέχ-Μαρζμπάν, προειδοποιούσε για μια πιθανή «απαράδεκτη και μη ανεκτή παρέμβαση» των ΗΠΑ στις γαλλικές δικαστικές υποθέσεις. Και μάλιστα αιτιολόγησε τους φόβους του αναφερόμενος στην περίπτωση του Νικολά Γκιγιού, Γάλλου δικαστή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που από τον Αύγουστο βρίσκεται στο στόχαστρο αμερικανικών κυρώσεων τις οποίες αποφάσισε ο Τραμπ (μία από αυτές είναι π.χ. ο αποκλεισμός του από το τραπεζικό σύστημα σε πολλές χώρες του κόσμου). Ο Γκιγιού είχε την ευθύνη της υπόθεσης έκδοσης εντάλματος σύλληψης του Νετανιάχου. Συνολικά, έξι δικαστές και τρεις εισαγγελείς του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, μεταξύ τους και ο γενικός εισαγγελέας Καρίμ Χαν βρίσκονται υπό τις κυρώσεις των ΗΠΑ.
Η γαλλική κυβέρνηση αντέδρασε μεν, χλιαρά δε και με καθυστέρηση. «Εικασίες» που «δεν επαληθεύονται» χαρακτήρισε το άρθρο τού Σπίγκελ την... περασμένη Πέμπτη -δύο μέρες μετά από την προειδοποίηση του Γκαλέχ-Μαρζμπάν- η εκπρόσωπος της κυβέρνησης Μοντ Μπρεζόν, μιλώντας στο δημόσιο ειδησεογραφικό κανάλι France Info. «Αν δούμε το συγκεκριμένο άρθρο, βλέπουμε ότι αναφέρεται σε αποδιδόμενες δηλώσεις, ανώνυμες, χωρίς να ξέρουμε από πού προέρχονται ακριβώς» εξήγησε. Μια μέρα πριν την επίσημη κυβερνητική αντίδραση, ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν άσκησε έντονη κριτική στην προειδοποίηση του προέδρου του δικαστηρίου πρωτοδικών Παρισιού καταγγέλλοντας «πληροφόρηση στη βάση υποθέσεων». Στη σχετική ανακοίνωση θύμισε ότι είχε «εγκαίρως» καταδικάσει τις αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος διεθνών δικαστών κυρίως του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Παρατηρεί επίσης ότι το άρθρο του Σπίγκελ επικαλείται ανώνυμες και όχι επίσημες πηγές, αναφερόμενο σε «ακαθόριστους πρώην υπεύθυνους της αμερικανικής κυβέρνησης» και ότι το αμερικανικό ΥΠΕΞ, όταν ρωτήθηκε, ούτε επιβεβαίωσε ούτε σχολίασε αυτές τις πληροφορίες.
Στοχοποιούν την Ουμανιτέ
Αντίδραση πάντως εξέφρασε και η υφυπουργός Εξωτερικών για τη δημόσια διπλωματία των ΗΠΑ Σάρα Ρότζερς, στοχοποιώντας την... Ουμανιτέ, παρότι η είδηση για την αποκάλυψη του Σπίγκελ αναμεταδόθηκε από πολλά γαλλικά ΜΜΕ. Συγκεκριμένα, η Σ. Ρότζερς κατήγγειλε την εφημερίδα του ΚΚΓ για παραπληροφόρηση και φέικ νιούζ! Σε ανάρτησή της στο Χ (πρώην Τουίτερ) ανέβασε το σχετικό δημοσίευμα της Ουμανιτέ γράφοντας: «Να γνωρίζετε ότι αυτή η ψευδής ιστορία κυκλοφορεί στη Γαλλία, γι’ αυτό και σκέφθηκα να κάνω το χρέος μου για να αντικρούσω την ξένη παραπληροφόρηση: η φερόμενη διαρροή είναι παρωχημένη και ψευδής».
Δικαστές υπό πίεση
Παρόλα αυτά, σοβαροί θεσμοί δεν συμμερίζονται τα περί «φέικ νιούζ» και «εικασιών». Στο πλαίσιο αυτό η Μοντ Κεσάρ, διευθύντρια του τομέα «Διατλαντικός χώρος / Ρωσία» στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Ερευνών της Σχολής Πολέμου που υπάγεται στο υπουργείο Στρατού, μιλώντας στο τηλεοπτικό κανάλι της Γερουσίας, παρατήρησε ότι «αυτή η απειλή είναι αρκετά σοβαρή». Διέβλεψε μάλιστα μια σαφή πολιτική λογική: «καταλαβαίνουμε ότι οι απειλές που επιβάλλει ο Τραμπ είναι μια πολύπλοκη υπόθεση με πολλαπλές κινήσεις και έμμεσες επιδιώξεις». Σύμφωνα με την ίδια, «μπορούμε να δούμε το θέμα ως παρέμβαση και υποστήριξη στους αιρετούς του κόμματος και της Λεπέν». Μια ανάγνωση που φωτίζει τις επανειλημμένες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου, που έκανε δημόσια παρέμβαση μετά την καταδίκη της Λεπέν τον Μάρτιο, συγκρίνοντάς την με τις δικές του δικαστικές περιπέτειες. Μάλιστα τότε είχε κάνει λόγο για «απελευθέρωση» της Λεπέν, καταγγέλλοντας «κυνήγι μαγισσών» από τους «Ευρωπαίους αριστεριστές που χρησιμοποιούν το δικαστικό όπλο για να «εμποδίσουν την ελευθερία έκφρασης» και για να «αποτρέψουν τη νίκη της στις προεδρικές εκλογές».
Ο δε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς είχε δηλώσει, με αφορμή την πρωτόδικη καταδίκη της Λεπέν, ότι «αυτό δεν είναι δημοκρατία». «Μια επαναλαμβανόμενη ρητορική, μια μιντιακή θολούρα, είναι πολύ αποτελεσματικές» εξήγησε η Κεσάρ, προειδοποιώντας για συγκεκριμένες συνέπειες: «αυτά μπορεί να κάνουν ακόμη πιο περίπλοκη τη δουλειά των δικαστών, θέτοντάς τους υπό πίεση και απειλές». Παράλληλα, λίγους μήνες πριν από τις δημοτικές εκλογές, μια τέτοια εξωτερική στήριξη μπορεί «να σπείρει την αμφιβολία στο μυαλό των Γάλλων πολιτών». «Οι δικαστές είναι ένας από τους μοχλούς για την απαξίωση του συνόλου του θεσμικού μηχανισμού».
Από την πλευρά της η Ράινα Σταμπολίσκα, πρόεδρος της εταιρείας RS Strategy που εξειδικεύεται στη ψηφιακή διπλωματία και τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, επεσήμανε ότι «ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, άμεσος και τεκμηριωμένος από πολλές πρόσφατες υποθέσεις». «Με άλλα λόγια, αυτές οι απειλές είναι αξιόπιστες, δεν έχουν να κάνουν απλώς με απλή διπλωματική τακτική»